Παρασκευή 17 Απριλίου 2026

"Το κέρμα" ολόκληρο το μυθιστόρημα ελεύθερο για ανάγνωση όπως πρωτοκυκλοφόρησε το 2016...

 

Πατήστε για μεγέθυνση

Πατήστε για μεγέθυνση


Το κέρμα 

 

 

ΤΙΤΛΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ: Το κέρμα 

 

ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ: Μάνος Περράκης 

 

ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ-ΔΙΟΡΘΩΣΗ ΚΕΙΜΕΝΟΥ: Εύα Καρακατσάνη 

 

ΣΥΝΘΕΣΗ ΕΞΩΦΥΛΛΟΥ:  «ΙΚΟΝΑ» Ν. Γ. Χριστόπουλος

 

© Μάνος Περράκης, 2016 

 

© ΕΚΔΟΣΕΙΣ: «ΙΚΟΝΑ» Ν. Γ. Χριστόπουλος 

Βυζαντίου 3, 21100  Ναύπλιο, τηλ.  27520 21375

e-mail: ikonamail@gmail.com

 

Πρώτη έκδοση: Ιούλιος 2016 

 

Έντυπη έκδοση ISBN: 978-618-81554-6-6

 

Ηλεκτρονική έκδοση ISBN: 978-618-81554-7-3 

  

Το παρόν έργο πνευματικής ιδιοκτησίας προστατεύεται από τις διατάξεις της ελληνικής νομοθεσίας (Ν. 2121/1993 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει σήμερα) και τις διεθνείς συμβάσεις περί πνευματικής ιδιοκτησίας. Απαγορεύεται χωρίς γραπτή άδεια του εκδότη η κατά οποιονδήποτε τρόπο ή μέσο (ηλεκτρονικό, μηχανικό ή άλλο) αντιγραφή, φωτοανατύπωση και εν γένει αναπαραγωγή, εκμίσθωση ή δανεισμός, μετάφραση, διασκευή, αναμετάδοση στο κοινό σε οποιαδήποτε μορφή και η εν γένει εκμετάλλευση του συνόλου ή μέρους του έργου. 

 

 

Μάνος Περράκης 

 

Το κέρμα 


ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ 

  

«ΙΚΟΝΑ» Ν. Γ. Χριστόπουλος  

 

Το βιβλίο αυτό είναι προϊόν μυθοπλασίας. Τα πρόσωπα, τα γεγονότα και οι καταστάσεις είναι φανταστικά και οποιαδήποτε ομοιότητα με υπαρκτά είναι εντελώς συμπτωματική. 

 

Στη δεύτερη πατρίδα μου, τη Θεσσαλονίκη... 

 

 Στην Ελένη και τη Μαρούλα...  

 

Στους συνοδοιπόρους της ζωής, που έφυγαν... 

 

 

    

Ἄνθρωποι τύχης εἴδωλον ἐπλάσαντο,

πρόφασιν ἰδίης ἀβουλίης...  

Δημόκριτος, 460-370 π.Χ.  

 

Οι άνθρωποι έπλασαν το είδωλο της τύχης ως πρόφαση και δικαιολογία για τη δική τους αβουλία...

 

  

Το κέρμα

 

Η εποχή της αθωότητας...

 

Θεσσαλονίκη στη Ροτόντα, Νοέμβρης 1975

 

Τ

ο κέρμα, στριφογυρίζοντας, έφυγε με δύναμη ψηλά. Διέγραψε τροχιά τρία τέσσερα μέτρα, έπεσε στις πλάκες του πεζοδρομίου, κύλησε κάτω στο δρόμο και σταμάτησε δίπλα στη σιδερένια σχάρα του υπονόμου.

«Κοίτα να δεις πλάκα. Θα χάναμε το κέρμα και μαζί του θα χάναμε και τις βουλές της θεάς Τύχης!» ο σαρκασμός ξεχείλισε στα λόγια του Λευτέρη.

«Συγγνώμη, Λευτέρη, για να καταλάβω. Έχει σημασία αν έρθει κορώνα ή γράμματα; Απ’ αυτό θα εξαρτηθεί τελικά τι θα κάνεις;» απόρησε ακούγοντάς τον η Ηρώ.

«Όχι, βρε Ηρώ, δεν πιστεύω ότι η ζωή εξαρτάται από ένα κέρμα κι αν αυτό θα έρθει κορώνα ή γράμματα!» κατηγορηματικός ο Λευτέρης.

«Τότε, γιατί στρίβεις το νόμισμα;» του φώναξε εκνευρισμένη η Ηρώ.

Τρεις η ώρα το πρωί, ψιλόβροχο και κρύο. Σαν δυο σκιές, ο Λευτέρης με την Ηρώ προχωρούσαν για το σπίτι της. Το σπίτι της ήταν χαμηλά στην οδό Δεσπεραί, στο παρκάκι με το άγαλμα του Κολοκοτρώνη, πριν από την Τσιμισκή. Κατέβαιναν από τα Κάστρα. Είχαν κάνει και μια στάση στο Τσινάρι, για το δεύτερο, το καλό κρασί, ρετσίνα από το βαρέλι, συνοδεία κρασομεζέ, χαλβά αμυγδάλου του μπακάλη με λεμόνι και κανέλα. Εκεί συνήθιζαν να καταλήγουν στη βραδινή έξοδο, μετά από την ταβέρνα για φαγητό στη Χαριλάου, την Τούμπα ή το Επταπύργιο που ήταν οι αγαπημένοι τους προορισμοί. Αυτά βέβαια τις «καλές» ημέρες, όταν δεν είχαν διάβασμα και εξετάσεις. Κυρίως μετά την επιστροφή από διακοπές, όταν η τσέπη άντεχε, γεμάτη όπως ήταν με τα χαρτζιλίκια που συνόδευαν το «καλό ταξίδι, να προσέχεις και να διαβάζεις». Ο Λευτέρης τέλειωνε Χημεία στο Αριστοτέλειο και η Ηρώ Αρχιτεκτονική. Εκείνο το βράδυ ήταν μόνοι τους. Ο Λευτέρης ήθελε να συζητήσει σοβαρά με την Ηρώ, χωρίς το συνηθισμένο χαβαλέ της παρέας. Ο χρόνος τον πίεζε. Έπρεπε να πάρει την τελική απόφαση. Η συζήτηση πότε ήρεμη, πότε με ένταση, κάποια στιγμή συμφωνούσαν, μετά διαφωνούσαν και ξανά από την αρχή.

«Ηρώ, άκουσέ με. Έχεις δίκιο να τσαντίζεσαι που στρίβω το νόμισμα για ένα τόσο σοβαρό θέμα που αφορά το μέλλον μου. Όμως, σύμμαχο ψάχνω στην απόφαση μου και αφού δε βρίσκω στους ανθρώπους -ακόμα κι εσύ δε συμφωνείς- είπα να δοκιμάσω μήπως και τον βρω στην τύχη. Είναι δηλαδή τόσο κακό να ακολουθήσω το όνειρό μου;» προσπάθησε να της εξηγήσει ο Λευτέρης.

«Λοιπόν, αυτό που μου λες καιρό τώρα και το επαναλαμβάνεις απόψε, είναι ότι σου αρέσουν οι προκλήσεις στη ζωή, ότι σε γοητεύει η μάχη και αυτήν κυρίως θέλεις να ζήσεις. Θεωρείς μάλιστα, την απόφαση που θέλεις να πάρεις σαν μια τέτοια πρόκληση. Αφού είναι έτσι, άσε τους άλλους, κάνε αυτό που θέλεις και όπου σε βγάλει. Τι σημασία έχει το ποιος συμφωνεί μαζί σου; Και δεν έχει κανένα νόημα να καταφεύγεις στην τύχη, εκτός αν κατά βάθος φοβάσαι!» παρατήρησε η Ηρώ.

«Τι να φοβηθώ; Ακόμα κι αν αποτύχω, θα έχω ζήσει τη διαδρομή», αντέδρασε ο Λευτέρης.

«Δηλαδή εμείς οι άλλοι που θα συμβιβαστούμε μια ώρα αρχύτερα, γιατί κι εσύ κάποια στιγμή θα συμβιβαστείς, δε θα ζήσουμε τη δική μας διαδρομή;» απάντησε ενοχλημένη, με μισό χαμόγελο, η Ηρώ.

Ο Λευτέρης ξαφνιάστηκε απ’ αυτό που άκουσε, δεν το περίμενε. Σταμάτησε ένα βήμα πριν από το κέρμα.

«Καλά, εσύ το λες αυτό;» είπε χωρίς να την κοιτάξει, με φωνή γεμάτη πίκρα και ειρωνεία, σαν να μίλαγε το κενό που ξαφνικά ένιωσε μέσα του.

«Εσύ, η αγωνίστρια, η συνειδητοποιημένη, εσύ που είχες τις αντοχές ν’ αντισταθείς στη βία, το παράλογο και την καταπίεση, εσύ, η ευαίσθητη, με τα οράματα και την πίστη για έναν καλύτερο, πιο δίκαιο κόσμο, εσύ, που έβαλες στόχους και τους πέτυχες, που έχεις τόσα εφόδια για να συνεχίσεις με αξιοπρέπεια τη ζωή σου χωρίς εκπτώσεις, εσύ μιλάς για συμβιβασμό, εσύ…»

Έσκυψε για να πιάσει το κέρμα.

«Γιατί δεν καταλαβαίνεις; Ή μάλλον, τι δεν καταλαβαίνεις;» αντέδρασε με τη σειρά της η Ηρώ.

«Αύριο τελειώνουμε το πανεπιστήμιο, θα βρούμε μια δουλειά, θα παντρευτούμε, θα κάνουμε οικογένεια, θα μπούμε στη ρουτίνα της καθημερινότητας, θα αποκτήσουμε λίγα νέα ενδιαφέροντα, θα φορτωθούμε πολλές υποχρεώσεις, μα θα μείνουμε σωστοί, όσο τουλάχιστον μπορέσουμε και μας αφήσουν. Των περισσότερων ανθρώπων η ζωή, κάπως έτσι κυλάει. Υπάρχουν, βέβαια, και αυτοί που θα συνεχίσουν τις σπουδές τους ή κάνουν άλλες επιλογές, όπως θέλεις να κάνεις εσύ τώρα και δικαίωμά σου, τα υπόλοιπα δε χρειάζονται».

Πιάνοντας το κέρμα ο Λευτέρης, γύρισε και την κοίταξε.

Συννεφιασμένη, όπως το τοπίο. Στη χλομάδα της αντανακλούσε το λίγο φως που έστελνε η λάμπα της γωνίας. Ντυμένη στη φοιτητική μόδα της εποχής, τζιν παντελόνι, χοντρή μπλούζα με λαιμό και μπεζ τζάκετ. Όμορφη, με πράσινα μάτια και σταχτόξανθα μαλλιά μέχρι τους ώμους, ροζένια χείλη, λεπτή και εύθραυστη. Δεν είχε αλλάξει και πολύ τα επτά χρόνια που την ήξερε. Είχαν γνωριστεί στην Αθήνα τα Χριστούγεννα του 1968, στο πάρτι του αδελφού της στο σπίτι τους. Ο αδελφός της, ο Στέφανος, ήταν από τους καλύτερους φίλους του Λευτέρη και συμμαθητής του στο σχολείο. Σ’ εκείνο το πάρτι, ο Λευτέρης ερωτεύτηκε την Ηρώ «με την πρώτη ματιά».

Οι μήνες μετά από τα Χριστούγεννα της γνωριμίας, πέρασαν γρήγορα. Ο Λευτέρης στην τρίτη τάξη του Λυκείου, διάβαζε για τις εξετάσεις που θα έδινε για το πανεπιστήμιο. Η Ηρώ, ένα χρόνο μικρότερη, είχε αρχίσει τα φροντιστήρια. Προετοιμαζόταν κι αυτή για τις εξετάσεις που θα έδινε το επόμενο καλοκαίρι. Τις λίγες φορές που είδε ο Λευτέρης την Ηρώ, ήταν πάντα στην παρέα. Δεν είχε την ευκαιρία να τη συναντήσει μόνη της. Τέλειωσε το σχολείο και τα παιδιά της παρέας σκορπίσανε. Μερικοί έφυγαν για Ιταλία και Γαλλία, οι περισσότεροι έμειναν εδώ και έδωσαν εξετάσεις για το πανεπιστήμιο. Τέλος Σεπτέμβρη βγήκαν τα αποτελέσματα. Ο Λευτέρης πέτυχε στο Χημικό στη Θεσσαλονίκη. Στη Θεσσαλονίκη που μέχρι τότε δεν την είχε επισκεφτεί ποτέ. Τρεις μήνες μετά, τα Χριστούγεννα πια του 1969, επέστρεψαν οι «ξενιτεμένοι» φοιτητές στην Αθήνα. Ξαναμαζεύτηκε και η παρέα. Κύριο θέμα στις συναντήσεις τους, οι εντυπώσεις από την καινούργια τους ζωή. Καθένας να λέει τα δικά του, τα της σχολής του, των συμφοιτητών και καθηγητών του. Πού πάνε, πού τρώνε, πού τα πίνουνε. Για τις ιδεολογικές μάχες που δίνονταν στους χώρους του πανεπιστημίου. Για τα ρεύματα του σοσιαλισμού, της ερμηνείας του, των μοντέλων εφαρμογής του, τις ατέλειωτες συζητήσεις για ελευθερία, δημοκρατία, ισότητα και ανθρώπινα δικαιώματα. Τις αντιδράσεις στην καταπίεση της δικτατορίας. Κατάφερε επιτέλους κι ο Λευτέρης να μιλήσει με την Ηρώ. Του είπε ότι έχει βάλει στόχο να περάσει στην Αρχιτεκτονική, ότι διαβάζει πολύ, ότι δεν ασχολείται με τίποτα άλλο, λίγο μουσική ακούει και ότι τον συμπαθεί, της αρέσει η παρέα του, αλλά... Είχε μια κρυφή ελπίδα ο Λευτέρης, ότι κάτι μπορεί να γίνει μεταξύ τους, ούτε τα αισθήματά του τελικά δεν κατάφερε να της φανερώσει.

Η πρώτη φοιτητική χρονιά του Λευτέρη στη Θεσσαλονίκη πέρασε χωρίς προβλήματα, ανέμελα. Προσαρμόστηκε αρκετά εύκολα στο νέο περιβάλλον και δεν άργησε να δημιουργήσει γνωριμίες και παρέες, με συμφοιτητές του στο Χημικό, αλλά και με παιδιά από το Φαρμακευτικό, το Φυσικό και την Ιατρική. Σημείο συνάντησης όλων, το μεγαλύτερο κυλικείο του Πανεπιστημίου, στο Χημείο. Εκεί βρισκόντουσαν στα διαλείμματα, στα κενά των μαθημάτων και των εργαστηρίων. Εκεί ζούσαν καλές στιγμές και λύπες, συγκινήσεις και έρωτες, τσακωμούς και αγκαλιές. Εκεί κανόνιζαν και τις ομαδικές εξόδους στα γήπεδα ποδοσφαίρου και μπάσκετ, την ταβέρνα που θα πήγαιναν, σε ποιου το σπίτι θα βρεθούν για πάρτι-ρεφενέ και πού θα χαρτοπαίξουν πόκα ή πρέφα.

Τον Οκτώβρη ήρθαν στη Θεσσαλονίκη οι νέοι φοιτητές. Ανάμεσα τους και η Ηρώ, που είχε πετύχει στην Αρχιτεκτονική. «Ωραία σύμπτωση, σημαδιακή. Δεν μπορεί, τώρα είναι η ευκαιρία» σκέφτηκε ο Λευτέρης και αναπτερώθηκαν ξανά οι ελπίδες του. Ο έρωτάς του βλέπεις, παρέμενε ζωντανός. Μαζί της, ανέβηκαν στη Θεσσαλονίκη και αρκετά παιδιά από την παρέα της Αθήνας. Είχαν πετύχει όλοι στο Πολυτεχνείο. Ο Ορέστης, ο Βαγγέλης, ο Νίκος, η Όλγα και η Έλσα. Η Ηρώ με την Έλσα νοίκιασαν σπίτι στο κέντρο της Θεσσαλονίκης που δεν άργησε να γίνει το στέκι όλων. Όμως, οι διαφορετικοί πανεπιστημιακοί χώροι, τα ωράρια και το τελείως άλλο αντικείμενο σπουδών, λίγες ευκαιρίες έδιναν στο Λευτέρη να είναι μαζί τους. Τις Κυριακές στην ουσία τους έβλεπε. Αγχώθηκε καθώς ο χρόνος πέρναγε και δε γινόταν τίποτα με την Ηρώ. Αλλά και όταν επιτέλους μπόρεσε να της εκδηλώσει τις ερωτικές του διαθέσεις, η Ηρώ του έκοψε αμέσως τη φόρα. Ευγενικά και με χιούμορ μεν, αλλά... Τεράστια η απογοήτευση για το Λευτέρη. Οι ελπίδες του εξανεμίστηκαν. Παρ’ όλα αυτά, συνέχισαν να κάνουν παρέα και τελικά να γίνουν δυο καλοί φίλοι. Της έλεγε τα μυστικά του, της άνοιγε την ψυχή του, πολλές φορές κι αυτή το ίδιο. Του έφτανε να είναι μαζί της όποτε μπορούσε, να τα λένε, να γελάνε, να διαφωνούν, να προβληματίζονται. Η Ηρώ έγινε ο άνθρωπος που ο Λευτέρης είχε απόλυτη εμπιστοσύνη. Αυτό δεν άλλαξε, ακόμα και όταν κατάλαβε ότι η Ηρώ τα είχε μπλέξει με τον Ορέστη.

Η παρουσία της Ηρώς στη Θεσσαλονίκη και η περίεργη φιλία μαζί της, δεν επηρέασαν ιδιαίτερα την ερωτική ζωή του Λευτέρη και το φλερτ με άλλες κοπέλες. Έκανε κάμποσες σχέσεις σαν φοιτητής. Η σημαντικότερη και μεγαλύτερη σε διάρκεια, που κράτησε εννιά μήνες, ήταν με μια πολύ όμορφη δεκαοχτάχρονη Θεσσαλονικιά, που σπούδαζε στο πρώτο έτος της Φιλοσοφικής, όταν ο Λευτέρης ήταν τελειόφοιτος. Την Ερατώ. Παιχνίδι έμοιαζε της τύχης με το Ηρώ! Λευτέρης και Ερατώ αγαπήθηκαν, ταιριάξανε από την αρχή. Αυτή η σχέση είχε ό,τι χρειαζόταν για να γίνει σχέση ζωής. Το γιατί δεν έγινε; Ίσως γιατί ήρθε σε λάθος στιγμή. Ο Λευτέρης έδωσε απότομα τέλος, γιατί φοβήθηκε, πως το ειδύλλιο του με την Ερατώ και το δέσιμο μαζί της, θα στέκονταν εμπόδιο σ’ αυτά που σκεφτόταν για το μέλλον. Επώδυνος ο χωρισμός, ιδιαίτερα για την Ερατώ. Ό,τι και να γινόταν πάντως στη ζωή του, θα θυμόταν με νοσταλγία εκείνες τις ώρες με την Ερατώ στο σπίτι του, ψηλά πάνω από το Τουρκικό Προξενείο, σ’ εκείνο το κρεβάτι με τα κομμένα πόδια. Κάμποση εμπειρία ο Λευτέρης, άμαθη η Ερατώ, η πρώτη τους συνάντηση έφτασε σε παθιασμένα φιλιά και μέχρι να βγει το σουτιέν. Στη δεύτερη, έχει απλώσει ο Λευτέρης πάνω στο κρεβάτι με τα κομμένα πόδια, κόκκινα και λευκά ροδοπέταλα και δυο τρεις γαρδένιες για το μεθυστικό τους άρωμα. Τρελαίνεται η Ερατώ, αλλά πάλι κρατάει άμυνα. Μέχρι σουτιέν. Την έπεισε με το ατράνταχτο επιχείρημα «αυτό το είδαμε στο πρώτο μέρος, πάμε τώρα στο δεύτερο». Δεν αντιστάθηκε περισσότερο... 

«Τι μαλάκας ήμουν» ψέλλισε ο Λευτέρης. Έβαλε το κέρμα στην τσέπη και μονολόγησε αδιαφορώντας αν τον προσέχει.

«Άκου λέει θα συμβιβαστούμε! Κι εγώ που νόμιζα ότι πάντα ήμουνα πιο πίσω, πιο συντηρητικός! Ακόμα και πράγματα που δεν τα πίστευα ή τα θεωρούσα περιττά, τα έκανα μόνο και μόνο για να ακολουθώ τα βήματά της. Μήπως και απομακρυνθώ από κοντά της! Και να που βρέθηκα πιο μπροστά! Και θα συμβιβαστούν κι εκείνες οι χιλιάδες των φοιτητών; Εκείνη η φλόγα; Η ζωντάνια; Το όραμα; Τα ιδανικά τι θα γίνουν; Ποια είναι αυτή η δύναμη που θα υποτάξει το μέλλον;»

«Οι χιλιάδες των φοιτητών», συνέχισε το μονόλογο και στο μυαλό του ήρθαν οι εικόνες και αυτό που έζησε στο γιορτασμό της επετείου του Πολυτεχνείου.

Από την αρχή της Φιλοσοφικής στο σιντριβάνι, μέχρι πάνω στη Φυσικομαθηματική και γεμάτη τη μεγάλη πλατεία του Χημείου, οι φοιτητές είχαν στήσει μια από τις μαζικότερες και πιο μαχητικές διαδηλώσεις που είχε ζήσει η Θεσσαλονίκη. Ο Λευτέρης μαζί με το Θωμά, ανέβηκαν στο σπίτι του Αργύρη, στον τέταρτο όροφο, απέναντι από τη Φιλοσοφική, στην οδό Μελενίκου και βγήκαν στο μπαλκόνι. Θέλανε πρώτα να δουν από ψηλά το εντυπωσιακό θέαμα και μετά να πάνε στο μπλοκ της σχολής τους. Το πλήθος, το πάθος, τα λάβαρα, τα συνθήματα, η πρώτη μετεμφυλιακή και μεταπολεμική γενιά διατράνωνε την πίστη της, την αγωνία της, την ελπίδα της, την απόφασή της να αγωνιστεί, να γίνει αυτός ο κόσμος, αυτός ο τόπος πιο δίκαιος, πιο ανθρώπινος, πιο ελεύθερος.

Είχε κάθε δικαίωμα στο όνειρο αυτή η γενιά, όπως όλες στο δικό τους...

Τα τεράστια λευκά και κόκκινα πανό, με τα κίτρινα και μαύρα γράμματα, απλώνονταν από τη μια άκρη του δρόμου μέχρι την άλλη. Πάνω το μήνυμα, συμπυκνωμένη σε λίγα τετραγωνικά μέτρα η επαναστατική φιλοσοφία, η καταγγελία και το κάλεσμα γι’ αγώνα. Κάτω το όνομα της οργάνωσης, της νεολαίας που ακολουθούσε. Κόκκινο παντού, λίγο πράσινο, γιορτή, το πλήθος πάλλεται, η φωνή του φτάνει στον Πύργο, τον Άγιο Δημήτρη, την Τριανδρία.

 «Ρε, τι γίνεται εδώ, στην Κόκκινη Πλατεία της Μόσχας είμαστε;» είπε βγαίνοντας στο μπαλκόνι και βλέποντας τόσο κόσμο, ο μεγαλύτερος αδελφός του Αργύρη, ο Τρύφωνας.

 «Δεν μπορεί, παιδιά, τόσες χιλιάδες νέοι άνθρωποι εδώ, πολλοί περισσότεροι στην Αθήνα, την Πάτρα, σε όλη την Ελλάδα, κάτι θα βγει, κάτι θ’ αλλάξει. Όταν μπουν σιγά σιγά στην παραγωγή, στις υπηρεσίες, στα υπουργεία, στους οργανισμούς, όταν πάρουν στα χέρια τους τις εξουσίες αυτού του τόπου, όλα για όλους θα γίνουν καλύτερα. Αυτή η θέληση, το όραμα και το πάθος θα βρουν το δρόμο τους». Τα λόγια του Θωμά ήρθαν αυθόρμητα, καθώς ένιωθε τη μικρή φλόγα μέσα του να φουντώνει. Η συγκίνησή του ξεχείλιζε.

Εκείνος που έδειχνε αδιάφορος για ό,τι συνέβαινε γύρω του, ήταν ο πατέρας του Αργύρη. Αραγμένος στην πολυθρόνα του διάβαζε τη «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ».

«Εσείς τι λέτε, κύριε Νίκο; Δε φαίνεται να συμμερίζεστε τον ενθουσιασμό μας» τον προκάλεσε ο Λευτέρης.

«Θα μου επιτρέψεις, νεαρέ μου, να έχω τις αμφιβολίες μου για το αν και πώς θ’ αλλάξουν τα πράγματα. Χρειάζεται ο ενθουσιασμός, αλλά δε φτάνει» απάντησε μάλλον βαριεστημένα.

«Μα, είμαστε τόσο αποφασισμένοι...»

Χαμογέλασε με το ζόρι. «Ξέρεις πόσες διαδηλώσεις σαν αυτή, ζήσαμε εμείς οι παλιοί; Πολλές, πάρα πολλές και με αίμα. Και τι άλλαξε; Ξέρεις πόσοι απ’ αυτούς θα σας πουλήσουν, πόσοι θα σας προδώσουν; Πόσοι θα συμβιβαστούν μ’ αυτά που σήμερα φωνάζουν πως θέλουν ν’ αλλάξουν;»

«Ναι, μα οι περισσότεροι...»

«Τον κόσμο τον αλλάζουν οι δυνατοί και οι λίγοι που μπαίνουν μπροστά, οι πολλοί ακολουθούν. Κάποτε θα θυμηθείς τα λόγια μου» έκλεισε τη σύντομη συζήτηση και συνέχισε το ξεφύλλισμα της εφημερίδας. Ήταν φανερό πως χώριζε μεγάλη απόσταση τις απόψεις τους.

Η κόκκινη θάλασσα φουρτουνιάζει, οι φωνές και οι ψυχές ενώνονται, οι φλέβες δυσκολεύονται ν’ αντέξουν την πίεση, οι γροθιές σφίγγονται, το όραμα φτερουγίζει σε μια Ελλάδα ελεύθερη, σε μια πατρίδα καλύτερη. Η ελπίδα, φυλακισμένη τόσα χρόνια στο ίδιο κελί με το φόβο, ελευθερώνεται. Η ελπίδα μένει, ο φόβος φεύγει, χάνεται...

«Για να γυρίσει ο ήλιος, θέλει δουλειά πολλή...» κατέβηκαν και έσμιξαν με το πλήθος. 

 

«Θα συμβιβαστούμε λοιπόν, το είχε πει κι ο κύριος Νίκος!» έκλεισε πικρόχολα το μονόλογο ο Λευτέρης.

Περπάτησαν και χωρίς να ξαναμιλήσουν, έφτασαν μέχρι το σπίτι της Ηρώς. Στάθηκαν για λίγο αμήχανα στο πεζοδρόμιο, μπροστά στην είσοδο της πολυκατοικίας. Την αποχαιρέτησε με ένα ζεστό φιλί στο κρύο της μάγουλο. Η Ηρώ ανέβηκε τα λίγα σκαλοπάτια μέχρι την πόρτα, την άνοιξε και χάθηκε πίσω της. Ο Λευτέρης, σήκωσε το γιακά του, έβαλε τα χέρια στις τσέπες και με βήμα αργό, πήρε το δρόμο για το δικό του σπίτι. Το ψιλόβροχο είχε σταματήσει, το βοριαδάκι είχε πέσει, μόνο η μελαγχολική μουντάδα του Θερμαϊκού συνέχιζε να χρωματίζει εκείνο το παράξενο βράδυ. Τώρα ήταν πιο ήρεμος, πιο σίγουρος για την απόφαση. Θα έκανε αυτό που ήθελε, που από την αρχή ήθελε αλλά δίσταζε, όχι γιατί φοβόταν τις δυσκολίες που θα έβρισκε μπροστά του, ούτε για το ρίσκο αν θα πετύχει. Ήταν εκείνα τα ερωτήματα για τη ζωή που τον βασάνιζαν, από το σχολείο ακόμα. Από τότε που πήγαινε στο Τρίτο Γυμνάσιο Αρρένων Αμπελοκήπων, απέναντι από το Μαιευτήριο «Έλενα», δίπλα στο Αναμορφωτήριο Θηλέων και το γήπεδο του Παναθηναϊκού στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας.

Σ’ εκείνο το σχολείο, χτίστηκαν γερές φιλίες μεταξύ των συμμαθητών του Λευτέρη και μια δυνατή παρέα όλο ζωντάνια. Βοήθησαν και οι συνθήκες της ταραγμένης περιόδου, που ξεκίνησαν το 1965 -όταν ήταν δεκατεσσάρων- και συνεχίστηκαν μέχρι να τελειώσουν το λύκειο το 1969. Η ζωή τους σχολείο, φροντιστήριο, ποδόσφαιρο και μπάσκετ, κιθάρα, τραγούδι, πολύ διάβασμα -όχι μόνο για το σχολείο- κοπάνες, κουτούκι ή μπουάτ τα σαββατόβραδα στην Πλάκα, γήπεδο και σινεμά τις Κυριακές. Ξεγνοιασιά και άγχος μαζί, γεμάτη ενδιαφέρον ζωή. Πολλά τα ερεθίσματα. Δικτατορία στην Ελλάδα, Μάης του ‘68 στο Παρίσι, Γούντστοκ, ροκ και κίνημα των χίπις, Νέο Κύμα, η «Άνοιξη της Πράγας», κορύφωση του πολέμου στο Βιετνάμ, διάσπαση του ΚΚΕ, πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα, συνεχής κινητικότητα και γεγονότα στην Ελλάδα και στον κόσμο.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον και στα δεκαοχτώ σου χρόνια, είναι επόμενο να προβληματίζεσαι, να ασχολείσαι μ’ αυτά που συμβαίνουν γύρω σου. Διαμορφώνεις τη δική σου ηθική, ξεχωρίζεις ιδανικά, βάζεις προτεραιότητες και διαχωριστικές γραμμές. Αμφισβητείς τις εμπειρίες και τις σκέψεις των άλλων. Όσο μεγάλοι κι αν είναι αυτοί και όσο σπουδαίοι. Θέλεις τις δικές σου εξηγήσεις, τις δικές σου απαντήσεις. Θέλεις τελικά να επιλέξεις μόνος σου το δρόμο που θα ακολουθήσεις.

Και η τύχη; Η μοίρα; Το ριζικό; Το πεπρωμένο; Υπάρχουν; Και τι ρόλο τελικά παίζουν στο πώς εξελίσσεται η ζωή; Στη ζωή του καθενός από μας;

Πολλά και αναπάντητα ερωτήματα. Προστέθηκαν κι άλλα τα χρόνια των σπουδών στο πανεπιστήμιο. Η συζήτηση με την Ηρώ βοήθησε το Λευτέρη κάποια να τα ξεδιαλύνει. Αισθανόταν λίγο προδομένος αλλά και απελευθερωμένος. Στο μυαλό του άρχισαν να σχηματίζονται αχνά οι πρώτες εικόνες του αύριο, το νήμα με το χτες είχε πλέον κοπεί.

Επιτάχυνε το βήμα του. «Και η θεά Τύχη τι να λέει άραγε;»

Σταμάτησε, έβγαλε το κέρμα από την τσέπη, που το είχε βάλει έτσι, ώστε να ξέρει την πάνω πλευρά και επομένως το αποτέλεσμα από το στρίψιμο.

Η θεά Τύχη του έλεγε όχι.

Χαμογέλασε, προχώρησε δυο τρία μέτρα μέχρι τη γωνία και το πέταξε στον υπόνομο. Ξανάβαλε τα χέρια στις τσέπες και σχεδόν τρέχοντας, χάθηκε στο σκοτάδι. Μόνο το τραγούδισμα της φωνής και της ψυχής του ακούγονταν στην υγρή ατμόσφαιρα, λίγο πριν χαράξει.

Την Ηρώ την είδε μια δυο φορές στην παρέα, τους τρεις μήνες που έμεινε ακόμα στη Θεσσαλονίκη. Θα την ξανάβλεπε στο γάμο της με τον Ορέστη, στην Αθήνα, οκτώ χρόνια μετά. 

 

Το λαχείο...

 

Αθήνα, 2010

 

Τ

ο τηλέφωνο κουδούνισε μ’ εκείνο τον αναθεματισμένο ήχο που σε κάνει σίγουρο ότι κάτι κακό θα ακούσεις. Πετάχτηκα από τον ύπνο μου και κοίταξα δίπλα στο κρεβάτι το ρολόι. Έδειχνε τέσσερις παρά δέκα. Σήκωσα το ακουστικό:

 «Παρακαλώ, λέγετε;»

 «Συγγνώμη για την ώρα, ο κύριος Ελευθέριος Ανέστης;» σοβαρή η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής.

 «Ο ίδιος».

 «Είμαι ο Αξιωματικός Υπηρεσίας από την Τροχαία Κηφισιάς και θα ήθελα να σας ενημερώσω ότι προ ολίγου η σύζυγός σας, Δήμητρα, είχε ένα σοβαρό τροχαίο ατύχημα και έχει μεταφερθεί στο ΚΑΤ».

Ξύπνησα για τα καλά. Παίρνοντας βαθιά ανάσα ρώτησα:

 «Είστε σίγουρος; Τι ακριβώς συνέβη; Πώς είναι η γυναίκα μου;»

 «Είμαστε σίγουροι ότι είναι η γυναίκα σας. Είχε ταυτότητα μαζί της. Το αυτοκίνητο που οδηγούσε ξέφυγε από το δρόμο και έπεσε πάνω σε μια μάντρα. Λεπτομέρειες για την κατάστασή της δε γνωρίζω, θα πρέπει να απευθυνθείτε στο ΚΑΤ. Τα πράγματά της βρίσκονται εδώ, στην Υπηρεσία μας».

 «Κάτι περισσότερο δεν μπορείτε να μου πείτε;» επέμεινα.

 «Όχι δυστυχώς. Μόνο ότι κατέβαινε με ταχύτητα τη Λεωφόρο Κηφισίας. Καλύτερα να πάτε στο ΚΑΤ και μετά έρχεστε από δω για λεπτομέρειες που έχει αναλάβει το Ανακριτικό μας τμήμα».

Ψέλλισα ένα «ευχαριστώ», σηκώθηκα και άρχισα ασυναίσθητα να ντύνομαι, φορώντας πρόχειρα ό,τι έβρισκα μπροστά μου. Κατέβηκα, μπήκα στο αυτοκίνητο και ξεκίνησα για το ΚΑΤ. Άναψα τσιγάρο και προσπάθησα να βάλω τις σκέψεις μου σε μια σειρά.

Εύκολο ήταν; «Τι γίνεται τώρα;»

Στην αγωνία μου να φτάσω γρήγορα, πέρναγα τα φανάρια σαν να μην υπήρχαν, λίγο στις διασταυρώσεις έκοβα ταχύτητα. Τράβηξα την τελευταία ρουφηξιά του τσιγάρου την ώρα που πάρκαρα κοντά στην είσοδο του νοσοκομείου. Σχεδόν τρέχοντας κατευθύνθηκα προς το μέρος που μια πινακίδα έγραφε «Επείγοντα Περιστατικά». Την πρώτη άσπρη μπλούζα που συνάντησα, τη ρώτησα με αγωνία: «Μια κυρία από τροχαίο που σας έφεραν πριν λίγο, Δήμητρα Ανέστη τη λένε, πού βρίσκεται; Πώς είναι; Μπορώ να τη δω;»

«Ένα λεπτό, περιμένετε να ρωτήσω». Άνοιξε και μπήκε σε μια πόρτα που έλεγε «Απαγορεύεται η είσοδος σε επισκέπτες» και μετά από λίγο βγήκε.

«Αυτή τη στιγμή δεν μπορείτε να τη δείτε, γίνονται εξετάσεις, μετά θα πάει στο χειρουργείο. Η κατάστασή της φαίνεται ιδιαίτερα σοβαρή. Είστε συγγενής;»

 «Ο σύζυγός της».

 «Υπομονή, θα δούμε».

«Θα δούμε», τι «θα δούμε» και ποια «υπομονή;»

Παρηγοριά στη δυσκολία, ευχή περισσότερο μπας και γλιτώσουμε τα χειρότερα.

«Να ειδοποιήσω τα παιδιά», σκέφτηκα, μόλις σωριάστηκα σε έναν ξύλινο πάγκο στο διάδρομο των επειγόντων. Πρώτα το Μιχάλη; Και τι να πεις σε έναν αδιάφορο νέο που αυτή την ώρα θα μαστουριάζει με άλλα ρεμάλια σε κάποιο ξενυχτάδικο; Έτσι κι αλλιώς μόνο η πάρτη του τον ενδιαφέρει και το πώς θα καλοπεράσει στην πλαστή, εικονική ηδονή, των ουσιών και του αλκοόλ.

Ο Μιχάλης, το αγαπημένο παιδί της Δήμητρας. Όλα για το Μιχάλη, μη χαλάσουμε το χατίρι του παιδιού. «Μα δε βλέπεις ότι γίνεται ένας τσόγλανος του κερατά;» «Τι λες καλέ, αυτός είναι γεννημένος για μεγάλα πράγματα». Τον κάλεσα στο κινητό, χτύπησε, χτύπησε, τίποτα, απάντηση καμιά.

«Να πάρω το κορίτσι, την Αννούλα, όμως τέτοια ώρα πώς να την ξυπνήσω και τι να της πω; Καλύτερα να περιμένω».

«Να έβρισκα την Ελένη; Μπα, ας μάθω πρώτα κάτι περισσότερο και την παίρνω μετά».

Το μάτι μου έπεσε ένα όνομα πιο κάτω στην οθόνη του τηλεφώνου. Αντιγόνη, η πιστή και υπομονετική γραμματέας, ό,τι καλύτερο υπήρχε στο τέλμα της ζωής μου εδώ και πολύ καιρό. Η Αντιγόνη, είκοσι και βάλε χρόνια μικρότερή μου, έξυπνη, διακριτική, ευαίσθητη. Ο μόνος άνθρωπος ίσως που με καταλάβαινε, με ένιωθε, με στήριζε μ’ εκείνο τον τρόπο που μόνο οι βαθιά ερωτευμένες γυναίκες ξέρουν και μπορούν. Δεν είχαμε κάτι άλλο με την Αντιγόνη πέρα από την επαγγελματική μας σχέση. Ένας αιωρούμενος ερωτισμός που εκφραζόταν με κάποια αστεία, ακόμα και πειράγματα την ώρα της δουλειάς, σε καμιά περίπτωση δεν άφηνε περιθώρια για παρανοήσεις. Ήταν πάντα στα πλαίσια της χαλάρωσης στις δύσκολες στιγμές και τόνωσης της αυτοπεποίθησης, που είχαμε ανάγκη και οι δυο μας. Εγώ πάλευα με τις αναποδιές των τελευταίων χρόνων και η Αντιγόνη να ξεπεράσει τα κατάλοιπα από τους δυο μεγάλους έρωτες που είχαν λήξει άδοξα στη ζωή της, με το πούλημα κάθε αγνού αισθήματος που είχε καταθέσει σ’ αυτούς.

Χωρίς να το πολυσκεφτώ κάλεσα τον αριθμό της Αντιγόνης. Μια, δυο φορές, στο τρίτο χτύπημα το σήκωσε: «Ναι, κύριε Λευτέρη, τι συμβαίνει; Είστε καλά;»

«Καλά είμαι Αντιγόνη, συγγνώμη που σ’ ενοχλώ τέτοια ώρα, είχε ένα ατύχημα η Δήμητρα, βρίσκομαι στο ΚΑΤ και σκέφτηκα να σε πάρω».

 «Έρχομαι, πού ακριβώς είστε;»

 «Στο διάδρομο, εδώ στα επείγοντα, αλλά δεν είναι ανάγκη...»

 «Έρχομαι…»

Πνιγόμουνα στο λευκό διάδρομο, βγήκα έξω, κοίταξα ψηλά τα άστρα να τρεμοσβήνουν, κάποια να φωτίζουν περισσότερο, σαν εγωιστικά να θέλουν να ξεχωρίσουν από τα αμέτρητα άλλα.

«Το καταραμένο τηλέφωνο με αυτό τον αναθεματισμένο ήχο. Ως πότε η ζωή μου θα βαδίζει πέρα από τα θέλω μου, ως πότε θα την καθορίζουν αυτά που ακούγονται από την άλλη άκρη του τηλεφώνου που με καλεί;»

Πρώτη φορά τότε, Δεκέμβρης του 1978, στο Παρίσι που σπούδαζα εκείνο που πραγματικά ήθελα. Κινηματογράφο, σκηνοθεσία, αυτό που για χάρη του άφησα πίσω ανεκμετάλλευτο το πτυχίο χημείας του πανεπιστημίου αλλά και το σίγουρο επαγγελματικό μέλλον που ο πατέρας σχεδίαζε για μένα. Αγωνίστηκα πάνω από δυο χρόνια για να μπορέσω να φτάσω σε αξιόλογο επίπεδο σπουδών και το είχα καταφέρει.

Τότε λοιπόν και το πρώτο τηλεφώνημα, η μάνα στη γραμμή: «Λευτέρη μου, ο μπαμπάς κέρδισε το λαχείο, πολλά λεφτά, είμαστε πλούσιοι».

 «Μπράβο μαμά, ελπίζω τώρα να ησυχάσει, έρχομαι το Σάββατο, να μου τον φιλήσεις, θα τα πούμε από κοντά».

Προπαραμονή Χριστουγέννων και φτάνω στην Αθήνα. Η μητέρα μου με την Ελένη, την αδελφή μου, με περίμεναν στο αεροδρόμιο. Αγκαλιές, φιλιά, χαρές, τα πρώτα μας νέα. Πήραμε ταξί και μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι η μάνα δε σταμάτησε να μιλά και η Ελένη να μου χαϊδεύει απαλά το χέρι και να με κοιτά λες και ήθελε να με χορτάσει. Η Ελένη, αυτό το τρυφερό πλάσμα που θα έκανα για χάρη του τα πάντα. Ο πατέρας ήρθε δυο ώρες μετά με πλατύ χαμόγελο σαν νικητής, σαν να είχε ξεχάσει, να είχε αφήσει πίσω όλα τα προβλήματα, τα άγχη, όσα τον βασάνιζαν χρόνια. Λες και πέτυχε αυτό που ονειρευόταν πάντα. Να ανέβει ένα ακόμα σκαλί στην κλίμακα της οικονομικής καταξίωσης.

Στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 είχε πάρει την απόφαση, αν και αρκετά μεγάλος με πατημένα για τα καλά τα σαράντα, να ξεκινήσει δική του δουλειά στην Αθήνα και να αφήσει πίσω του τη μικρή πόλη και τους αγρότες γονείς του. Μέχρι τότε δούλευε σε μαγαζί-μάντρα με οικοδομικά υλικά. Βλέποντας μέλλον στην οικοδομή, μάζεψε ό,τι οικονομίες είχε, πούλησε και ένα μικρό κτηματάκι και έτσι βρεθήκαμε στην Αθήνα. Με δεκαπεντάωρα δουλειάς και λίγη ξεκούραση έκανε προκοπή και κατάφερε να γίνει δημιουργός και αφεντικό μιας μικρής βιοτεχνίας χρωμάτων, που απασχολούσε δώδεκα ως δεκαπέντε άτομα με καλές αμοιβές για όλους.

Πετυχημένος, λοιπόν, ο πατέρας με τη δική του καλή δουλειά, αξιοπρεπή ζωή, όμορφη οικογένεια και αξιόλογα παιδιά. Ήρθανε και τα λεφτά του λαχείου…

Καθίσαμε να φάμε, η μάνα είχε φτιάξει κόκορα με χυλοπίτες, να περιποιηθεί το γιόκα της που ήρθε από τα ξένα. Η κουβέντα όπως την περίμενα.

 «Λοιπόν αγόρι μου, τώρα που μας βοήθησε ο Θεός και μας έπεσε το λαχείο, πρέπει να εκμεταλλευτούμε την κατάσταση, να επιστρέψεις αμέσως, να μεγαλώσουμε την επιχείρηση και να εξασφαλίσουμε το μέλλον, το δικό σου και της Ελένης».

 «Βρε, πατέρα, ρώτα με πρώτα πώς περνάω στο Παρίσι και πώς πάνε οι σπουδές μου», προσπάθησα να αποφύγω την ένταση από την αρχή.

«Ε, καλά τα πας, σε ξέρω, όμορφα είναι αυτά για τη νιότη, όμως εδώ είναι τα καλύτερα».

«Πατέρα, μην αρχίζεις, σε παρακαλώ. Είμαι εκεί που μου αρέσει, κάνω αυτό που μου αρέσει και δεν πρόκειται να το εγκαταλείψω. Είναι πλέον σκοπός ζωής για μένα. Όσο για την Ελένη, νομίζω ότι θέλει να γίνει γιατρός και δεν έχει κανένα λόγο ν’ αλλάξει την απόφασή της».

 «Καταλαβαίνω, αγόρι μου, μα πρέπει να καταλάβεις και συ. Οι ευκαιρίες στη ζωή είναι λίγες και όταν σου τύχουν, τις αρπάζεις και προχωράς».

 «Συμφωνώ πατέρα, όμως το θέμα είναι τι ο καθένας θεωρεί τύχη και τι ευκαιρία ζωής».

 «Άκου, Λευτέρη, ξέρω ότι έχεις τις απόψεις σου, ότι προβληματίζεσαι για πολλά πράγματα και καλά κάνεις σαν νέος. Όμως η ζωή είναι σκληρή, αδυσώπητη, αγόρι μου. Σε παίρνει από κάτω, "φαλάγγι" χωρίς να το καταλάβεις. Λίγο λάσκα να της αφήσεις, σε εξαφανίζει».

 «Αυτό, ρε πατέρα, δεν αντέχω, δεν ανέχομαι. Αυτό όσο μπορώ πολεμάω, και όχι μόνο για μένα, αλλά και για όλους αυτούς που δεν μπορούν, που η ζωή, οι συνθήκες, δεν τους δίνουν τις ίδιες ευκαιρίες, χωρίς να νιώθω ότι κάνω κάτι ξεχωριστό».

 «Θεωρίες παιδί μου. Τα πράγματα είναι απλά. Ή πας με τους νικητές ή χάνεσαι στα αδιέξοδα της όποιας ιδεολογίας και των αναζητήσεων του ανέφικτου».

 «Μπορεί να έχεις και δίκιο πατέρα, μα κάθε φορά κάποιοι τραβάνε το κάρο, πάνε κόντρα, απέναντι στα πρέπει. Αλίμονο αν όλοι ακολουθούν αδιαμαρτύρητα τις επιταγές των ισχυρών που νοιάζονται μόνο για τα συμφέροντά τους. Έτσι άλλωστε προχωρά η ζωή».

 «Εσύ, βρε γιε μου, θα σώσεις τον κόσμο; Να, δε βλέπεις τι έγινε μετά τη Χούντα; Οι περισσότεροι που βρίσκονταν στην πρωτοπορία των αγώνων, που πάλευαν για εκδημοκρατισμό, για αξιοκρατία και δικαιοσύνη, είναι αυτοί που έτρεξαν να πιάσουν πρώτοι θέση στα κόμματα. Για την εξουσία όλα, αυτοί κυριάρχησαν και θα κάνουν τα κουμάντα και ψεύτης να βγω, πολλά θα ξεχάσουν».

 «Πατέρα, κι εσύ ξέρεις και εγώ ξέρω, ας μην την πάμε εκεί τη συζήτηση. Το θέμα μας είναι ότι εσύ θέλεις να σταματήσω τις σπουδές μου στο Παρίσι και να επιστρέψω να δουλέψω στη βιοτεχνία, την οποία προφανώς σκέφτεσαι να μεγαλώσεις με τα λεφτά του λαχείου, ενώ εγώ έχω άλλα σχέδια για το μέλλον μου».

 «Ακριβώς, τώρα που μας έπεσαν και αυτά τα χρήματα από τον ουρανό, ευκαιρία είναι να λύσουμε όλα μας τα προβλήματα, να κάνουμε τη ζωή μας καλύτερη».

 «Λοιπόν, να τελειώνουμε, δεν έχω κανένα πρόβλημα με την επιλογή μου. Είμαι ευτυχισμένος που κάνω αυτό που θέλω σε ένα περιβάλλον πολιτισμένο, που μου δίνει όλες τις δυνατότητες να αξιοποιήσω το ταλέντο μου και να το πάω ως εκεί που μπορεί να φτάσει. Αυτό δεν το αλλάζω με τίποτα, με όποιο αντάλλαγμα».

«Θεωρείς λοιπόν ότι αυτό που σπουδάζεις, σκηνοθεσία, είναι τόσο σημαντικό που μπορεί να καλύψει τις φιλοδοξίες σου; Σημαντικότερο από το ότι ήδη έχεις πάρει ένα πτυχίο Χημείας και μπροστά σου βρίσκεται μια χειροπιαστή δουλειά που μπορεί να σε κάνει μεγάλο και τρανό;»

 «Ναι, πατέρα, το επαναλαμβάνω για τελευταία φορά. Οι μπίζνες που εσύ φαντάζεσαι για μένα πως είναι ό,τι καλύτερο, με αφήνουν αδιάφορο. Η σκέψη μου, ακόμα και τώρα, είναι στους χώρους της δημιουργίας, της μάθησης, της έκφρασης, εκεί βρίσκεται το οξυγόνο που μου δίνει ζωή, νόημα και επιθυμία να υπάρχω και αύριο».

 «Λυπάμαι, παιδί μου, δεν έχουμε κανένα κοινό σημείο στο πώς βλέπουμε τα πράγματα. Ειλικρινά, εύχομαι να έχεις δίκιο και εγώ άδικο. Θα προχωρήσω, όμως, γιατί πιστεύω ότι εγώ έχω δίκιο. Άλλωστε για μένα αυτό σημαίνει δημιουργία. Αν αλλάξεις γνώμη, θα με βρεις εδώ να σε περιμένω, η επιστροφή σου θα είναι η μεγαλύτερη χαρά μου».

Δάκρυ δεν έτρεξε, κάτι σαν κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του.

 «Πατέρα, θέλω να ξέρεις ότι σε αγαπώ γιατί είσαι αυθεντικός, όπως προσπαθώ να είμαι κι εγώ, γιατί είσαι αγωνιστής και γιατί είσαι τίμιος, που είναι ίσως, το μεγαλύτερο προσόν σου. Αν και δεν ξέρω πώς μπορεί να σε βοηθήσει στα σχέδια που ετοιμάζεις. Σε σέβομαι και είμαι υπερήφανος που είσαι ο πατέρας μου».

Αγκαλιαστήκαμε και μέχρι να φύγω, μετά από μια βδομάδα, δεν κάναμε καμιά άλλη συζήτηση για το θέμα. Στις συναντήσεις μας λέγαμε μόνο αυτά που συνηθίζονται τις γιορτινές ημέρες, όταν μαζεύεται η οικογένεια, αυτά που απαιτούν υποχρεωτικά καλή διάθεση «λόγω των ημερών».

Με την Ελένη, την αδελφούλα μου, κουβεντιάσαμε πολύ. Δεν είχαμε βλέπεις συχνά την ευκαιρία να τα λέμε και ήταν πολλά αυτά που θέλαμε να πούμε. Μου εκμυστηρεύτηκε ένα μικρό φλερτ, την πίεση και το άγχος της για τις εξετάσεις και το πόσο πολύ ήθελε να πετύχει στην Ιατρική. Της έδωσα κουράγιο και συμβουλές για να έχει καλύτερη απόδοση στο διάβασμα, την εμψύχωσα με την πίστη μου γι’ αυτήν και τη σιγουριά μου ότι θα πετύχαινε το στόχο της.

Φυσικά, δεν υπήρχε περίπτωση να γλυτώσω και από το καλόπιασμα της μάνας.

«Βρε Λευτέρη μου, βρε αγόρι μου, άκου τον πατέρα σου, αυτός ξέρει καλύτερα από τη ζωή. Εντάξει, κάτσε λίγο ακόμη εκεί και έλα να αναλάβεις σιγά σιγά τη δουλειά εδώ. Ποιος είναι ο προορισμός του ανθρώπου, γιε μου; Να προκόψει, να γίνει καλός άνθρωπος, να κάνει οικογένεια και να είναι χρήσιμος στην κοινωνία».

Θεώρησα μάταιο να ανοίξω συζήτηση με τη μητέρα μου, για το ποιος είναι ο προορισμός του ανθρώπου και ποιος τον καθορίζει, πολύ περισσότερο το δικό μου. Θα μπαίναμε σε βαθιά νερά και δεν είχα διάθεση και πρόθεση να της αμφισβητήσω τα πιστεύω της ζωής της. Την ευχαρίστησα για την αγάπη της, της είπα πόσο πολύ την έχω ανάγκη και την καθησύχασα πως όλα τα σκέφτομαι, αλλά γι’ αργότερα.

Μέτραγα τις ημέρες μέχρι να ξαναγυρίσω στο Παρίσι. Δε με κρατούσε τίποτα εδώ. Η αγάπη για την οικογένεια και τους λίγους πραγματικούς φίλους, δεν έφτανε. Όταν έφυγα για το Παρίσι, αποφάσισα να αφήσω πίσω όσα είχαν συμβεί μέχρι τότε στη ζωή μου και την είχαν χαράξει, όσα με είχαν σημαδέψει. Ήθελα να τα κρατήσω μόνο σαν εμπειρίες, σαν καταστάλαγμα γνώσης. Αισθήματα και συναισθήματα, όμορφες και κακές στιγμές, να μείνουν για πάντα αναμνήσεις. Ήθελα να προχωρήσω χωρίς να με βαραίνει κάτι από το παρελθόν. Και το κατάφερνα μέχρι τότε, έβαζα εγώ τους κανόνες. Η ζωή όμως, αποφασίζει διαφορετικά, δεν έχει κανόνες και αυτό θα το διαπίστωνα σύντομα, όπως και το πόσο ευάλωτος ήμουν.

 

Το μαντάτο...

 

Ι

ούνιος πια του 1979 στο Παρίσι και το τηλέφωνο χτύπησε πάλι μ’ εκείνο τον αναθεματισμένο γνωστό ήχο. Σφυριά στο κεφάλι το ένιωσα μέσα στον ύπνο μου. Νόμισα ότι ήταν το αλκοόλ που είχα πιει με τους φίλους το βράδυ. Σηκώθηκα από το κρεβάτι, προχώρησα παραπατώντας μέχρι το τραπέζι που βρισκόταν το τηλέφωνο και σήκωσα το ακουστικό.

 «Λευτέρη μου, αγόρι μου, συμφορά που μας βρήκε! Δε θέλω να σε στεναχωρήσω παιδί μου, αλλά ο μπαμπάς έπαθε έμφραγμα και είναι στο Ιπποκράτειο Νοσοκομείο».

 «Τι λες, βρε μάνα; Πώς; Είναι βαριά; Τι λένε οι γιατροί;»

 «Δεν ξέρω παιδί μου, μας τα μασάνε. Είναι λέει βαριά, αλλά πρέπει να περάσουν κάποιες ημέρες κι αν δεν έχουμε άλλο συμβάν, ελπίζουν».

 «Η Ελένη τι κάνει;»

 «Τι να κάνει, τη βρήκε το κακό μέσα στις εξετάσεις».

 «Ο πατέρας μπορεί και μιλάει; Φίλησέ τον και πες του ότι έρχομαι».

 «Έλα, γιε μου, όσο πιο γρήγορα μπορείς».

Την άλλη μέρα το μεσημέρι ήμουνα στην Αθήνα. Πήρα ταξί από το αεροδρόμιο και κατευθείαν πήγα στο Ιπποκράτειο. Μπαίνοντας στο θάλαμο, αντίκρισα τον πατέρα μου κάτωχρο, με μάσκα οξυγόνου και ηλεκτρόδια σε όλο το στήθος. Είχε τα μάτια κλειστά, βαριανάσαινε, το μόνιτορ δίπλα του έδειχνε τους αδύναμους χτύπους της καρδιάς. Ένας ορός κρεμόταν από την άλλη μεριά του κρεβατιού. Ο γιατρός που συνάντησα πριν μπω στο θάλαμο, μου είχε συστήσει να μην επιμείνω αν ο πατέρας μου δεν μπορούσε να επικοινωνήσει και να μην τον κουράσω, ούτε φυσικά να τον συγκινήσω. Πήρα ένα σκαμπό και κάθισα δίπλα στο κρεβάτι του, ακούμπησα μαλακά την παλάμη μου στο χέρι που κατέβαινε ο ορός, το χάιδεψα με τον αντίχειρα.

 «Πατέρα ήρθα, είμαι εδώ, όλα θα πάνε καλά, μη σκέφτεσαι τίποτα».

Μισάνοιξε τα μάτια του, έκανε ένα μορφασμό ικανοποίησης και αμέσως μετά ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του μια εικόνα σαν να έδειχνε, σαν να ήθελε να μου πει «Δε θα τα καταφέρω». Μπόρεσε να αρθρώσει ένα «Ήρθες παιδί μου, σε περίμενα», ψιθύρισε ένα «να προσέχεις», με κόπο συμπλήρωσε «τη μαμά και την Ελένη» και ξανάκλεισε τα μάτια.

Έμεινα κανα τέταρτο, τον παρατηρούσα να δυσκολεύεται στην αναπνοή, οι συνεχείς συσπάσεις στο σώμα του έδειχναν ότι υπέφερε. Όλα μαρτυρούσαν την κακή κατάσταση που βρισκόταν. Βγήκα, άφησα τη μητέρα με τις ερωτήσεις «Πώς τον είδες αγόρι μου; Σου μίλησε;» και κατευθύνθηκα στο γραφείο των γιατρών που παρακολουθούσαν τον πατέρα μου. Ζήτησα τον υπεύθυνο κι ο διευθυντής της κλινικής, αφού μου συστήθηκε, μου είπε ευγενικά να καθίσω σε μια καρέκλα μπροστά στο γραφείο του. Πριν προλάβω να ρωτήσω οτιδήποτε ο γιατρός άρχισε να μου εξηγεί τι ακριβώς είχε συμβεί, το πόσο μεγάλη ήταν η ζημιά που είχε γίνει στην καρδιά, την αντιμετώπιση, τις πιθανότητες και τη συνήθη εξέλιξη τέτοιων περιστατικών. Χωρίς να αποκλείει να ξεπεραστεί η βαριά κατάσταση, η αισιοδοξία του ήταν περιορισμένη. Έδωσε ένα σαρανταοκτάωρο σαν μέτρο για καλυτέρευση, εκτός αν εν τω μεταξύ ερχόταν ένα νέο έμφραγμα, που μάλλον θα ήταν και το μοιραίο.

Και δυστυχώς ήταν. Τη νύχτα ο πατέρας έφυγε.

Καθυστερήσαμε την κηδεία για δυο μέρες, μέχρι να τελειώσει τις εξετάσεις η Ελένη. Προσπάθησα τις δυο μέρες αυτές να απαλύνω τον πόνο της και συγχρόνως να της δώσω κουράγιο, να γράψει όσο καλύτερα μπορούσε. Κάτι τα διαδικαστικά, κάτι να παρηγορήσω τη μητέρα, να πάω να δω και τι γίνεται στην εταιρεία, ούτε που πρόλαβα, όχι μόνο να κλάψω τον πατέρα αλλά και ούτε να καταλάβω πώς βρέθηκα ξαφνικά στη μέση του πελάγους χωρίς εφόδια και πουθενά στεριά.

Η κηδεία έγινε στο νεκροταφείο Ζωγράφου. Εκεί ήθελε η μητέρα μου, να τον έχει κοντά, για να πηγαίνει να του ανάβει το καντήλι. Γυρίσαμε στο σπίτι, μαζί μας ήρθε κι ο θείος μου, ο αδελφός του πατέρα, με τη γυναίκα και την κόρη του, την ξαδερφούλα μου τη Μαρία. Ο θείος δεν ακολούθησε τον πατέρα μου όταν εκείνος έφυγε για την Αθήνα. Προτίμησε να μείνει στον τόπο που γεννήθηκαν και να συνεχίσει τη ζωή του καλλιεργώντας τα κτήματα που βρίσκονταν λίγο έξω από την πόλη, όπως ο πατέρας κι ο παππούς τους. Πορτοκάλια κυρίως και ελιές, λίγα κηπευτικά, μια μικρή βάρκα για τα παραγάδια τα Σαββατοκύριακα σαν απασχόληση αλλά και για το φρέσκο ψάρι στο τραπέζι. Αυτή ήταν η ζωή του και οι δυσκολίες ανταμείβονταν από την ηρεμία που απλόχερα δίνει η φύση, σε όσους παίρνουν την απόφαση να ζήσουν κοντά της.

 «Αγόρι μου, ξέρω είναι νωρίς για τέτοια, όμως τι σκέφτεσαι; Πώς θα αντιμετωπίσεις τα προβλήματα; Οι υποχρεώσεις τρέχουν και εγώ δυστυχώς δεν μπορώ να βοηθήσω, δεν έχω ιδέα από επιχειρήσεις, ό,τι διαβάζω στις εφημερίδες και ακούω στο καφενείο. Όπως ξέρεις, είχαμε πολύ καλές σχέσεις με το πατέρα σου, όμως δεν ανακατευόμαστε ο ένας στις δουλειές του άλλου, ένα μικρό κομπόδεμα για ώρα ανάγκης που υπάρχει, είναι στη διάθεσή σου, δεν μπορώ να προσφέρω κάτι άλλο. Είναι και η μάνα σου, η αδελφή σου... κι εσύ παιδί μου, τι θα κάνεις; Άσχημη ώρα βρήκε να φύγει...», ξέσπασε σε λυγμούς.

Τον άφησα για λίγο να ξεθυμάνει. Φορτισμένες οι στιγμές.

 «Θείε, έχε μου εμπιστοσύνη, ξέρω ότι έχω πολύ ανήφορο μπροστά μου και μεγάλο φορτίο».

 «Σε νιώθω, μια συμβουλή έχω μόνο να σου δώσω παιδί μου, να ζυγίζεις δυο και τρεις φορές τα πράγματα, γιατί είσαι νέος και δεν έχεις εμπειρίες, να αποφασίζεις μετά και τη δεύτερη σκέψη και να μην εγκαταλείψεις τη μάνα σου και την αδελφή σου».

 «Θα κάνω ό,τι πρέπει θείε, αυτό είναι υπόσχεση και σε σένα αλλά και προς τον πατέρα, θα τιμήσω όσο καλύτερα μπορώ τη μνήμη του».

Έφυγαν το ίδιο βράδυ, μείναμε οι τρεις μας, η μάνα, η Ελένη κι εγώ. Προσπάθησα κάτι να τους πω, όμως τα έκανα μαντάρα, έτσι προφασίστηκα ότι νύσταζα και πήγα στο δωμάτιο μου. Έπεσα στο κρεβάτι, αλλά παρά την κούραση, πού να με πάρει ο ύπνος, σκόρπιες σκέψεις να μπαινοβγαίνουν στο ζαλισμένο μου κεφάλι. Πώς να τις βάλεις σε τάξη, από πού ν’ αρχίσεις και πού να τελειώσεις, όλα πάνω μου και όλα μπερδεμένα. Το μόνο ξεκάθαρο ήταν ότι το μέλλον της επιχείρησης θα καθόριζε και το δικό μας μέλλον.

Για την επιχείρηση γνώριζα ελάχιστα, τελευταία φορά που είχαμε μιλήσει γι’ αυτήν με τον πατέρα, ήταν το Πάσχα. Είχα έρθει στην Αθήνα για λίγες ημέρες και με πήγε τότε με υπερηφάνεια να μου δείξει το εργοστάσιο, έχοντας και την κρυφή ελπίδα ν’ αλλάξω γνώμη και να γυρίσω πίσω. Τότε μου είπε για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε και το δάνειο που είχε αναγκαστεί να πάρει. Μετά τα Χριστούγεννα, με το που άλλαξε ο χρόνος, είχε βάλει μπρος τα σχέδια του. Η βιοτεχνία που στεγαζόταν για χρόνια στον Ταύρο, μεταφέρθηκε στην Εθνική οδό Αθηνών-Λαμίας στο ύψος της Μεταμόρφωσης, σε ένα παλιό μικρό εργοστάσιο που αγόρασε. Στο νέο χώρο χρειάστηκε να γίνουν μετατροπές και ριζική ανακαίνιση. Για ένα δίμηνο τα συνεργεία δούλευαν μέρα νύχτα, το διάστημα αυτό έφτασαν από την Ιταλία και τα καινούργια μηχανήματα που ήταν απαραίτητα για να λειτουργήσει και δεύτερη μονάδα παραγωγής. Προσέλαβε δώδεκα άτομα ακόμη για να στελεχώσουν το νέο οργανόγραμμα και αγόρασε όλο τον αναγκαίο εξοπλισμό, από γραφεία και καρέκλες, μέχρι αυτοκίνητα και συστήματα εξαερισμού. Έτσι, καθώς το ένα φέρνει το άλλο, η μια ανάγκη πρόσθεσε και μια άλλη και όταν τα λεφτά είναι μεν πολλά, αλλά συγκεκριμένα και όχι ατέλειωτα, το κόστος αυτής της συνολικής αναβάθμισης, έφτασε περίπου στα διπλά απ’ αυτά που είχε κερδίσει στο λαχείο και είχε διαθέσιμα. Οι τράπεζες εύκολα τον δάνεισαν, αλλά πιάστηκε, θέλοντας και μη, στη μέγγενη του χρέους. Με υποθηκευμένη πια όλη την περιουσία του, είχε από τη μια να οργανώσει τη δουλειά στη νέα εταιρεία και από την άλλη να ετοιμαστεί για το μεγαλύτερο ανταγωνισμό που είχε ν’ αντιμετωπίσει. Το άγχος τον κυρίευσε. Μπορεί το όλο εγχείρημα να τον ικανοποιούσε, το βάρος όμως από τις υποχρεώσεις που γεννιόντουσαν κάθε στιγμή ήταν ασήκωτο για τους ώμους του.

Το πρωί ξύπνησα νωρίς, ήπια έναν καφέ και μισό ποτήρι γάλα, έφαγα μια φρυγανιά με βούτυρο και λίγο μέλι, πήρα το Opel Kadett του πατέρα και ξεκίνησα για τη Μεταμόρφωση. Οδηγώντας και μέχρι να φτάσω, αναρωτιόμουνα τι με περιμένει εκεί. Αισθανόμουνα περίεργα, αγωνία και αισιοδοξία μαζί. Όταν έφτασα, όποιος με συναντούσε με καλημέριζε, έλεγε μια καλή κουβέντα και το πόσο στεναχωρήθηκε για τον πατέρα και μου ευχόταν καλή δύναμη. Ανέβηκα στο γραφείο του, κάθισα στην καρέκλα του, δεξιά και αριστερά οι φωτογραφίες της μάνας, της χαμογελαστής Ελένης και η δική μου από την ορκωμοσία στο πανεπιστήμιο, με το πτυχίο της Χημείας στα χέρια.

«Α, ρε πατέρα...» μονολόγησα, την ώρα που χτύπησε την πόρτα και μπήκε ο Παναγιώτης.

Ο Παναγιώτης, τριαντάρης, έξυπνος, ικανός, έμπιστος, το δεξί χέρι του πατέρα, ο άνθρωπος που γνώριζε τα πάντα στην εταιρεία. Δεν είχε τελειώσει πανεπιστήμιο, μια τεχνική σχολή μόνο, τον είχε προσλάβει ο πατέρας πριν δυο χρόνια και από την αρχή του έδειξε απόλυτη εμπιστοσύνη. Ο Παναγιώτης την ανταπέδιδε με την αφοσίωση και τη δουλειά του. Τον είχα δει τρεις φορές όλες κι όλες μέχρι τότε και μου είχε κάνει καλή εντύπωση. Φαινόταν ήρεμος και μετρημένος.

 «Παναγιώτη, ξέρω την εμπιστοσύνη που σου είχε ο πατέρας μου και πόσο εκτιμούσε τις ικανότητες σου. Αυτές, μαζί με τη γνώση της δουλειάς που έχεις, θα χρειαστούν όσο τίποτα αυτή τη δύσκολη στιγμή. Θέλω να με ενημερώσεις με λεπτομέρειες για το τι συμβαίνει στην εταιρεία, τι εκκρεμότητες έχουμε, για την παραγωγή και το προσωπικό. Να μεταφέρεις σε όλους ότι δεν αλλάζει τίποτα στη δουλειά τους και ότι πρέπει να προσπαθήσουν λίγο παραπάνω, όσο τουλάχιστον θα χρειαστεί για να ισορροπήσουμε στη νέα κατάσταση».

 «Εντάξει, κύριε Λευτέρη, να είστε σίγουρος ότι όλοι θα κάνουν αυτό που πρέπει. Όποτε θέλετε αρχίζουμε την ενημέρωση».

 «Άκου, Παναγιώτη, όταν είμαστε οι δυο μας θα ήθελα να μιλάμε στον ενικό, φυσικά χωρίς το "κύριε", δε μου αρέσουν οι τυπικότητες. Μπροστά βέβαια στους άλλους θα πρέπει να κρατάμε το πρωτόκολλο».

Τι είπα, θε’ μου; «Να κρατάμε το πρωτόκολλο;» Εγώ; Ανώφελο να το διορθώσω, είχε ήδη αρχίσει η υποχώρηση, τα μικρά βήματα προς τα πίσω.

«Ξεκινάμε αμέσως, φέρε τα χαρτιά σου, ό,τι νομίζεις πως πρέπει να μου δείξεις, παράγγειλε και καφέδες γιατί προβλέπω μεγάλη τη μέρα, μη σου πω και τη νύχτα».

 «Έγινε, Λευτέρη, κάνε χώρο πάνω στο γραφείο μέχρι να επιστρέψω».

Ο Παναγιώτης γύρισε σε λίγη ώρα φέρνοντας ένα μεγάλο πακέτο με χαρτιά και φακέλους. Ξεκινήσαμε αμέσως τη δουλειά. Στην αρχή εύκολα παρακολουθούσα αυτά που έλεγε και μου έδειχνε σε κάποιο χαρτί. Όσο όμως πέρναγε η ώρα και μπαίναμε όλο και πιο βαθιά στις λεπτομέρειες, δυσκολευόμουνα να τον παρακολουθήσω. Πριν εξαντλήσουμε το ένα θέμα, πριν προλάβω να το ξεκαθαρίσω στο μυαλό μου, ερχόταν το επόμενο. Οικονομική κατάσταση, τράπεζες και δάνεια, εργαζόμενοι, προμηθευτές, πελάτες, προϊόντα, ανταγωνισμός, υποχρεώσεις. Πράγματα τελείως άγνωστα σε μένα μέχρι τότε. Αργά το βράδυ γυρίζοντας στο σπίτι είχα συγκρατήσει τη συνεργασία με δύο τράπεζες, τους εικοσιπέντε εργαζόμενους στην επιχείρηση, τα προβλήματα με κάποιους πελάτες, τις δυσκολίες που είχαμε με δυο προμηθευτές, το ότι έπρεπε ν’ αλλάξουμε χρωματολόγιο και να ξεκινήσει η λειτουργία της δεύτερης μονάδας παραγωγής που είχε καθυστερήσει, πως χρειαζόταν επιθετική πολιτική για επέκταση στην αγορά της λιανικής, τη συνάντηση που έπρεπε να κάνω με τους τρεις μεγάλους πελάτες μας που απορροφούσαν σχεδόν τη μισή μας παραγωγή, ότι έπρεπε να σφίξουμε τις πιστώσεις γιατί συνεχώς αύξανε το άνοιγμα και τα φέσια και να κοιτάξω ένα γράμμα που είχε έρθει από την Αυστρία. Τα υπόλοιπα τα είχα ξεχάσει.

Η μητέρα με περίμενε με μάτια κατακόκκινα, ήταν φανερό ότι είχε πλαντάξει στο κλάμα.

 «Τι έκανες παιδί μου μέχρι τέτοια ώρα; Δεν πρέπει να κουράζεσαι, σε άκουσα αγχωμένο το μεσημέρι που μιλήσαμε στο τηλέφωνο».

 «Μάνα, έχουμε πολλά ανοιχτά θέματα και προβλήματα που πρέπει άμεσα να λυθούν. Δεν έχω πολύ χρόνο, από παντού υπάρχει πίεση, πρέπει να πάρω γρήγορα αποφάσεις που αφορούν το μέλλον όλων μας».

Ήταν η πρώτη φορά που μιλούσα τόσο κοφτά και απόλυτα στη μητέρα μου.

 «Όπως καταλαβαίνεις, πέρα από το ότι δεν ξέρω σχεδόν τίποτα από τη δουλειά του πατέρα και την επιχείρηση, έχω ν’ αντιμετωπίσω και τις δικές μου υποχρεώσεις, άσε το πώς θα βρούμε άκρη με τα χρωστούμενα. Γι’ αυτό σε παρακαλώ, σταμάτα να κλαις. Εκτός από το κακό που κάνεις στον εαυτό σου και την Ελένη, πρέπει να είσαι δυνατή ώστε να βοηθήσεις όσο και όπως μπορείς να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες».

 «Θα κάνω ό,τι μου πεις αγόρι μου, μόνο που κι εγώ γνωρίζω ελάχιστα για την επιχείρηση. Ο πατέρας σου δε μου έλεγε και πολλά για τη δουλειά του, δεν ήθελε να με φορτώνει με τις σκοτούρες του».

 «Εντάξει μάνα, εγώ το πρωί θα πάω στις τράπεζες, να δω πώς έχει η κατάσταση με το δάνειο και να μου πουν τι ακριβώς τους χρωστάμε. Από τις απαντήσεις τους θα εξαρτηθεί και το πώς θα προχωρήσω παραπέρα».

Το πρωινό στις τράπεζες ξεκίνησε από την Εθνική, με την οποία είχαμε και τις περισσότερες δοσοληψίες. Ο διευθυντής του καταστήματος, αφού έγιναν οι συστάσεις και κάθισα αναπαυτικά σε μια πολυθρόνα, φώναξε έναν υπάλληλο και του ζήτησε να φέρει τους σχετικούς φακέλους που αφορούσαν την εταιρεία μας. Με ρώτησε αν ήθελα καφέ και άρχισε να μιλάει, μόνο που εγώ ελάχιστα καταλάβαινα απ’ αυτά που έλεγε. Γραμμάτια, επιταγές, συναλλαγματικές, πλαφόν, χρεώσεις, πιστώσεις, προφόρμες, συνάλλαγμα, ισοτιμίες, επιτόκια και ένα σωρό άλλα που ούτε τι σημαίνει το καθένα δεν ήξερα, πόσο μάλλον το πώς αυτά επηρεάζουν την εταιρεία. Κάποια στιγμή ήρθε κι ο υπάλληλος κρατώντας κάτι ογκώδεις μπλε φακέλους, που μόλις τους είδα τρόμαξα. Τελικά, επειδή κατάλαβα ότι ήταν αδύνατο να αποκτήσω πλήρη εικόνα από τα λεγόμενα του διευθυντή και το αμέτρητο χαρτομάνι, τον παρακάλεσα να μου γράψουν σε μια κατάσταση, τα συνολικά νούμερα από τις διάφορες συναλλαγές με προμηθευτές και πελάτες και τις υποχρεώσεις μας από το δάνειο και όποιες άλλες οφειλές είχαμε. Του ζήτησα να είναι έτοιμα την επομένη για να στείλω κάποιον υπάλληλο της εταιρείας να τα παραλάβει. Τον ευχαρίστησα και έφυγα για το δεύτερο προορισμό της ημέρας, που ήταν η Εμπορική Τράπεζα. Η επίσκεψη στην Εμπορική εξελίχθηκε όπως περίπου και στην Εθνική. Ζήτησα κι εκεί να μου ετοιμάσουν τα ίδια στοιχεία και πήρα το δρόμο για το εργοστάσιο, κουβαλώντας το βάρος από τα κάμποσα εκατομμύρια των δανείων, τα οποία μάλιστα ήδη είχαν αρχίσει να αυξάνονται λόγω δυστοκίας στην αποπληρωμή τους.

Ο Παναγιώτης ήταν στο γραφείο του. Του έκανα νόημα να έρθει στο δικό μου.

 «Έρχομαι από τις τράπεζες, μου έκαναν μια γενική ενημέρωση αλλά με τόσα πολλά και διαφορετικά οικονομικά στοιχεία, θα έλεγα πως άκρη δε βρήκα. Τους ζήτησα λοιπόν να ετοιμάσουν μια κατάσταση με όλες τις δοσοληψίες που έχουμε μαζί τους, για να κάνουμε αντιπαραβολή με τα δικά μας στοιχεία από το λογιστήριο. Επομένως, αύριο το μεσημέρι, στέλνεις κάποιον ή καλύτερα πηγαίνεις εσύ σε Εθνική και Εμπορική, παίρνεις τα στοιχεία που θα σου δώσουν και μέχρι αύριο το βράδυ, αν είναι δυνατόν, μου ετοιμάζεις μια έκθεση για το πού βρίσκεται οικονομικά η εταιρεία. Δε χρειάζεται να πούμε πως και η παραμικρή λεπτομέρεια έχει τη σημασία της και πως δεν υπάρχουν περιθώρια για λάθη. Αυτά για το οικονομικό κομμάτι. Έχουμε το εμπορικό και αυτό της παραγωγής. Από ποιο λες ν’ αρχίσουμε πρώτα;»

 «Η λογική σειρά είναι το εμπορικό, αλλά πριν από οτιδήποτε άλλο, άσε με να σου εκφράσω το θαυμασμό μου για τα γρήγορα αντανακλαστικά και τη θέληση που δείχνεις να λύσεις θέματα, που ακόμα και προχτές ούτε ήξερες ότι υπήρχαν».

«Παναγιώτη, αυτά άστα για μετά, ας ξεφύγουμε πρώτα από τη δύσκολη κατάσταση που βρισκόμαστε και τότε να τα πιούμε κανα βράδυ και να τα πούμε. Φέρε τώρα να δούμε πελάτες και προμηθευτές».

 «Έγινε "μπος", θα τα καταφέρουμε».

 «Τι θα καταφέρουμε;» αναρωτήθηκα όταν έφυγε ο Παναγιώτης. Μέσες άκρες, η κατάσταση είχε ως εξής:

Εγώ έπρεπε να ήμουν στο Παρίσι. Στις σπουδές μου και στην πρώτη μου επαγγελματική απόπειρα. Βοηθός σκηνοθέτη στην προετοιμασία για το ανέβασμα του «Ρινόκερου» του Ιονέσκο σε θεατρική σκηνή του Παρισιού για το φθινόπωρο. Στο κορίτσι μου, τη Νικόλ. Αντί λοιπόν να είμαι εκεί, βρίσκομαι σε ένα γραφείο εργοστασίου στη Μεταμόρφωση, με εκατοντάδες φακέλους γύρω μου, με υποχρεώσεις που μου φορτώθηκαν και ούτε ξέρω πόσες και ποιες είναι, με έναν κόσμο άγνωστο να με περιβάλλει, με ανθρώπους που περιμένουν από μένα να τους πω τι θα κάνουν, με τη μητέρα και την αδελφή μου γαντζωμένες πάνω μου, με τον κίνδυνο της οικονομικής κατάρρευσης και με την απειλή να χαθούν όλα να κρέμεται από μια κλωστή.

Ένιωθα ήδη εγκλωβισμένος, αιχμάλωτος στο γραφείο της Μεταμόρφωσης.

«Και τι θα γίνει με το Παρίσι; Τη ζωή μου εκεί; Αυτά που ήθελα να κάνω;»

Ο Παναγιώτης μπαίνοντας στο γραφείο διέκοψε τις σκέψεις μου.

 «Άκου, Παναγιώτη, σε τρεις ημέρες πρέπει να έχω πλήρη γνώση όλων των θεμάτων, γιατί πέρα από το εργοστάσιο και την οικογένειά μου, έχω και τα προσωπικά μου θέματα, για τα οποία πρέπει να αποφασίσω».

Δουλέψαμε μέχρι αργά το απόγευμα, άφησα τον Παναγιώτη στο εργοστάσιο, μπήκα στο αυτοκίνητο και πήρα κατεύθυνση προς την Κηφισιά. Στο δρόμο πάνω από τον τροχονόμο, πάρκαρα, μπήκα σε ένα καφέ-μπαρ και παράγγειλα ένα διπλό ουίσκι και κρύο νερό. Έφαγα δυο τρία φιστίκια, έριξα λίγο νερό στο ποτήρι με το ουίσκι, κατέβασα μια μεγάλη γουλιά και άφησα να μου ξεφύγει ένα βαθύ «ααα...» από το κάψιμο που ένιωσα, καθώς κατέβαινε το αλκοόλ στον οισοφάγο μου.

«Λοιπόν, ας δούμε ψύχραιμα πώς έχουν τα πράγματα. Να πάρω δρόμο τώρα και να γυρίσω στο Παρίσι, στην εκεί ζωή μου, δε γίνεται. Γίνεται, αλλά... Επομένως, στην καλύτερη και μάλλον απίθανη περίπτωση, βρίσκω λύσεις για τα προβλήματα εδώ, τα βάζω σε μια σειρά και το συντομότερο ξαναφεύγω. Στη χειρότερη και πιθανότερη, κλάψε με, μάνα, κλάψε με, όλα πάνε στράφι, όνειρα και σχέδια στα σκουπίδια».

Με την τρίτη γουλιά χαμογέλασα.

«Ρε, τι καψόνι είναι αυτό που έπαθα; Αυτή η ρουφιάνα, η θεά Τύχη, μου την έκανε. Μέσα σε έξι μήνες και χωρίς δική μου συμμετοχή, ήρθανε τα πάνω κάτω, άλλαξαν όλα. Αυτά που έκανα, αυτά που ήθελα πρέπει να τα ξεχάσω, από δω και μπρος μόνο αυτά που δεν ήθελα, επιτρέπεται να κάνω».

«Και ποιος το αποφάσισε αυτό;»

Ρούφηξα το υπόλοιπο ουίσκι, πλήρωσα και δρόμο για το σπίτι. Φτάνοντας, πήρα αγκαλιά το τηλέφωνο και σχημάτισα στο καντράν τον αριθμό της Νικόλ, στο Παρίσι. Χτύπησε, χτύπησε, απάντηση καμία. Ακούμπησα το ακουστικό στη συσκευή την ώρα που διστακτικά έμπαινε η Ελένη στο δωμάτιο.

 «Έλα, κάτσε δίπλα μου, σε παραμέλησα λίγο, όμως ξέρεις πόσο σε σκέφτομαι» της είπα κάνοντας χώρο στον καναπέ.

Η Ελένη πλησίασε, μου έσκασε ένα γλυκό φιλί στο μάγουλο και κόλλησε πάνω μου.

 «Βρε αδελφούλη μου, το ξέρω ότι με σκέφτεσαι, αλλά ανησυχώ και για σένα και για το τι θα γίνει με τη δουλειά».

 «Άκου, Ελένη μου, τα πράγματα είναι δύσκολα, αλλά προσπαθώ να τα φέρω βόλτα, αυτό που μπορώ να σου υποσχεθώ είναι ότι δε θα σας εγκαταλείψω ό,τι και να γίνει. Δε θέλω να σου πω λεπτομέρειες, που μόνο άγχος θα σου προσθέσουν, γι’ αυτό καλύτερα να μου πεις τα δικά σου. Εκείνο το φλερτάκι για το οποίο μου είχες μιλήσει τα Χριστούγεννα, υπάρχει ακόμα;»

 «Πονηρούλη, αλλάζεις κουβέντα, υπάρχει μεν αλλά έχει χαθεί το ενδιαφέρον, βλεπόμαστε που και που και τα λέμε πότε πότε στο τηλέφωνο. Μέχρι εκεί όμως, το μόνο που με νοιάζει αυτό τον καιρό είναι τα αποτελέσματα των εξετάσεων, φοβάμαι πως δύσκολα θα μπω στην Ιατρική, που ξέρεις πόσο πολύ το θέλω».

Της είπα να μην απογοητεύεται, σήκωσα το ακουστικό και σχημάτισα πάλι τον αριθμό της Νικόλ. Η Ελένη έκανε να σηκωθεί αλλά την κράτησα κοντά μου. Χτύπησε, χτύπησε και πάλι απάντηση καμία.

 «Το κορίτσι σου στη Γαλλία παίρνεις;»

 «Ναι, έχουμε τρεις ημέρες να μιλήσουμε».

 «Δε μου έχεις πει πολλά γι’ αυτήν και μόνο μια φωτογραφία της μου έδειξες πέρυσι. Την αγαπάς;»

Χαμογέλασα, κοίτα να δεις που η Ελένη μεγάλωσε και μπορούμε πια να μιλάμε ελεύθερα για τέτοια θέματα.

 «Λοιπόν, η Νικόλ είναι είκοσι δύο στα είκοσι τρία, γλυκιά, δροσερή, χαρούμενη, με καστανοκόκκινα, κοντά μαλλιά, σκούρα μάτια, ανοιχτή επιδερμίδα και με λίγες φακίδες γύρω από τη μύτη. Σπουδάζει υποκριτική, συμμετέχει σε μια θεατρική ομάδα, εργάζεται σε ένα μικρό καφέ-μπαρ και με βοήθησε πολύ, όταν πρωτοπήγα στο Παρίσι. Θα έλεγα ότι αν δεν ήταν αυτή, αν δεν τη συναντούσα από την αρχή, πολύ δύσκολα θα κατάφερνα να σταθώ και να προχωρήσω ως εδώ που έχω φτάσει. Της χρωστάω πολλά και φυσικά την αγαπώ».

 «Μπράβο, αδελφέ, για συνέχισε».

 «Βάλε ένα ουισκάκι με λίγο κρύο νερό και έλα να σου πω κι άλλα».

Πετώντας εξαφανίστηκε και μέχρι να επιστρέψει, βρήκα ευκαιρία να ξανακαλέσω τη Νικόλ αλλά και αυτή τη φορά απόκριση καμία.

 «Που λες, αδελφή, όταν έφτασα στο Παρίσι, έμεινα στην αρχή σε ένα δωμάτιο μιας πανσιόν επιπλωμένο με ένα κρεβάτι, ένα κομοδίνο, μια ντουλάπα και ένα τραπέζι με δυο καρέκλες. Το μπάνιο ήταν κοινόχρηστο για τέσσερα δωμάτια. Δεν είχε καθόλου ανέσεις, αλλά έμεινα εκεί γιατί ήταν φτηνό και κοντά στο κέντρο» ξανάρχισα, αφού πρώτα κατέβασα μια ξεγυρισμένη δόση ουίσκι από το ποτήρι που μου έφερε η Ελένη.

 «Ξεκίνησα να πηγαίνω στις διευθύνσεις που είχα σημειωμένες σε ένα μπλοκ στο οποίο υπήρχαν όσα στοιχεία είχα συγκεντρώσει, όλες τις πληροφορίες που διάβαζα και άκουγα πριν φύγω από την Αθήνα. Συναντούσα παντού δυσπιστία, και λόγω ηλικίας, ήμουν ήδη εικοσιπέντε, αλλά και για το γεγονός ότι ήθελα να σπουδάσω σκηνοθεσία, με μόνα εφόδια τα καλούτσικα γαλλικά μου και τις πολλές ώρες στις σκοτεινές αίθουσες κινηματογράφων, τα οποία φυσικά και δεν ήταν αρκετά. Όπου υπήρξε ενδιαφέρον, αυτό συνοδευόταν και με πολύ υψηλά δίδακτρα. Δεν μπορούσα, όπως ξέρεις, να πληρώσω τόσα χρήματα που ζητούσαν. Θυμάσαι τη μάχη που έδωσα με τον πατέρα να τον πείσω, που μάλλον δεν πείστηκε ποτέ, μετά τη Θεσσαλονίκη, να δοκιμάσω αυτό που ήθελα και μάλιστα να μου καλύψει το κόστος της διαμονής μου στο Παρίσι. Φαντάσου να του ζητούσα και χρήματα επιπλέον, που μπορεί και να μην είχε. Εκείνος επέμενε τότε να μείνω εδώ και να δουλέψω σαν χημικός ξεκινώντας από τη δική του βιοτεχνία, που ήταν σίγουρη δουλειά. Έτσι, πιο έμπειρος, θα είχα όλο το χρόνο να αποφασίσω για το τι θα έκανα στη συνέχεια».

 «Δεν μπορούσες να μείνεις, να δουλεύεις και να βοηθάς τον μπαμπά και παράλληλα να σπουδάσεις σκηνοθεσία που ήθελες, πηγαίνοντας σε κάποια σχολή εδώ στην Αθήνα;» ρώτησε η Ελένη.

 «Θεωρητικά, αυτό μπορούσε να γίνει. Οι υποχρεώσεις όμως της δουλειάς και οι απαιτήσεις του πατέρα δε θα με άφηναν να αφιερωθώ απερίσπαστος στο σκοπό μου. Πρακτικά, θα κατέληγε να γίνει αυτός ο σκοπός ένα απλό χόμπι, κάτι που φυσικά δε με ενδιέφερε.

 » Απογοητευμένος, λοιπόν, κάθισα μια μέρα σε ένα μικρό καφέ-μπαρ που ήταν κοντά στην πανσιόν και το είχα επισκεφτεί άλλη μια φορά. Με ζεστό χαμόγελο, η κοπέλα που σέρβιρε, με καλημέρισε και με ρώτησε τι θα ήθελα. Της ζήτησα έναν καφέ, με ευχαρίστησε, πήγε να τον φτιάξει και φέρνοντάς τον, μετά από λίγο, με ρώτησε αν είμαι ξένος. Όταν της είπα Έλληνας, έδειξε ενδιαφέρον. Θα καταλάβαινα το γιατί αργότερα. Ήπια τον καφέ, πλήρωσα και έφυγα χωρίς να πούμε κάτι περισσότερο. Το άλλο πρωί, περνώντας έξω από το καφέ-μπαρ, μόλις με είδε, με το ίδιο ζεστό χαμόγελο σαν αυτό της προηγούμενης ημέρας, μου είπε "bonjour" και κάνοντας κίνηση με το κεφάλι με κάλεσε να καθίσω. Δεν είχα και τίποτα σπουδαίο να κάνω, ούτε βιαζόμουνα για κάτι και έτσι κάθισα. Όταν στάθηκε μπροστά μου και περίμενε να της παραγγείλω, παρατηρώντας την συνειδητοποίησα ότι, αν και την είχα δει άλλες δυο φορές, δεν είχα προσέξει πόσο όμορφη ήταν.

 » Να μη στα πολυλογώ, όπως άλλωστε ήδη σου είπα, η μικρή που τότε ούτε είκοσι δεν ήταν, σπούδαζε υποκριτική και έπαιζε σε κάποια θεατρική ομάδα που έδινε παραστάσεις σε διάφορα ιδρύματα, ήταν από μια περιοχή της Λυών και οι ιδιοκτήτες του καφέ, ένα ζευγάρι εξηντάρηδων, ήταν συγγενείς της μητέρας της. Οι σπουδές της περιείχαν, όπως ήταν φυσικό, και τις αρχαίες ελληνικές τραγωδίες, γι’ αυτό και το ενδιαφέρον, όταν άκουσε ότι ήμουν Έλληνας. Ο έρωτας δεν ήταν κεραυνοβόλος, εξελίχθηκε με τον καιρό. Αρχίσαμε να κάνουμε παρέα σχεδόν κάθε μέρα μετά από εκείνο το πρωινό. Της είπα από την αρχή τις λεπτομέρειες της ζωής μου, για τις σπουδές μου στη Θεσσαλονίκη και τη θέλησή μου να σπουδάσω σκηνοθεσία κι εκείνη μου υποσχέθηκε να μου γνωρίσει το σκηνοθέτη που, όποτε είχε ελεύθερο χρόνο, τους βοηθούσε στη θεατρική τους ομάδα.

 » Έτσι κι έγινε. Ο Ζακ, ο σκηνοθέτης, ήταν ένας τύπος γύρω στα πενήντα, γκριζομάλλης, με μπερέ στο κεφάλι, φουλάρι στο λαιμό και μονίμως ένα τσιγάρο στο στόμα. Κλασσική φιγούρα καλλιτέχνη, που δεν έκρυβε τον ανδρικό θαυμασμό του για τη Νικόλ. Εκείνη έδειχνε να το απολαμβάνει, κρατώντας τις απαραίτητες αποστάσεις για να μην του δώσει θάρρος για κάτι περισσότερο. Ο Ζακ, λοιπόν, με καλές σκηνοθεσίες στην καριέρα του, αποδείχτηκε ο άνθρωπος μου».

«Φαντάζομαι γνωρίζεις τον Τεό και το "Θίασο", τι γνώμη έχεις;» ήταν οι πρώτες κουβέντες του Ζακ μετά τα «χαίρω πολύ», όταν μας σύστησε η Νικόλ.

«Εξαιρετική», απάντησα «ο Αγγελόπουλος είναι χαρισματικός, βλέπει τα πράγματα καθαρά και έχει άποψη, τολμάει να την πει, την κάνει κινηματογράφο. Γι’ αυτό φτιάχνει τόσο όμορφες εικόνες! Όσο για το "Θίασο", τι να πεις; Μοναδική ταινία. Σε καθηλώνει, σε διδάσκει και συγχρόνως σε ταξιδεύει. Βέβαια, δεν είναι και λίγοι αυτοί που κριτικάρουν στην πατρίδα τον Αγγελόπουλο για το ύφος του, τη θεατρική ερμηνεία των χαρακτήρων από τους ηθοποιούς, αλλά και τα αργά πλάνα των ταινιών του».

«Θα ανησυχούσα αν συνέβαινε το αντίθετο, αν είχε καθολική αποδοχή. Φαίνεται ότι τον έχεις σπουδάσει τον Τεό. Άκου, μικρέ Έλληνα, θα σου δώσω να μελετήσεις μερικά βιβλία και θα σε παρακολουθώ για τρεις μήνες. Αν τα πας καλά, θα προτείνω σε μια σχολή να γραφτείς και από κει και πέρα, ό,τι καταφέρεις μόνος σου. Γνώμη μου, βέβαια, είναι να ασχοληθείς με κάτι από τα πολλά που συνθέτουν την τέχνη του κινηματογράφου, μοντάζ, φωτογραφία, ήχο, με το σενάριο ίσως, παρά με τη σκηνοθεσία, που δύσκολα θα καταφέρεις κάτι αξιόλογο. Και να θυμάσαι ότι το κάνω γιατί έχω αδυναμία στη Νικόλ. Άντε, και γιατί δείχνεις ότι έχεις θέληση» μου πέταξε φεύγοντας.

 «Αυτή ήταν η αρχή. Στην επόμενη συνάντηση με φόρτωσε βιβλία με τεχνικές περιγραφές, κυρίως, και ορολογία και σε τακτά διαστήματα βρισκόμαστε για να διαπιστώνει πώς τα πήγαινα. Η Νικόλ με βοηθούσε με τις δικές της γνώσεις και οι συναντήσεις μας μεταφέρθηκαν από το καφέ-μπαρ στο δωμάτιο μου. Έτσι ήρθαμε πιο κοντά και όσο περισσότερο γνωριζόμαστε, τόσο δενόμαστε. Κάποια στιγμή τα αγγίγματα έγιναν χάδια, το συναίσθημα ξεχείλισε, τα διερευνητικά, διστακτικά πρώτα φιλιά μετατράπηκαν σε διαρκείας, όλο πάθος. Η ερωτική ολοκλήρωση ήρθε απλά, όμορφα, αβίαστα, δε χρειάστηκε πίεση από κάποιον από τους δυο μας, ούτε να πείσει για κάτι ο ένας τον άλλο.

 » Αφού πέρασα τα τεστ του Ζακ και γράφτηκα στη σχολή, έπεσα με τα μούτρα στο διάβασμα και την πρακτική αλλά και στη βελτίωση της γλώσσας, με καθηγήτρια τη Νικόλ. Η αγάπη και η φροντίδα της μου έδωσαν τη σιγουριά και την αυτοπεποίθηση που ήταν απαραίτητες στα άγνωστα μονοπάτια που είχα μπει. Τώρα, λοιπόν, ξέρεις αδελφούλα. Στα χρόνια που ακολούθησαν μέχρι σήμερα, έζησα μια όμορφη ζωή με τη Νικόλ, με πολύ διάβασμα και δουλειά για τις σπουδές που συνεχίζονται. Δοκιμάζω πια και τις δυνάμεις μου στην πρώτη ευκαιρία που παρουσιάστηκε, με τη συμμετοχή μου σε θεατρικό που ανεβαίνει το Σεπτέμβρη, σαν βοηθός σκηνοθέτη. Καταλαβαίνεις πόσο μου στοιχίζει το να είμαι εδώ και όχι εκεί, που ήδη έχω μια νέα ζωή, μια ολόκληρη ζωή, που το μόνο που της λείπει είναι ό,τι αγαπώ εδώ, στην Ελλάδα».

«Καταλαβαίνω. Και το Παρίσι είναι όπως ακούμε να το λένε; Μια πόλη μαγική;»

«Είναι. Στο Παρίσι όλα είναι διαφορετικά. Αισθάνεσαι την ελευθερία να βρίσκεται παντού. Στην επιστήμη, στον πολιτισμό, στις ιδέες, στα φιλοσοφικά ρεύματα, στον κάθε νεωτερισμό. Υπάρχει απόλυτος σεβασμός στα ατομικά δικαιώματα και τη διαφορετικότητα των ανθρώπων. Νέοι από όλο τον κόσμο πηγαίνουν εκεί για να σπουδάσουν, να μορφωθούν, να εκφράσουν τις αντιλήψεις τους, να ανοίξουν ορίζοντες στη σκέψη τους. Διαφορετικοί πολιτισμοί χωνεύονται στα πανεπιστήμια. Στους άπειρους χώρους εκδηλώσεων παρουσιάζονται όλες οι μορφές της τέχνης. Κλασσικές, σύγχρονες, πρωτοπορίας και προβληματισμού. Στα μουσεία βιώνεις το μεγαλείο του ανθρώπου και τα έργα του, σε κάθε εποχή της ύπαρξής του. Η φινέτσα, το καλό γούστο, τα μπιστρό και τα καφέ, η μόδα, το φαγητό και η ιδιαίτερη φιλοσοφία ζωής είναι τα χαρακτηριστικά του Παρισιού. Έχει όσα οι άλλες ξεχωριστές πόλεις της Ευρώπης και κάτι παραπάνω. Βέβαια και οι Γάλλοι δεν είναι τέλειοι, όπως και όλοι οι λαοί, όμως είναι τόσα αυτά που σου προσφέρει το Παρίσι, που εύκολα ξεχνάς τα αρνητικά.

 » Για μένα, είναι το μέρος που πέρα από την καλλιτεχνική και πνευματική διέξοδο που μου πρόσφερε, μου έδωσε και τη δυνατότητα να ολοκληρώσω την άποψη που είχα για τη ζωή».

 «Όμορφα που μου τα λες. Πιστεύεις ότι θα καταφέρεις να ξεμπλέξεις με το εργοστάσιο, μήπως και καταφέρεις γρήγορα να ξαναγυρίσεις εκεί; Έχεις κάποιον που να ξέρει και να μπορεί να σε βοηθήσει;»

 «Δυστυχώς, ο μόνος που μπορώ να στηριχτώ και εμπιστεύομαι, είναι ο Παναγιώτης, που ήταν ο άμεσος βοηθός του πατέρα και γνωρίζει τα πάντα για τη δουλειά. Τον ξέρεις τον Παναγιώτη. Πώς σου φαίνεται;»

 «Αν και τον έχω δει κάμποσες φορές, δεν μπορώ να σου πω, δεν ξέρω» είπε μάλλον αιφνιδιασμένη η Ελένη.

Το κλειδί στην πόρτα μας διέκοψε, η μητέρα μπήκε φουριόζα. Είχε φύγει από νωρίς για το νεκροταφείο. Θα πήγαινε πρώτα ν’ ανάψει το καντήλι στον τάφο του πατέρα και μετά για καφέ στο σπίτι της ξαδέρφης της, της Ματίνας.

 «Βρε, βρε τα καλά μου, πώς και ήταν αυτό; Φάγατε; Να ετοιμάσω κάτι;»

Κουνήσαμε και οι δυο καταφατικά το κεφάλι και η μαμά χάθηκε στην κουζίνα.

 «Λευτέρη μου, θέλω να μου μιλάς, μου κάνει καλό και νομίζω και σε σένα, έτσι;»

 «Μπορώ ν’ αρνηθώ;»

Μου έσκασε άλλο ένα φιλί και σηκωθήκαμε. Τη Νικόλ θα την έπαιρνα πάλι αργότερα. Άλλωστε στο Παρίσι ήταν ακόμη απόγευμα. 

 

Ταξιδεύοντας...

 

Τ

ις δυο μέρες που έμεναν μέχρι να πάρω τις τελικές μου αποφάσεις, τις πέρασα στο εργοστάσιο. Σκεφτόμουνα συνεχώς, από τη μία τη Νικόλ και το πόσο στεναχωρημένη την άκουσα στο τηλέφωνο, όταν επιτέλους μιλήσαμε, και από την άλλη τα νούμερα που μου έστειλαν οι τράπεζες και που κάθε άλλο παρά ευχάριστα ήταν. Όσο για τη δουλειά, οι απαιτήσεις έδειχναν να ξεπερνούν συνέχεια τις δυνατότητες και τις αντοχές της παλιάς εταιρείας. Χρειαζόταν άμεσα να προχωρήσουν οι αλλαγές που δεν είχε προλάβει να κάνει ο πατέρας.

Φτάνοντας στο τέλος της τρίτης ημέρας, στο χρονικό όριο που είχα θέσει, γνωρίζοντας με λεπτομέρειες πια την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, το προσωπικό και τα βασικά της παραγωγής, είχα καταλήξει, είχα αποφασίσει πλέον τι έπρεπε να κάνω. Όσο κι αν ήταν σκληρό για τα πιστεύω μου, όσο κι αν ανατρέπονταν βίαια απόψεις, ιδέες και στάση ζωής, δεν είχα άλλη επιλογή. Θα ακολουθούσα το μονόδρομο που η μοίρα έφερε ξαφνικά μπροστά μου. Περισσότερο ένιωθα θυμωμένος που έχασα τη μάχη τόσο γρήγορα, γιατί παραδινόμουνα χωρίς καν να προλάβω να πολεμήσω.

Μου χρειαζόταν λίγος καθαρός αέρας, να ξεθολώσει το βαρύ μου κεφάλι. Πήρα το Kadett και κατέβηκα μέχρι τον Πειραιά. Πάρκαρα κοντά στο τέρμα του Ηλεκτρικού και περπάτησα στις προβλήτες, εκεί που φεύγουν τα πλοία για τα νησιά. Βλέποντας τον καπνό να βγαίνει από τα φουγάρα τους, κάτι σκίρτησε μέσα μου, ένιωσα έτοιμος να σαλτάρω σε όποιο ήταν πιο κοντά και να φύγω. Από μικρός είχα τη λαχτάρα να μπαρκάρω.

Το σπίτι που γεννήθηκα και έμενα μέχρι να φύγουμε για την Αθήνα, ήταν λίγα μέτρα από τη θάλασσα, απέναντι από το σημείο που έδεναν τα ιστιοφόρα και τα πρώτα καΐκια με μηχανές, «βενζίνες» τα λέγανε τότε. Κάτω, μάλιστα, από το σπίτι, υπήρχε ένας παλιός καφενές με μια μεγάλη ξυλόσομπα να δεσπόζει στη μέση, πριονίδι στο χωμάτινο πάτωμα και σιδερένια στρογγυλά τραπέζια γύρω γύρω. Εκεί πέρναγαν την ώρα τους ρουφώντας ναργιλέ ναυτικοί, ψαράδες και εργάτες του λιμανιού.

Μικρός λοιπόν, χάζευα με τις ώρες τα πλεούμενα να έρχονται και να φεύγουν από το παράθυρο και τρύπωνα με κάθε ευκαιρία στον καφενέ. Μου άρεσε να ακούω ναυτικές ιστορίες, αλήθειες και ψέματα, υπερβολές και κατορθώματα, να παρακολουθώ, κάπου κρυμμένος, τους τσακωμούς τους. Οι ιστορίες ξεσήκωναν την παιδική μου φαντασία, ονειρευόμουνα να ταξιδεύω στη μαγεύτρα θάλασσα, να ζω στην περιπέτεια, να γνωρίζω μέρη εξωτικά, άλλους τόπους, άλλους πολιτισμούς, άλλους ανθρώπους.

«Καλά έλεγα να μπαρκάρω, παρά να φύγω στο Παρίσι» μονολόγησα φωναχτά.

Δε μου ήρθε έτσι. Το είχα σκεφτεί σοβαρά και μάλιστα το είχα πει στον πατέρα μου, όταν προσπαθούσα να τον πείσω να δώσει τη συγκατάθεση του να φύγω. Ο πατέρας τότε το θεώρησε σαν πίεση για να πει το ναι για το Παρίσι, όμως εγώ σοβαρολογούσα και δεν ήθελα και πολύ για να κάνω την κουτουράδα. Η απεραντοσύνη της θάλασσας και τα μυστικά της, με προκαλούσαν. Το άγνωστο με κέντριζε. Ο καημός, όμως, κρύφτηκε βαθιά στην ψυχή μου, όταν έφυγα για να βρω τη μεγάλη ερωμένη, τη σκηνοθεσία.

Βουή και φώτα στο λιμάνι. Ήρεμη η θάλασσα. Ρούφηξα τη μυρωδιά της, τέλειωσα τη βόλτα, μπήκα στο Kadett και πήρα το δρόμο του γυρισμού περνώντας από την Καστέλλα, να χαζέψω τα όμορφα σκάφη όπως ήταν δεμένα στη σειρά. Μέχρι να φτάσω στο σπίτι είχα ήδη προγραμματίσει τις πρώτες μου κινήσεις. Θα άρχιζαν με το ξημέρωμα της επόμενης ημέρας. Στο σπίτι έφαγα στο πόδι δυο τυροπιτάκια, σπεσιαλιτέ της μαμάς, και έπεσα ξερός για ύπνο.

Πρωί πρωί μπήκα φουριόζος στο εργοστάσιο, φώναξα στο γραφείο μου την Αγγελική, τη γραμματέα μου, και άρχισα τις εντολές.

 «Σημείωνε, ραντεβού με τους δικηγόρους της εταιρείας και του πατέρα, σήμερα αν είναι δυνατόν, ραντεβού με τους διευθυντές των καταστημάτων της Εθνικής και Εμπορικής, θέλω το καταστατικό της εταιρείας, εγγραφές και τα σχετικά από Επιμελητήριο, ΙΚΑ, Εφορία και όποιο άλλο κρατικό οργανισμό έχουμε σχέση και συναλλαγές, πάρε και την Ολυμπιακή να σου κλείσουν μια θέση για Παρίσι σε τέσσερις πέντε μέρες, αυτά».

Την ώρα που ανακάτευα τα χαρτιά με τις πωλήσεις του τριμήνου, χτύπησε την πόρτα ο Παναγιώτης.

 «Έλα μέσα, πάνω στην ώρα ήρθες. Λοιπόν, αλλάζουμε το καταστατικό και γίνονται οι μεταβιβάσεις από τον πατέρα μου σε μένα, τη μητέρα και την αδελφή μου. Ποσοστά και τα λοιπά θα μου τα πει και θα τα φτιάξει ο δικηγόρος. Γίνονται αλλαγές στην επωνυμία και ό,τι άλλο χρειαστεί και τα κοινοποιούμε όπου πρέπει να γίνουν γνωστά. Εσύ αναλαμβάνεις πελάτες και προμηθευτές εκτός από κάποιους που είπες ότι πρέπει να έχω επαφή εγώ. Επειδή θα χρειαστεί να λείψω για μερικές ημέρες στο Παρίσι, να κανονίσω και τις εκεί εκκρεμότητες, αναλαμβάνεις εσύ εν λευκώ τη λειτουργία της επιχείρησης, ώσπου να γυρίσω. Τις ημέρες μέχρι να φύγω θα τις αφιερώσω στους δικηγόρους και τις τράπεζες, θέλω με την επιστροφή μου αν είναι δυνατόν να είναι όλα έτοιμα, για τις μεταβιβάσεις και τα άλλα που είπαμε».

 «Δηλαδή είναι οριστικό ότι μένεις και αναλαμβάνεις την επιχείρηση;» πρόλαβε να παρατηρήσει ο Παναγιώτης.

 «Ναι, Παναγιώτη, μένω. Δεν μπορώ να φύγω τώρα και να τα καταστρέψω όλα. Αν βρεθεί κάποια λύση στην πορεία, που να με απελευθερώσει, τότε θα τη δούμε».

 «Καλορίζικος και καλές δουλειές αφεντικό», είπε και μου πρότεινε το χέρι ο Παναγιώτης.

 «Ευχαριστώ, βάλε τα δυνατά σου, πρέπει να τα καταφέρουμε, που λες και συ», απάντησα σφίγγοντάς του το χέρι.

 

Στο τετράωρο αεροπορικό ταξίδι για το Παρίσι βασανίστηκα με το πώς να χειριστώ το θέμα της φυγής μου, έτσι, ώστε να πληγωθεί όσο λιγότερο γινόταν η Νικόλ. Εύκολο δεν ήταν και δεν κατέληξα και πουθενά. Έκανα ένα μικρό απολογισμό και στο πώς είχε διαμορφωθεί η κατάσταση και τι άλλο θα μπορούσα να κάνω μήπως και κατάφερνα να απεμπλακώ από την επιχείρηση χωρίς δυσμενείς συνέπειες. Την περίπτωση της πώλησης, μου την απέρριψαν όλοι, δικηγόροι και τράπεζες. Εκτός του ότι η διαδικασία θα ήταν χρονοβόρα, δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι θα υπήρχε ενδιαφέρον από κάποιον για την αγορά της. Ακόμα όμως κι αν κάποιος την αγόραζε, αυτά που θα εισέπραττα, δε θα έφταναν για να καλυφθεί το σύνολο των υποχρεώσεών της. Η πώληση θα με οδηγούσε σε αδιέξοδο. Θα έμενα τελικά και χωρίς περιουσία και με χρέη. Η μοναδική λύση που θα μπορούσε να έχει αποτέλεσμα ήταν να συνεχίσει η επιχείρηση να λειτουργεί και να γίνει προσπάθεια να αυξηθούν γρήγορα ο τζίρος και τα κέρδη της. Αν αυτό το πετυχαίναμε, θα μπορούσα ίσως να βρω κάποιο συνέταιρο ή να βάλω κάποιον υπεύθυνο και να ξαναφύγω για το Παρίσι, να συνεχίσω τη ζωή μου εκεί. Κατά βάθος ήταν ευσεβής πόθος και ένα όμορφο παραμύθι που δε θα έπειθε κανένα παιδί, πόσο μάλλον τη Νικόλ.

Σε λιγότερο από μια βδομάδα στο Παρίσι, με την ψυχή στο στόμα, κανόνισα λογαριασμούς και τα πράγματα που θα γύριζαν στην Αθήνα. Έκανα διακοπή στη σχολή μου, μίλησα με τους καθηγητές μου και υποσχέθηκα να μη χάσω τελείως την επαφή μαζί τους, έλυσα τη συνεργασία για το θεατρικό, είδα το Ζακ, φίλους και φυσικά ένα μεγάλο διάστημα το πέρασα με τη Νικόλ. Τις ώρες που ήμαστε μαζί, λες και είχε πέσει ένα αόρατο πέπλο και μας χώριζε, σαν κάποιος να μας κρατούσε σε απόσταση. Η λαχτάρα υπήρχε, αλλά ακόμα και τις στιγμές της ερωτικής μας επαφής, όταν η ένωση στα κορμιά μας απελευθέρωνε τους χυμούς μας, κάτι μας εμπόδιζε να φτάσουμε στην απόλυτη ηδονή, που συνήθως γευόμαστε, μέχρι τον αναγκαστικό χωρισμό μας πριν από λίγες ημέρες.

Συνειδητοποίησα ότι αν έφευγα έτσι από το Παρίσι, αφήνοντας τη σχέση μου με τη Νικόλ στα τηλέφωνα και όποτε και πότε κάποιο ταξίδι, εδώ ή εκεί, δεν υπήρχε περίπτωση η σχέση αυτή να συνεχιστεί. Ήταν παραπάνω από βέβαιο ότι θα έφτανε στο τέλος της. Μάλλον αυθόρμητα έπαιξα το τελευταίο μου χαρτί.

 «Νικόλ ετοιμάσου, φεύγουμε για την Ελλάδα! Κανόνισε τη δουλειά σου στο καφέ, πάρε όσα ρούχα θέλεις και πάμε. Καλοκαίρι είναι, χρειάζεσαι και διακοπές. Άντε τι κάθεσαι; Μεθαύριο φεύγουμε, μπορεί και αύριο, πάω να βγάλω τα εισιτήρια».

Η Νικόλ αιφνιδιάστηκε. Δεν είχε χρόνο να σκεφτεί. Άλλωστε ήταν τέτοια η επιμονή μου, που έτσι και αρνιόταν, θα ήταν αιτία τσακωμού και κάτι τέτοιο θα ήταν ό,τι χειρότερο εκείνη τη στιγμή.

 «Ζήτα άδεια τουλάχιστον για δέκα μέρες. Το πρόγραμμα θα το φτιάξουμε στο αεροπλάνο. Άντε, να γνωρίσεις και τους δικούς μου, καιρός είναι».

Εκεί που ήμουνα στα μαύρα πανιά, σαν να έφτιαξε η διάθεση μου. «Κοίτα να δεις αποφάσεις που παίρνει ο άνθρωπος στο άψε σβήσε! Αυτές τις ίδιες, μπορεί να τις κλώθει για χρόνια και στο τέλος να μην τις παίρνει κιόλας» μονολόγησα και σιχτίρισα τον εαυτό μου «γιατί αυτό το ταξίδι να μην είχε γίνει νωρίτερα;»

Το τηλεφώνημα στην Ελένη ήταν σύντομο, «Έρχομαι αύριο και σου φέρνω μαζί και μια έκπληξη».

 «Δε σε πιστεύω αδελφούλη, μη μου πεις; Έρχεσαι με τη Νικόλ;»

 «Και μετά μου λες φοβάσαι πως δε θα μπεις στην Ιατρική; Δε χρειάζεται να έρθεις στο αεροδρόμιο, προετοίμασε τη μαμά».

Μετά την Ελένη τηλεφώνησα και στον Παναγιώτη, να μάθω τα νέα για τη δουλειά και να τον ενημερώσω ότι επιστρέφω.

Στο αεροπλάνο ξαναβρήκα το κέφι μου, μίλαγα ακατάπαυστα, έκανα τη Νικόλ να γελάει και έμοιαζαν όλα τέλεια, σαν να είχαμε αφήσει στα χαμηλά τα γκρίζα σύννεφα. Της έκανα προτάσεις για όμορφα μέρη που θα μπορούσε να επισκεφτεί, αλλά εισέπραττα μονότονα «δε με νοιάζει, πάμε όπου θέλεις αρκεί να είμαστε μαζί».

Εκεί ήταν η δυσκολία. Δε γινόταν να φύγω από τη δουλειά για άλλες δέκα μέρες, κάτι που σήμαινε ότι η Νικόλ θα έπρεπε ένα διάστημα από την παραμονή της στην Ελλάδα να το περάσει χωρίς εμένα.

Φοβερή σκηνή η αμηχανία της μάνας, ίδια η αμηχανία και της Νικόλ στην άφιξη μας στο σπίτι, αργά το μεσημέρι. Εκείνη που έκανε σαν μικρό παιδί ήταν η Ελένη. Αγκάλιασε σφιχτά τη Νικόλ και δεν την άφηνε να πάρει ανάσα.

«Σιγά θα μου την κατσιάσεις! Φέρε μας λίγο κρύο νερό, πολλή ζέστη έχετε εδώ».

Την υπόλοιπη μέρα την περάσαμε στο σπίτι. Η μητέρα προσπαθούσε να βολιδοσκοπήσει τη Γαλλίδα, της έριχνε κλεφτές ματιές όταν η Νικόλ δεν την κοίταζε και η Ελένη συνέχεια τη ρωτούσε για να μάθει όσα περισσότερα μπορούσε γι’ αυτήν, τη ζωή της και το Παρίσι. Η Νικόλ, μετά το αρχικό μούδιασμα, έδειχνε άνετη. Μάλλον διασκέδαζε με τις αντιδράσεις των δύο γυναικών του σπιτιού.

Το πρωί έφυγα νωρίς για τη Μεταμόρφωση, άφησα τα κορίτσια να κοιμούνται και τη μητέρα στην πόρτα να με ρωτά τι τρώει η Νικόλ και τι φαγητό να φτιάξει. Με καλοδέχτηκαν στο εργοστάσιο και μετά τις καλημέρες ο Παναγιώτης ανέβηκε στο γραφείο μου. Με ενημέρωσε για ό,τι έγινε το διάστημα που έλειπα στο Παρίσι και με διαβεβαίωσε πως δεν υπήρχε κάτι ιδιαίτερο για το επόμενο. Ήταν άλλωστε και εποχή χωρίς μεγάλη δραστηριότητα, αφού αρκετοί από τους πελάτες μας έκλειναν τα μαγαζιά τους για καλοκαιρινές διακοπές και μερικοί από το προσωπικό είχαν πάρει ήδη τις άδειες τους. Αποφάσισα να πάμε με τη Νικόλ στις Σπέτσες, από την Παρασκευή μέχρι και τη Δευτέρα. Μετά την επιστροφή μας και αφού δε γινόταν να λείψω κι άλλες ημέρες, θα πρότεινα στη Νικόλ και την Ελένη, να πάνε μόνες τους σε κάποιο νησί του Αιγαίου, πριν γυρίσει η Νικόλ στο Παρίσι. Θα τους πρότεινα μάλιστα τη Σίφνο. Το ξεχωριστό πανέμορφο νησί των Κυκλάδων, με το αιγαιοπελαγίτικο φωτεινό γαλάζιο της θάλασσας και τ’ ουρανού, το λευκό χρώμα των σπιτιών, τα αμέτρητα μοναστήρια και τις εκκλησιές, τα κεραμικά, τα ντόπια πεντανόστιμα φαγητά και γλυκά, τις μαγευτικές κρυμμένες παραλίες που η πρόσβαση σ’ αυτές γίνεται μόνο από τη θάλασσα.

Είχα πάει στη Σίφνο τον Ιούλιο του 1974, με δυο φίλους από τη Θεσσαλονίκη. Μείναμε σε ένα δωμάτιο στις Καμάρες, κοντά στην παραλία. Την ημέρα πηγαίναμε για μπάνιο, με βάρκα, σε κάποια από τις αμμουδιές του νησιού και τα βράδια, αν δεν ανεβαίναμε Απολλωνία, την αράζαμε σε μια ταβέρνα στο μικρό λιμάνι. Ξενυχτάγαμε πίνοντας μπύρες και τραγουδώντας συνοδεία της κιθάρας, που την κουβαλούσα πάντα μαζί μου.

Ανέμελα πέρναγαν οι μέρες, μέχρι τις 15 Ιουλίου που έφτασε το μαντάτο στο νησί και διαδόθηκε από στόμα σε στόμα:

«Πραξικόπημα στην Κύπρο κατά του Μακαρίου, γίνονται μάχες και ακούγονται πυροβολισμοί, τα πράγματα φαίνονται άσχημα».

Η διάθεσή μας χάλασε, επικράτησε αγωνία, ανησυχία για τις εξελίξεις. Οι ειδήσεις έφταναν με το σταγονόμετρο, η τηλεφωνική επικοινωνία υπήρχε μεν, αλλά άρχισαν να σχηματίζονται ουρές μπροστά στους θαλάμους του ΟΤΕ. Δυο μέρες μετά, αποφασίσαμε να επιστρέψουμε. Η κατάσταση χειροτέρευε και το μυαλό μας βρισκόταν στην Αθήνα και την Κύπρο. Οι διακοπές έχασαν το νόημά τους, δε χαιρόμαστε πια, η παραμονή μας στο νησί έμοιαζε αγγαρεία. Γυρίσαμε στην Αθήνα, κοιμηθήκαμε το βράδυ στο σπίτι μου και την επομένη οι δυο φίλοι πήραν το τρένο για τη Θεσσαλονίκη. Ο τόπος κόχλαζε, οι πληροφορίες και τα νέα διαδίδονταν στόμα με στόμα. Μετά την αποτυχία του πραξικοπήματος στην Κύπρο και αφού ο Μακάριος είχε διαφύγει σώος στο εξωτερικό, ήταν φανερό ότι η χούντα της Αθήνας είχε ελάχιστα περιθώρια ελιγμών. Το τέλος της ήταν προδιαγεγραμμένο, το ζήτημα ήταν πώς αυτό θα ερχόταν. Ήρθε στις 20 Ιουλίου, πέντε μέρες μετά το πραξικόπημα, και ήρθε σαν τραγωδία, με την εισβολή των Τούρκων στο μαρτυρικό νησί. Η τελευταία σπασμωδική ενέργεια κατά την κατάρρευση της χούντας, ήταν η επιστράτευση παρωδία και τα ευτράπελα που συνάντησαν οι επίστρατοι όταν έφταναν στις μονάδες. Εκεί που ανοίγοντας τα κιβώτια, αντί για οπλισμό και εφόδια, έβρισκαν μέσα αέρα κοπανιστό. Την πικρή πραγματικότητα κάλυψε η χαρά και η ανακούφιση από την επαναφορά της Δημοκρατίας στη χώρα, μετά από τέσσερις ημέρες. Ένας κύκλος έκλεινε, οι πληγές όμως που άφηνε πίσω του, πολλές και κακοφορμισμένες. Αίμα, πύον, δάκρυα, διχόνοια, μίσος, που δύσκολα γιατρεύονται και ας υπήρχε παντού η ελπίδα από τον ερχομό της Δημοκρατίας.

Οι αναμνήσεις μου από τη Σίφνο, εκτός από τις ομορφιές του νησιού, περιείχαν και ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του τόπου μας και της Κύπρου. Έτσι θα τη θυμόμουν για πάντα και πολύ θα ήθελα να ξαναγυρίσω για να τελειώσουν διαφορετικά οι διακοπές που άφησα στη μέση εκείνο τον ταραγμένο Ιούλιο. Αφού όμως δε θα πήγαινα εγώ, τουλάχιστον εκείνο το καλοκαίρι, ας πήγαιναν τα κορίτσια. Θα τους το ανακοίνωνα στη βραδινή έξοδο που τους είχα υποσχεθεί.

Το βράδυ λοιπόν πήρα τη Νικόλ και την Ελένη και πήγαμε στην Κηφισιά. Η ζέστη μπορεί να ήταν ανυπόφορη, λίγο όμως είχε επηρεάσει την καλή διάθεση των κοριτσιών. Πότε κατάφεραν οι δυο τους να γίνουν κολλητές, ούτε που κατάλαβα. Κάμποσα Γαλλικά, λίγα Αγγλικά και η γλώσσα του σώματος, ήταν αρκετά για να βρουν τα κοινά τους σημεία και ενδιαφέροντα. Άσε που συμμάχησαν και με πείραζαν κάνοντας μου συνεχώς πλάκες. Το πρόγραμμα διακοπών που είχα ετοιμάσει, δεν πολυάρεσε στη Νικόλ, αλλά με τη συμπαράσταση της Ελένης, που τη διαβεβαίωσε πως ήταν ό,τι περισσότερο μπορούσα να κάνω, τελικά το δέχτηκε. Τις δυο μέρες μέχρι την Παρασκευή που φύγαμε για τις Σπέτσες, εγώ τις πέρασα στο εργοστάσιο με τους δικηγόρους για τα διαδικαστικά της μεταβίβασης της εταιρείας, και η Νικόλ με την Ελένη σε επισκέψεις στα αξιοθέατα της Αθήνας.

Για να πάμε στις Σπέτσες δε θα παίρναμε το πλοίο της γραμμής, θα πηγαίναμε με το αυτοκίνητο μέχρι την Κόστα και θα περνάγαμε απέναντι με καραβάκι. Τις Σπέτσες, και μάλιστα το να πάμε οδικώς, τις διάλεξα και για το λόγο ότι στο δρόμο μας βρισκόταν η Επίδαυρος και θα ήταν μοναδική ευκαιρία για τη Νικόλ να τη θαυμάσει από κοντά. Όταν φτάσαμε στην Επίδαυρο, η Νικόλ αισθάνθηκε δέος. Εντυπωσιάστηκε από το θέατρο και όλο τον αρχαιολογικό χώρο, από το απέραντο πράσινο. Αυτό που έβλεπε, αυτό που ζούσε, δεν το φανταζόταν και ας είχε διαβάσει αρκετά για την Επίδαυρο και ας είχε δει πολλές φωτογραφίες της. Αφέθηκε στην ομορφιά του τοπίου, την ενέργεια που σε κατακλύζει εκεί. Ταξίδεψε σε άλλους χρόνους και δε δίστασε να απαγγείλει, από τη μέση της ορχήστρας προς το κοίλον του θεάτρου, κάτι που θυμόταν από τον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου: 

Όλα φανέρωσε μας τα, και ιστόρησέ μας,

επάνω σε τι φταίξιμο σε βρήκε ο Δίας... 

Κάποια στιγμή κατάφερα να την ξεκολλήσω, λέγοντας της ότι οι Σπέτσες είναι μακριά και θα νυχτώναμε, την έβαλα στο Kadett και φύγαμε. Σταματήσαμε για φαγητό, πριν από το Κρανίδι, στην Κοιλάδα. Καθίσαμε δίπλα στη θάλασσα και πέσαμε λαίμαργα στο λιαστό χταπόδι και τα φρέσκα, σπαρταριστά ψάρια που μας σέρβιραν. Η εναλλαγή των εικόνων, η εμπειρία της Επιδαύρου και τα δυο ούζα που ήπιαμε στην Κοιλάδα, έκαναν τη Νικόλ χαρούμενη, να γελά, έμοιαζε ευτυχισμένη. Εγώ όσο κι αν προσπαθούσα να αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο να απολαύσει αυτές τις στιγμές, δεν το κατάφερνα. Μόλις πήγαινα να ξεφύγω, κάτι με κρατούσε. Ίσως γιατί ένιωθα ότι αυτές οι στιγμές μπορεί να ήταν οι τελευταίες μου με τη Νικόλ. Μια γλυκιά μελαγχολία με είχε κυριεύσει. Στις Σπέτσες ξέδωσα λιγάκι, χαλάρωσα κάπως. Ξενυχτήσαμε, μεθύσαμε, κάναμε έρωτα όπως παλιά, μιλήσαμε πρώτη φορά τόσο πολύ. Λες και θέλαμε να πούμε και όλα όσα δε θα μπορούσαμε, όταν η Νικόλ θα είχε φύγει πια για το Παρίσι. Επιστρέψαμε τη Δευτέρα το βράδυ κατάκοποι. Η Ελένη πολιόρκησε τη Νικόλ για να μάθει τις εντυπώσεις της και το πώς περάσαμε. Η μαμά έκανε τις παρατηρήσεις της για το μαύρισμα και τα κιλά μας, που της φάνηκαν λιγότερα από όσα ήταν πριν φύγουμε.

Ο Παναγιώτης, το επόμενο πρωί που πήγα στο εργοστάσιο, μου είπε ότι όλα ήταν όπως τα είχα αφήσει, δεν είχε αλλάξει κάτι. Με επανέφερε όμως και στην πραγματικότητα και στα θέματα που έπρεπε άμεσα να δούμε. Ήταν και ευκαιρία, χωρίς πίεση, μιας και δεν είχαμε πολύ δουλειά, να αποφασίσουμε πότε θα λειτουργούσαμε τη νέα μονάδα παραγωγής, για τα χρώματα που θα προσθέταμε στο χρωματολόγιο της εταιρείας και την ανακοστολόγηση όλων των προϊόντων, ώστε να καταλήξουμε έγκαιρα στις τιμές και τις εκπτώσεις για να τυπωθούν και να είναι έτοιμοι οι κατάλογοι για τη νέα σεζόν, που άρχιζε το Σεπτέμβρη. Αυτό από μόνο του ήταν χρονοβόρο και δύσκολο γιατί είχαμε συμφωνήσει με τον Παναγιώτη, να ξεκινήσουμε κοστολόγιο για κάθε προϊόν χωριστά από μηδενική βάση και όχι με μέσους όρους ή τις τιμές που μέχρι τώρα πουλούσαμε. Έμεναν και τα τελικά ραντεβού με τους δικηγόρους για τις αλλαγές στα ιδιοκτησιακά, σαν κερασάκι.

Η μέρα πέρασε ανακατεύοντας χρώματα, ελέγχοντας ποιότητες και προσθέτοντας αριθμούς. Το ίδιο και η επόμενη, μέχρι να με διακόψει το τηλεφώνημα της Ελένης.

 «Λευτέρη, πρέπει να φύγουμε για Πειραιά, θα έρθεις να μας πας εσύ ή να πάρουμε ταξί;» με τη δουλειά το είχα ξεχάσει, έπρεπε να πάω τα κορίτσια να πάρουν το καράβι για τη Σίφνο.

 «Έρχομαι Ελένη, ετοιμαστείτε».

Ο αποχωρισμός δεν ήταν εύκολος, πρώτα η Ελένη και μετά η Νικόλ με γέμισαν αγκαλιές και φιλιά, βούρκωσαν κάποια στιγμή αλλά τους έβαλα τις φωνές και τελικά ανέβηκαν στο πλοίο με χαμόγελα. Τα χαμόγελα που έγιναν γέλια και φωνές, όταν με χαιρετούσαν από το κατάστρωμα, καθώς το πλοίο έλυσε κάβους και ξεκίνησε το ταξίδι του. Ζήλεψα, πολύ θα έλεγα, όχι μόνο γιατί δε θα πήγαινα κι εγώ μαζί τους, στο νησί που του χρώσταγα και μου χρωστούσε, ζήλεψα και για τη Νικόλ. «Πού πάει το κορίτσι μου; Ποιος ξέρει αν κάποιος της κολλήσει; Αν κάποιος την πολιορκήσει κι εγώ να είμαι τόσο μακριά;» Δε φοβόμουν ότι θα μπορούσε η Νικόλ να παρασυρθεί. Αυτό ήταν αδύνατο. Με τρέλαινε όμως ακόμα και η σκέψη, ότι μπορεί κάποιος να τη φλερτάρει. Καθώς το πλοίο απομακρυνόταν και η μορφή της χάθηκε, συνειδητοποίησα τι πραγματικά άξιζε για μένα η Νικόλ. Πόσο την αγαπούσα και τι θα έχανα αν ερχόταν ο χωρισμός μας. Γύρισα τσαντισμένος στο εργοστάσιο. «Γαμώ την τύχη μου τίποτα δεν πάει καλά. Άντε τώρα να κάνεις κοστολόγιο σε όλα τα προϊόντα, με το μυαλό στη Σίφνο!»

Ο Παναγιώτης πήρε χαμπάρι τη ζοχάδα μου και χαμογελώντας με πείραξε, «εντάξει αφεντικό, μην κάνεις έτσι, θα ξαναγυρίσει. Το καλύτερο φάρμακο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η δουλειά», συμπλήρωσε. Ώρες ώρες αναρωτιόμουνα, τόση έννοια για τη δουλειά και τόση προσπάθεια από έναν απλό εργαζόμενο, έστω και ας πούμε με καθήκοντα διευθυντή, ήταν φυσιολογικά; Είχα πετύχει το δέκα το καλό; Μπορεί. Μέχρι τότε όλα έδειχναν ότι ο Παναγιώτης ήταν από κάθε πλευρά άξιος, δουλευταράς και έντιμος, πράγματα που τα διαπίστωσα κι εγώ, μετά τον πατέρα μου. Δεν ήταν λίγες οι φορές που σκέφτηκα να τον αφήσω να κουμαντάρει μόνος του το εργοστάσιο κι εγώ να φύγω. Κάτι όμως μέσα μου με εμπόδιζε, ένιωθα ότι αν το έκανα, θα ερχόταν η απόλυτη καταστροφή.

Αφοσιώθηκα στα θέματα που έμεναν για τακτοποίηση. Εκεί, πάνω στις κουβέντες με τον Παναγιώτη για τα χρώματα, τα κοστολόγια και ό,τι άλλο έπρεπε να κάνουμε πριν το φθινόπωρο, έπεσε σαν κεραυνός κάτι που είχα ξεχάσει. Η υποχρέωση που είχα να πάω στρατιώτης, μετά τη διακοπή των σπουδών μου.

«Όχι ρε, αυτό μας έλειπε τώρα, εκεί που είπαμε να βάλουμε τα πράγματα σε μια σειρά, άλλη αναποδιά;» μονολόγησα εκνευρισμένος.

Τηλεφώνησα στη μητέρα μου στο σπίτι «μάνα, η ξαδέρφη σου η Ματίνα δεν έχει ένα θείο, ξάδερφο, που είναι στρατιωτικός;»

«Ναι αγόρι μου, ξάδερφο, είναι στο Πεντάγωνο, έχει μεγάλο βαθμό».

«Πότε μπορούμε να τον δούμε; Να πάμε και στο σπίτι του αν θέλει».

«Να πάρω τη Ματίνα, αλλά τι συμβαίνει;»

«Θα σου πω από κοντά, μην ανησυχείς, για καλό είναι, κανόνισε ραντεβού το συντομότερο».

«Τι κοιτάς, ρε Παναγιώτη; Πληροφορίες θέλω και υπεύθυνες απαντήσεις στα ερωτήματα που έχω. Εκτός του ότι θα υπηρετήσω ως "προστάτης" μετά το θάνατο του πατέρα, ένα χρόνο και κάτι, όπως εσύ μου είπες δεν έχω ιδέα για οτιδήποτε άλλο έχει σχέση με το στρατό. Θα απευθυνθώ λοιπόν σε κάποιον που ξέρει και μπορεί να μου πει και τη γνώμη του στο πώς να χειριστώ το θέμα. Γιατί λοιπόν με κοιτάς περίεργα; Λες να πάω να ζητήσω ρουσφέτι; Τέτοια εντύπωση έχεις για μένα, το λίγο που με ξέρεις;»

«Ίσα ίσα, το αντίθετο Λευτέρη, γι’ αυτό παραξενεύομαι».

Σταματήσαμε τη συζήτηση για το θέμα του στρατού και συνεχίσαμε τη δουλειά μας.

Η μητέρα κανόνισε το ραντεβού με τον ξάδερφο της θείας Ματίνας, που ήταν Ταξίαρχος τελικά και το άλλο βράδυ βρεθήκαμε στο σπίτι του στην Αγία Παρασκευή. Μετά τις συστάσεις, ο Ταξίαρχος με οδήγησε σε ένα γραφείο, έκλεισε τη συρόμενη πόρτα και άφησε τη μάνα μου, τη θεία Ματίνα και τη γυναίκα του να μιλάνε για σουτζουκάκια και γεμιστά στο σαλόνι.

Ήταν πολύ φιλικός και καθόλου αυστηρός, σοβαρός μεν αλλά χωρίς το ύφος του «ξέρεις ποιος είμαι εγώ».

«Λευτέρη, η Ματίνα μου είπε μέσες άκρες τι συμβαίνει. Θα σου πω τη γνώμη μου για το πρόβλημα σου και να είσαι σίγουρος πως από τη μεριά μου θα κάνω ό,τι μπορώ για να σε βοηθήσω. Επειδή αργά ή γρήγορα θα πρέπει να πας στρατιώτης, το καλύτερο είναι να πας όσο γίνεται πιο νωρίς, να τελειώσεις από την υποχρέωση και να αφιερωθείς στη δουλειά σου. Μέχρι να καταταγείς θα έχουν περάσει περίπου τρεις μήνες, αρκετό διάστημα για να βάλεις σε τάξη ό,τι επείγει, μετά θα μπορείς να παίρνεις εξόδους και άδειες για να παρακολουθείς, όσο καλύτερα γίνεται, την επιχείρησή σου. Εγώ θα είμαι στο Επιτελείο τουλάχιστον μέχρι το Μάρτιο. Έτσι ελπίζω να μπορέσω, μετά τη βασική εκπαίδευση, να κανονίσω μια μετάθεση, αν όχι στην Αθήνα, μέχρι Κόρινθο, Θήβα ή Χαλκίδα. Θα υπηρετήσεις ως "προστάτης" και μάλλον θα αποκτήσεις ειδικότητα γραφέα, οπότε θα είναι σχετικά εύκολο για μένα. Αν αποφασίσεις να πάρεις και νέα αναβολή, δεν υπόσχομαι ότι θα μπορέσω να σε βοηθήσω, γιατί δεν ξέρω πού θα βρίσκομαι τότε και τι προσβάσεις θα έχω στις μεταθέσεις».

Εντυπωσιάστηκα από τον Ταξίαρχο. Δεν περίμενα ότι ένας στρατιωτικός θα είχε τόσο ξεκάθαρη θέση και κατανόηση για το πρόβλημα ενός φαντάρου, έστω και ανιψιού της ξαδέρφης του, που στο κάτω κάτω αφορούσε μόνο τον ίδιο. Τον ευχαρίστησα. Φεύγοντας μέσα μου κάτι είχε αλλάξει. Αυτός ο Ταξίαρχος που γνώρισα, φαινόταν να δίνει αξία στο αξίωμα, δε γινόταν το αντίθετο, δεν είχε καμιά σχέση με την εικόνα που είχα για τους στρατιωτικούς ως τότε. Όσο για την υπόσχεση του να βοηθήσει στη μετάθεση, όπως είχαν έρθει τα πράγματα δεν είχα την πολυτέλεια να αρνηθώ. Ένας χρόνος μακριά από την επιχείρηση σήμαινε και το τέλος της, με συνέπειες που ούτε ήθελα και να σκεφτώ.

Οι υπόλοιπες ημέρες ώσπου να γυρίσουν τα κορίτσια πέρασαν με τα χρώματα και τις τιμές, ένα τελευταίο ραντεβού για τις μεταβιβάσεις στην εταιρεία και πολύ σκέψη για το στρατό και το τι έπρεπε να γίνει ακόμη. Χωρίς να το καταλάβω, γινόμουν ένας «κανονικός» άνθρωπος, εκπρόσωπος αυτού που μέχρι τότε όχι μόνο δεν ανεχόμουν, αλλά και σε κάθε ευκαιρία πολεμούσα. Μέσα σε τόσο λίγο χρόνο, ούτε μήνας δεν είχε περάσει, και τα οράματα ξεθώριαζαν. Ειρωνεία, κωμωδία και δράμα μαζί, το δίλημμα που μπαίνει, λες για να δοκιμάζει τις δυνάμεις, τις αντοχές, την αποφασιστικότητα. Να ξεχωρίζει τα όμορφα λόγια από τη σκληρή πραγματικότητα, ο χλευασμός αντί τα ωσαννά. Και να’ χεις και τον Παναγιώτη να σε κοιτά μ’ εκείνο το ύφος, «σε καταλαβαίνω αφεντικό, τελικά όλοι ίδιοι είμαστε, απλά εσύ το κατάλαβες αργά».

Η Ελένη με τη Νικόλ επέστρεψαν γεμάτες εντυπώσεις που αν δεν τις άκουγα όλες, δεν είχαν σκοπό να σταματήσουν να μου τις λένε. Κατενθουσιασμένες, όλα τα βρήκαν τέλεια στη Σίφνο, μόνο εγώ τους έλειπα. Ο χρόνος όμως φεύγει γρήγορα όταν δεν το θέλεις, και ακόμα γρηγορότερα όταν περνάς και καλά.

Το τελευταίο βράδυ ήρθε, μπήκαμε στο Kadett με τη Νικόλ, ανεβήκαμε τη Μεσογείων, προχωρήσαμε προς το Σταυρό και την Παλλήνη, συνεχίσαμε στη Λεωφόρο Μαραθώνος και στρίψαμε δεξιά στο δρόμο για τη Ραφήνα. Φτάσαμε στην παραλία και παρκάραμε. Κατεβήκαμε πιασμένοι χέρι χέρι στο μικρό λιμανάκι αριστερά και καθίσαμε σε ένα από τα ταβερνάκια που έβρισκες πάντα φρέσκο ψάρι. Παραγγείλαμε μαζί με το φαγητό και ένα μισόκιλο ρετσίνα. Η Νικόλ ήταν χαρούμενη, αλλά κάποιες στιγμές έμοιαζε σκεφτική. Η αναχώρησή της την επομένη την είχε επηρεάσει. Ένιωθε ότι αυτή ίσως και να ήταν η τελευταία μας νύχτα. Φάγαμε, μιλήσαμε, γελάσαμε, ήπιαμε κι άλλο μισόκιλο και κάποια στιγμή σηκωθήκαμε να φύγουμε. Μπαίνοντας στο αυτοκίνητο, με το που έκλεισαν οι πόρτες και πριν βάλω μπρος τη μηχανή, η Νικόλ έπεσε πάνω μου, με αγκάλιασε και με φίλησε παθιασμένα.

«Σε θέλω, σε θέλω πολύ, τώρα».

«Πάμε» είπα και άνοιξα την πόρτα του αυτοκινήτου δίπλα μου. Η Νικόλ άνοιξε τη δική της από την άλλη πλευρά. Απέναντι, στην παραλία, υπήρχαν δυο μικρά ξενοδοχεία, κατευθυνθήκαμε στο πιο κοντινό.

«Καλησπέρα, θα ήθελα ένα δωμάτιο για λίγες ώρες, μπορείτε να το χρεώσετε κανονικά σαν διανυκτέρευση».

«Εντάξει κύριε, μόνο που θα ήθελα μια ταυτότητα, ξέρετε, γίνονται έλεγχοι».

Δεν είχα ταυτότητα μαζί μου, είχε όμως το διαβατήριο της η Νικόλ και έτσι βρεθήκαμε χωρίς καθυστέρηση σε ένα δωμάτιο του δευτέρου ορόφου. Με το που έκλεισε η πόρτα πίσω μας, η Νικόλ πέταξε το μπλουζάκι που φορούσε και με μια κίνηση απελευθέρωσε τα άγουρα, μικρά στήθη της από το σουτιέν, που έπεσε στο πάτωμα.

Με έσπρωξε στο κρεβάτι, μου ξεκούμπωσε το παντελόνι, το κατέβασε μέχρι τα γόνατα και έχωσε τα χέρια της μέσα στο εσώρουχό μου. Αφέθηκα στα χάδια και τα υγρά φιλιά της. Οι γρυλισμοί μου αναμειγνύονταν με τις βαριές ανάσες της, η μελωδία της ηδονής απλώθηκε στο λευκό δωμάτιο. Τη γύρισα στο πλάι και την ακούμπησα μαλακά στο στρώμα του κρεβατιού, της σήκωσα τη φούστα και της έβγαλα το εσώρουχο. Άρχισα να τη φιλάω στο λαιμό και στις στητές θηλές της. Κατέβηκα στην κοιλιά και με κυκλικές κινήσεις έφτασα στο βαθύ ροζ τριαντάφυλλο που καρτερούσε ανυπόμονο, παραδομένο και ολάνοιχτο, να με δεχτεί. Η Νικόλ, που κρατούσε το κεφάλι μου με τα δυο της χέρια, μετά από λίγο, βγάζοντας βαθύ αναστεναγμό, με σταμάτησε, «δεν αντέχω περισσότερο, θέλω να τελειώσουμε μαζί, φίλα με».

Άνοιξε τα πόδια, ένιωσα βαθιά τον κόλπο της. Τα κορμιά μας έγιναν ένα, κούμπωσαν λες και το ένα συμπλήρωνε το άλλο. Οι κινήσεις και από τους δυο ήρεμες, αργές, να κρατήσει αυτή η μυσταγωγία όσο περισσότερο γινόταν. Η ολοκλήρωση ήρθε με τρυφερά φιλιά και λόγια αγάπης. 

 

Στο αεροδρόμιο πήγαμε οι δυο μας. Δεν υπήρχε λόγος για μεγαλύτερες συγκινήσεις, για να γίνει πιο βαριά η ατμόσφαιρα. Ο αποχαιρετισμός στο σπίτι είχε άλλωστε μπόλικο κλάμα, ανάμεικτα συναισθήματα λύπης αλλά και χαράς για τη γνωριμία, δόθηκαν υποσχέσεις για σύντομη αντάμωση και ευχές για ό,τι καλύτερο στο μέλλον. Περιμένοντας την αναγγελία της πτήσης, έκανα μια τελευταία προσπάθεια μήπως την πείσω να αφήσει το Παρίσι και να έρθει στην Αθήνα να συνεχίσουμε τη ζωή μας εδώ. Ήλπιζα οι διακοπές να είχαν κάνει το θαύμα τους.

Ήταν κατηγορηματική «είμαι πολύ νέα και δεν μπορώ να δεσμευτώ με μια απόφαση για την οποία δεν αποκλείεται αργότερα να μετανιώσω. Ξέρεις το πόσο σ’ αγαπώ κι αν θέλω να είμαστε μαζί, όμως δε γίνεται να ανατρέψω τη σιγουριά και τη ζωή που έχω στο Παρίσι. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να σε περιμένω. Το πόσο θα εξαρτηθεί από σένα». Είχε δίκιο. Μπορεί να με πονούσαν τα λόγια της, όμως η λογική της ήταν σωστή και έπρεπε να τη δεχτώ. Φτάσαμε μέχρι εκεί που επιτρεπόταν, την αγκάλιασα, τη φίλησα γλυκά, της έκλεισα το στόμα όταν κάτι πήγε να πει και με ένα «όχι, σε παρακαλώ» εμπόδισα το δάκρυ που ήταν έτοιμο να κυλήσει στο μάγουλο της. Τα τελευταία λόγια του αποχωρισμού ήταν «σ’ αγαπώ και σ’ ευχαριστώ» που ανταλλάξαμε σχεδόν με ένα στόμα. Η Νικόλ προχώρησε προς το λεωφορείο που θα την οδηγούσε στο αεροπλάνο κι εγώ προς την έξοδο και την επιστροφή στη σκληρή πραγματικότητα που με περίμενε.

Φτάνοντας στο εργοστάσιο, ανέβηκα στο γραφείο μου, είπα στην Αγγελική να μη με ενοχλήσει κανείς και έκλεισα την πόρτα. Ξεκλείδωσα το ντουλάπι στην άκρη της βιβλιοθήκης, που χρησίμευε για χρηματοκιβώτιο. Κατά παράβαση των αρχών του πατέρα, που απαγόρευε τα ποτά στη δουλειά, είχα κρύψει μέσα στο ντουλάπι ένα μπουκάλι κονιάκ Courvoisier που έφερα από το Παρίσι, όταν γύρισα με τη Νικόλ να το έχω για το χειμώνα. Αφού δεν υπήρχε τίποτα άλλο να πιω, πήρα ένα ποτήρι και έριξα τόσο, που κόντεψα να το γεμίσω. Ρούφηξα μέχρι να το νιώσω να φτάνει και να καίει το στομάχι μου.

 «Έτσι λοιπόν, ζωή και τύχη, με βάλατε στο σημάδι». Είχε έρθει η ώρα να εκτονωθώ, να ξεσπάσω.

«Είπαμε να παλέψουμε, να έχει ενδιαφέρον το ταξίδι, εσείς όμως μου στήσατε καρτέρι, δε με παίζετε στα ίσια, με χτυπήσατε εκεί που πονάω, στις ευαισθησίες μου» μονολόγησα καθώς έφερνα βόλτες στο γραφείο, κρατώντας το ποτήρι στο χέρι.

«Δε θα σας κάνω τη χάρη, τώρα αρχίζει η πραγματική μάχη. Να δούμε ποιος θα αντέξει. Σκληρότητα δε θέλετε; Σκληρότητα θα έχετε».

Ο μονόλογος στην ουσία απευθυνόταν σε μένα, στην προσπάθεια να ξορκίσω τους φόβους μου για το μέλλον και στο πώς θα αντιμετώπιζα τον αντίπαλο από δω και πέρα, που δεν ήταν άλλος από τον εαυτό μου.

Κατέβασα και το υπόλοιπο κονιάκ και την ώρα που τακτοποιούσα πρόχειρα το γραφείο για να φύγω, θυμήθηκα αυτό που είχε πει ο πατέρας τα Χριστούγεννα, η ζωή είναι σκληρή, αδυσώπητη αγόρι μου. Σε παίρνει από κάτω, «φαλάγγι» χωρίς να το καταλάβεις. Λίγο λάσκα να της αφήσεις, σε εξαφανίζει.

«Λευτεράκο, κάτι τελικά ήξερε κι ο πατέρας, άντε λοιπόν τώρα να δούμε τι θα καταφέρεις εσύ... Γεια σου, Αγγελική, καλό βράδυ». 

 

Το δώρο του πατέρα...

 

Δ

ύσκολες οι επόμενες ημέρες. Εκτός από τα όσα άλλα είχα ν’ αντιμετωπίσω, έπρεπε να προσαρμοστώ ξανά στην ελληνική πραγματικότητα, τους ρυθμούς της ζωής και τα ωράρια που σχεδόν είχα ξεχάσει. Να συνηθίσω στις συνθήκες που επέβαλλε η δουλειά. Δεν είχα την πολυτέλεια να πολυσκεφτώ ξεκούραση και ώρες χαλάρωσης. Μπορεί οι πρώτες αποφάσεις μου να είχαν θετικό αντίκτυπο για την εταιρεία, όμως τα ζόρια ήταν μπροστά. Το λίγο χρόνο που μου έμενε από τις καθημερινές σκοτούρες της δουλειάς, τον περνούσα στο σπίτι ή σε καμιά ταβέρνα με τους φίλους που δεν είχαμε χαθεί τα χρόνια που έλειπα στο Παρίσι. Το Γιώργο, το γιατρό που έπαιρνε ειδικότητα καρδιολόγου στο νοσοκομείο «Αλεξάνδρα» και το Δημήτρη, το φαρμακοποιό, που είχε ανοίξει φαρμακείο στο Γαλάτσι. Ο άλλος φίλος, ο Στράτος, συνάδελφος χημικός, που δούλευε σε μεγάλη εταιρεία πλαστικών, είχε πάρει την καλοκαιρινή του άδεια και έλειπε εκείνες τις ημέρες από την Αθήνα. Στις συναντήσεις με το Γιώργο και το Δημήτρη, συζητούσαμε τα νέα μας, θυμόμαστε παλιές ιστορίες και αφιερώναμε αρκετό χρόνο στα δικά μου θέματα. Εγώ το προκαλούσα. Μ’ αυτούς μπορούσα να μιλάω για την άλλη πλευρά των προβλημάτων, την ανθρώπινη. Είχα ανάγκη να ξεφεύγω από υπολογισμούς, αριθμούς και συμφέροντα που με έπνιγαν ολημερίς στο εργοστάσιο. Η απόφαση ν’ αντιμετωπίσω ψυχρά την πραγματικότητα, δε σήμαινε και απόφαση να θάψω τις ευαισθησίες και τα συναισθήματα που κυριαρχούσαν μέχρι τότε στη ζωή μου.

Η δουλειά σιγά σιγά, με την επιστροφή και των αδειούχων, έμπαινε σε μια σειρά. Επιτέλους άνοιξα το γράμμα από την Αυστρία, που είχε έρθει από τότε που πέθανε ο πατέρας και παρέμενε κλειστό πάνω στο γραφείο μου. Τέσσερις σελίδες κείμενο, πίνακες και νούμερα στη γερμανική γλώσσα. Φώναξα την Αγγελική, «πάρε αυτό το γράμμα, βρες ποιος κάνει τέτοιες μεταφράσεις και πήγαινε σε παρακαλώ να το μεταφράσει. Το θέλουμε αν είναι δυνατόν μέχρι το βράδυ». Έπεσα πάλι με τα μούτρα στους αριθμούς. Μελέτησα το τζίρο που είχε κάνει η επιχείρηση μετά την εγκατάσταση στη Μεταμόρφωση. Είχαμε μια άνοδο γύρω στο δέκα με δεκαπέντε τοις εκατό, όμως τα έξοδα είχαν αυξηθεί πολύ περισσότερο. Υπήρχε σοβαρό πρόβλημα στο ισοζύγιο και έπρεπε ή να πετύχουμε μεγάλη αύξηση των πωλήσεων ή να γίνει δραστική μείωση των εξόδων. Το καλύτερο θα ήταν να συμβούν και τα δύο. Είχε έρθει η ώρα να πάω να δω τους τρεις μεγάλους πελάτες μας. Πήρα τις πληροφορίες που ήθελα από τον Παναγιώτη και έκλεισα τα ραντεβού. Οι συναντήσεις έγιναν σε καλό κλίμα, κάποια μικροπαράπονα εκφράστηκαν αλλά και οι τρεις με διαβεβαίωσαν ότι θα συνέχιζαν κανονικά τη συνεργασία μαζί μας. Ζήτησαν επιπλέον εκπτώσεις και διευκολύνσεις και τους υποσχέθηκα να εξαντλήσω όλα τα περιθώρια που υπήρχαν. Συμφώνησα και με τους τρεις, το όποιο πρόβλημα παρουσιαζόταν να το λύνουμε με απευθείας επικοινωνία και όχι μέσω των υπαλλήλων μας. Έφαγα δυο πρωινά σ’ αυτές τις συναντήσεις, όμως κάθε άλλο παρά περιττές αποδείχτηκαν. Ήδη ένα βάρος είχε φύγει από πάνω μου, λιγόστεψε το άγχος.

Πιο ήσυχος πλέον, ρώτησα την Αγγελική αν είχε μεταφραστεί το γράμμα. Μου απάντησε καταφατικά και μου έφερε το πρωτότυπο και το κείμενο της μετάφρασης. Ξεκίνησα να διαβάζω στα γρήγορα. Καθώς όμως προχωρούσα την ανάγνωση όλο και πιο αργά, έφτασα στο τέλος να διαβάζω τις λέξεις μία μία. Σηκώθηκα, πήγα στην πόρτα και φώναξα στην Αγγελική «είναι καλή η μετάφραση στο γράμμα, σωστή;»

 «Ναι, κύριε Λευτέρη, από αξιόπιστο γραφείο», απάντησε η Αγγελική.

Έκλεισα την πόρτα και ξανακάθισα στην καρέκλα του γραφείου μου. Πήρα ένα μπλοκ δίπλα μου για να σημειώνω και ξαναδιάβασα το γράμμα από την αρχή. Αυτά που διάβαζα ήταν όχι μόνο ενδιαφέροντα, αλλά αν ήταν και αληθινά, ίσως άλλαζαν τα μέχρι τότε δεδομένα της επιχείρησης, το μέλλον της. Το έστελνε μια αυστριακή εταιρεία χρωμάτων η οποία ζητούσε συνεργασία και πρόσφερε προϊόντα σε πολύ ελκυστικές τιμές, όπως τουλάχιστον έμοιαζαν με την πρώτη ματιά. Άφηνε μεγάλο περιθώριο στις πληρωμές και απαιτούσε λίγες και λογικές εγγυήσεις. Άρχισα τους υπολογισμούς. Μετά από κανα μισάωρο, γράψε σβήσε, κατέληξα σε ένα πρώτο συμπέρασμα. Να δω σοβαρά την πρόταση, αφού πάρω πληροφορίες για την εταιρεία και αφού εξετάσω τις επιπτώσεις που θα είχε στη δική μου επιχείρηση μια πιθανή συνεργασία. Μετά θα προχωρούσα σε διαπραγμάτευση και πιθανή συμφωνία. Φώναξα τον Παναγιώτη και τον ρώτησα αν ήξερε για το ενδιαφέρον των Αυστριακών. Ο Παναγιώτης μου είπε ότι πρώτη φορά το άκουγε. Του έδωσα το μεταφρασμένο γράμμα και όσο εκείνος διάβαζε παρατηρούσα τους μορφασμούς και τα μικρά επιφωνήματα που συνόδευαν την ολοκλήρωση κάθε παραγράφου. Τελειώνοντας πήρε βαθιά ανάσα και αναφώνησε:

«Αφεντικό, μας προσφέρουν τα φτερά. Μπορούμε να πετάξουμε! Θέλουμε;»

«Κάτσε, ρε Παναγιώτη, πολλή φόρα πήρες. Ένα γράμμα με μια πρόταση είναι, που δεν ξέρουμε ούτε αυτόν που το έστειλε».

«Λευτέρη, δεν τρελάθηκα. Αν ισχύουν όσα μας προτείνουν, είναι μεγάλη ευκαιρία και συγχρόνως κίνητρο για σένα, να γίνεις πραγματικός επιχειρηματίας. Αυτό το πέταγμα εννοούσα, συγνώμη αν χρησιμοποίησα πληθυντικό».

«Ρε μπαγάσα, έχεις ικανότητα να ξεγλιστράς και να μου βάζεις δύσκολα. Πραγματικός επιχειρηματίας, ε;»

«Αφεντικό, για μένα ήδη είσαι, από τη στιγμή που ανέλαβες το εργοστάσιο μετά το θάνατο του πατέρα σου και είσαι και καλός. Όμως κι εσύ πρέπει κάποια στιγμή να τελειώσεις με τις αναστολές σου και να γίνεις αυτό που μπορείς. Μη μείνεις στο παρελθόν, η ζωή σου προχώρησε, έστω και χωρίς να σε ρωτήσει. Θα ήταν κρίμα να αφήσεις τα παλιά σου πιστεύω να εμποδίσουν το μέλλον που ανοίγεται μπροστά σου».

«Βαλτός είσαι, ρε Παναγιώτη; Τι είναι αυτά που μου λες; Πού ξέρεις εσύ για τα πιστεύω μου; Μεγάλη η απόσταση από το να αποφασίσεις κάτι μέχρι να το πραγματοποιήσεις. Λοιπόν, άσε το μάθημα και τις θεωρίες και πες μου, πού μας βρήκαν εμάς και μας κάνουν πρόταση συνεργασίας; Γιατί μας διάλεξαν; Έχουν κάνει και σε άλλους στην αγορά; Αυτά πρέπει να δούμε, αυτά είναι που χρειάζεται να ξέρουμε πριν έρθουμε σ’ επαφή μαζί τους. Ρώτα λοιπόν στην πιάτσα μήπως μάθεις κάτι, αλλά με προσοχή, να μη μας ξεφύγει τίποτα, μόνο εγώ κι εσύ ξέρουμε».

Περίμενα να περάσουν δυο μέρες, και αφού δεν υπήρχε κανένα νέο από τον Παναγιώτη, αποφάσισα να δράσω μόνος μου. Βρήκα στον τηλεφωνικό κατάλογο το τηλέφωνο και τη διεύθυνση της Αυστριακής Πρεσβείας, τηλεφώνησα να μάθω πότε δέχονταν το κοινό και ζήτησα να συναντηθώ με κάποιον που ασχολείτο με εμπορικά θέματα. Μου έκλεισαν ραντεβού με τον εμπορικό ακόλουθο και την επομένη πέρασα το κατώφλι της πρεσβείας. Η συνάντηση ήταν σύντομη, αλλά αυτό που ήθελα το πέτυχα. Ο ακόλουθος, που γνώριζε μόνο σαν όνομα την εταιρεία, θα μου έστελνε όσα στοιχεία συγκέντρωνε, κυρίως το μέγεθος, το τζίρο κι αν είχε δραστηριότητα σε άλλη χώρα. Εξασφάλισα ακόμη και τη μεσολάβηση στη μετάφραση της αλληλογραφίας, για να είναι απόλυτα ακριβή και έγκυρα όσα θα ανταλλάσσαμε γραπτά με την αυστριακή εταιρεία. Επέστρεψα στο εργοστάσιο και μέχρι αργά το απόγευμα ασχολήθηκα με τη σύνταξη της απάντησης. Πέρα από τις ευχαριστίες και τη δικαιολογία για την καθυστέρηση στον πρόλογο, ζητούσα διευκρινίσεις πάνω στις προτάσεις τους και εξέφραζα την επιθυμία για συνάντηση, δείχνοντας έτσι και το ενδιαφέρον μου για συνεργασία. Σαν υστερόγραφο πρόσθετα ότι θα προτιμούσα να έχουμε τηλεφωνική επικοινωνία στα γαλλικά ή αγγλικά -δεν ήταν και πολύ ευγενικό αλλά ήθελα να μιλήσω ο ίδιος απευθείας- και σημείωνα τις καταλληλότερες ώρες για να γίνει αυτή.

Το άλλο πρωί πέρασα και άφησα το δισέλιδο γράμμα στην Πρεσβεία για να το μεταφράσουν. Μετά πήγα στο γραφείο του δικηγόρου που είχε αναλάβει να ολοκληρώσει τις μεταβιβάσεις, από την παλιά στη νέα εταιρεία και χρειαζόταν ακόμα κάποιες υπογραφές. Έκανα μια βόλτα στο κέντρο της Αθήνας χαζεύοντας τις βιτρίνες και κάθισα να πιω έναν καφέ μέχρι να περάσει η ώρα και να πάω να πάρω το γράμμα. Αυτό που με «έτρωγε» ήταν, όπως όλα έδειχναν, το γιατί απευθύνθηκαν στον πατέρα μου και όχι σε κάποια από τις άλλες εταιρείες του κλάδου. Τη στιγμή μάλιστα που αρκετές απ’ αυτές, είχαν πολύ μεγαλύτερο μερίδιο στην αγορά από το δικό μας. Ούτε και η μητέρα ήξερε και δήλωσε άγνοια όταν τη ρώτησα μήπως της είχε πει κάτι ο πατέρας. Είχε περάσει κανα τρίωρο όταν ξαναπήγα στην Πρεσβεία. Περίμενα λίγο μέχρι να μου δώσουν το μεταφρασμένο γράμμα στα γερμανικά και δυο αντίγραφα. Τα πήρα, τους ευχαρίστησα και χωρίς καθυστέρηση κατευθύνθηκα στο ταχυδρομείο, έβαλα σε φάκελο ένα αντίγραφο και το ταχυδρόμησα. Το ίδιο απόγευμα με τη συνοδεία της Ελένης πήγαμε να ψωνίσουμε ρούχα, πιο κλασσικά απ’ αυτά που φόραγα μέχρι τότε. Ήταν πλέον απαραίτητα στη δουλειά μου. Η εμφάνισή μου έπρεπε να προσαρμοστεί στο νέο μου ρόλο. Όσο και να μη μου άρεσε, το ντύσιμο είχε και αυτό τη σημασία του. Η Ελένη βοήθησε με το γυναικείο γούστο της και το νεανικό της μάτι ώστε το αποτέλεσμα να είναι τελικά ταιριαστό με την ηλικία μου και όχι τόσο βαρύ, όσο φοβόμουνα στην αρχή. Η βόλτα αυτή στα μαγαζιά έκανε καλό και στην Ελένη, που είχε λιώσει στην αγωνία καθώς πλησίαζαν οι μέρες που θα έβγαιναν τα αποτελέσματα των εξετάσεων για το πανεπιστήμιο.

Πέρασε μια βδομάδα, χωρίς κάτι το ιδιαίτερο, χωρίς να προχωρήσω σε αποφάσεις, κυρίως για τη λειτουργία της νέας μονάδας και τις νέες τιμές. Κάτι μου έλεγε μέσα μου να περιμένω. Η Αγγελική διέκοψε τις αφηρημένες σκέψεις που συνόδευαν το δεύτερο καφέ της ημέρας λίγο πριν το μεσημέρι.

«Κύριε Λευτέρη, σας ζητά στο τηλέφωνο κάποιος που μιλά γαλλικά, να σας τον δώσω;»

Ανασηκώθηκα στην καρέκλα και της έκανα νόημα να με συνδέσει. Ήταν ο διευθυντής του εμπορικού τμήματος της αυστριακής εταιρείας. Μετά τις συστάσεις και τα «χαίρω πολύ», μπήκαμε στο ψητό. Ο Αυστριακός μου είπε ότι ήδη έστειλε από την προηγουμένη, αναλυτικά φυλλάδια με τις εγκαταστάσεις, τα προϊόντα και τις τιμές, προτάσεις για τη μορφή της συνεργασίας και ημερομηνίες που θα μπορούσαμε να συναντηθούμε, σε πρώτη φάση στην Αυστρία. Τον άκουσα, ζήτησα ορισμένες διευκρινίσεις και συμφωνήσαμε να ξαναμιλήσουμε αφού παραλάβω και μελετήσω πρώτα το υλικό.

Δεν άντεξα στον πειρασμό:

«Να σας ρωτήσω κάτι, γιατί απευθυνθήκατε σε μας;»

«Μα εσείς μας το ζητήσατε, ο πατέρας σας, αν θυμάμαι καλά. Ήταν τέλος Μαρτίου που μας έστειλε σχετική επιστολή. Μας έγραφε μάλιστα ότι μεγάλωνε την επιχείρηση, ότι ήταν στη διάθεση μας όλα τα στοιχεία της δουλειάς του, ότι ο γιος του, δηλαδή εσείς, είναι χημικός και θα αναλάμβανε σύντομα τη διεύθυνση και ότι η ελληνική αγορά είχε μεγάλες προοπτικές. Κάναμε μια έρευνα και για τη δική σας επιχείρηση και αποφασίσαμε να σας προτείνουμε συνεργασία. Δεν ξέρετε για την επιστολή;»

«Να είμαι ειλικρινής, όχι. Εκείνο τον καιρό έλειπα στη Γαλλία και η εταιρεία μεταφερόταν στις νέες εγκαταστάσεις και καταλαβαίνετε, μάλλον σε κάποιο φάκελο θα βρίσκεται».

Έδειξε κατανόηση και δεν έδωσε συνέχεια, μου είπε πόσο λυπόταν για τον πατέρα και ότι θα χαιρόταν πολύ να με συναντήσει στην Αυστρία το συντομότερο.

Ανάμικτες οι σκέψεις, προβληματισμός, συγκίνηση και χαρά. «Πόσες εκπλήξεις άραγε μου έκρυβε ο πατέρας και πόσες το αίνιγμα της Αυστρίας»; Το κονιάκ με τόση ζέστη και πριν το μεσημέρι μάλλον δεν πήγαινε, όμως εγώ το είχα ανάγκη εκείνη την ώρα και έβαλα να το πιω.

«Τι έγινε, κύριε Λευτέρη; Τέτοια ώρα κονιάκ; Ευχάριστο ή δυσάρεστο έχουμε;» ξεθάρρεψε και η Αγγελική που μπήκε φέρνοντας κάτι παραγγελίες και τιμολόγια που της είχα ζητήσει.

«Σίγουρα κάτι έχουμε Αγγελική. Δείχνει για καλό, μα πρέπει να περιμένουμε».

Οι επόμενες ημέρες δεν πέρναγαν με τίποτα. Αν δεν ερχόταν η απάντηση από την Αυστρία δεν επρόκειτο να ησυχάσω. Επιτέλους, όταν έφτασε, την πήγα αμέσως στην Πρεσβεία. Οι άνθρωποι εκεί, που τους γνώριζα και είχα αποκτήσει οικειότητα μαζί τους, με εξυπηρέτησαν χωρίς καθυστέρηση και σε λίγες ώρες είχα τα μεταφρασμένα κείμενα στα χέρια μου. Τα πήρα, είδα και τον εμπορικό ακόλουθο, που μου έδωσε κι αυτός ό,τι είχε συγκεντρώσει για την αυστριακή εταιρεία και επέστρεψα στη Μεταμόρφωση. Κλείστηκα χωρίς καθυστέρηση στο γραφείο μου.

Πολλά και ενδιαφέροντα όσα είχα απλωμένα μπροστά μου, μια καινούργια κατάσταση πρόβαλλε που υποσχόταν δυναμική άνοδο, εξέλιξη στη δουλειά και τα προϊόντα, προοπτική να περάσει σε άλλο επίπεδο η επιχείρηση. Στην ουσία θα γινόταν αντικατάσταση του μισού περίπου της παραγωγής με έτοιμο εισαγόμενο προϊόν, που ήταν άριστης ποιότητας, φτηνότερο και διέθετε μεγάλη ποικιλία επιλογής για τον πελάτη. Αυτά που κι εγώ σκεφτόμουνα, στη βάση του προγραμματισμού που είχε κάνει ο πατέρας μου, οι Αυστριακοί μου τα πρόσφεραν έτοιμα, χωρίς κόπο και με τις καλύτερες προϋποθέσεις.

Φυσικά, αν συμφωνούσαμε και προχωρούσε η συνεργασία, έπρεπε να γίνουν αλλαγές στην εταιρεία, κυρίως στη σύνθεση του ανθρώπινου δυναμικού. Ο τομέας των πωλήσεων έπαιρνε προτεραιότητα κι ο τομέας της παραγωγής πέρναγε σε δεύτερη μοίρα. Έτσι, κάποιοι εργαζόμενοι στην παραγωγή έπρεπε να απολυθούν και να προσληφθούν δύο ή τρεις πωλητές, που θα αναλάμβαναν να προωθήσουν τα προϊόντα των Αυστριακών. Φώναξα τον Παναγιώτη, του είπα να ασχοληθεί με το υλικό που βρισκόταν πάνω στο γραφείο μου και κατέβηκα στο προαύλιο της αποθήκης. Περπατώντας μονολόγησα, «υπάρχουν οι τρεις μεγάλες εταιρείες του κλάδου μας στη χώρα, υπάρχουν κι άλλες δέκα με δεκαπέντε περίπου του δικού μας μεγέθους, οι Αυστριακοί που θέλουν συνεργασία δεν ανήκουν στις τρεις μεγάλες δικές τους, είναι στις επόμενες δέκα. Στέκει αυτή συνεργασία; Μπορεί να πετύχει; Αν υποθέσουμε ότι συμφωνούμε, γίνονται οι αλλαγές και σπάσουμε τα μούτρα μας, δεν πουλάμε όσο χρειάζεται, πόσο πίσω θα πάμε τη δουλειά που έχουμε τώρα; Θα ξαναβρεθούμε στην ίδια θέση; Αυτό είναι το ρίσκο Λευτέρη. Αυτό θα πει "προβλέπω". Παίζεις. Στη νίκη παίρνεις πολλά, στην ήττα τα χάνεις, ίσως, όλα». Όταν αργότερα ανέβηκα στο γραφείο μου, ο Παναγιώτης με περίμενε για να μου πει να προχωρήσω, θεωρούσε ότι ήταν μεγάλη, μοναδική ευκαιρία. Η πλάστιγγα έγερνε προς την πλευρά της συμφωνίας.

Τηλεφώνησα στην Ελένη, της είπα να ετοιμαστεί για να περάσω να την πάρω να πάμε μια βόλτα, να φάμε και κάτι γιατί πείναγα. Τρώγοντας της διηγήθηκα όσα είχαν συμβεί τις τελευταίες ημέρες με τους Αυστριακούς. Συγκινήθηκε στο άκουσμα για το γράμμα του πατέρα, μου είπε ότι μου είχε απόλυτη εμπιστοσύνη, να αποφάσιζα μόνος μου αυτό που νόμιζα καλύτερο και ότι η ίδια θα στήριζε την όποια απόφαση μου. Επιστρέφοντας με το αυτοκίνητο στο σπίτι, η Ελένη με ρώτησε αν είχα νέα από τη Νικόλ. Η άρνηση και η λύπη που σχηματίστηκε στο πρόσωπό μου την έκαναν ν’ αλλάξει κουβέντα, λέγοντας για τα αποτελέσματα των εξετάσεων που θα έβγαιναν σε μια δυο μέρες. Πράγματι, δυο μέρες μετά, την ώρα που μίλαγα με το διευθυντή της εταιρείας στην Αυστρία και κανόνιζα το πότε θα πήγαινα εκεί για να κλείσουμε τη συμφωνία, η Αγγελική μου έκανε νόημα ότι με ζητούσε η Ελένη στο τηλέφωνο. Της είπα ότι θα την έπαιρνα εγώ και μόλις τέλειωσα με τον Αυστριακό σήκωσα το ακουστικό και σχημάτισα τον αριθμό του σπιτιού μας. Με το πρώτο χτύπημα το σήκωσε η Ελένη πανευτυχής, «Ιατρική Θεσσαλονίκης αδελφούλη, σ’ αγαπώ πολύ» το κλάμα της αντήχησε στο γραφείο. Κοίταξα τη φωτογραφία του πατέρα, βούρκωσα.

«Μπράβο, Ελένη μου, συγχαρητήρια, να είσαι πάντα καλά, χαρούμενη και ευτυχισμένη, με κάνεις υπερήφανο».

«Σ’ ευχαριστώ, δεν κατάφερα την Αθήνα αλλά όπως ήρθαν τα πράγματα...»

«Αυτό μην το ξαναπείς, πέτυχες έναν άθλο, άντε θα πας κι εσύ στα λημέρια μου, τυχερή!»

Τελειώνοντας ο Αύγουστος, μια ακόμη βδομάδα με πολύ τρέξιμο με περίμενε. Προετοιμασία για το ταξίδι στην Αυστρία, προεργασία με τις τράπεζες για πλαφόν και συνάλλαγμα, συζήτηση με τους τρεις μεγάλους πελάτες για τις δυνατότητες απορρόφησης των νέων προϊόντων και οι πρώτοι σχεδιασμοί των αλλαγών στην επιχείρηση. Αυτά βέβαια χωρίς πλήρη αποκάλυψη της συμφωνίας που ετοίμαζα, χωρίς διευθύνσεις και ονόματα. Να περάσω και από τη Στρατολογία να δω αν όλα ήταν εντάξει με την κατάταξη μου στο στρατό και επιτέλους να ολοκληρώσω τη μεταβίβαση της εταιρείας και όλα τα διαδικαστικά σε εφορία, επιμελητήριο και ασφαλιστικά ταμεία. Η μητέρα μου με την Ελένη ήδη είχαν φύγει για Θεσσαλονίκη, να βρουν και να νοικιάσουν διαμέρισμα για να μείνει η Ελένη. Ήξεραν πού να ψάξουν. Η Θεσσαλονίκη, τους ήταν αρκετά γνωστή από τις επισκέψεις τους στη δική μου φοιτητική θητεία.

Έτοιμος, σίγουρος, ψύχραιμος, καλά προετοιμασμένος, έφυγα για την Αυστρία. Είχα και μαζί μου ό,τι θα χρειαζόταν στη διαπραγμάτευση. Πήγαινα μόνος μου, μάλιστα, εκτός από την Ελένη, κανείς άλλος δεν ήξερε πού πηγαίνω. Στη δουλειά νόμιζαν ότι ανεβαίνω στη Θεσσαλονίκη. Προτίμησα να έχω την άνεση να χειριστώ το όποιο αποτέλεσμα όπως θα με συνέφερε. Στο αεροπλάνο, βρήκα την ευκαιρία να χαλαρώσω, να ξεφύγω λίγο από την πίεση. Πώς με έβλεπαν οι συνάδελφοι επιχειρηματίες του κλάδου; Μερικοί σαν σοβαρό αντίπαλο, άλλοι αναγνώριζαν την πανεπιστημιακή μου γνώση, αλλά προέβλεπαν αποτυχία στο εμπόριο και οι «αυθεντίες» του κλάδου διασκέδαζαν με τον καλλιτέχνη που θα σπάσει τα μούτρα του στη σκληρή πραγματικότητα της αγοράς. Αναλογίστηκα τους σχεδόν τρεις μήνες που βρισκόμουνα στην Αθήνα και τα όσα είχα καταφέρει μέχρι τότε. Δεν ήταν και λίγα για τη μικρή μάλιστα εμπειρία, που διέθετα.

Όταν έφτασα, πήρα ταξί από το αεροδρόμιο για το ξενοδοχείο που μου είχαν κλείσει δωμάτιο. Από το ξενοδοχείο πέρασε αργότερα ο διευθυντής της εταιρείας με τη γυναίκα του και με πήγαν για φαγητό. Ευχάριστο και χαλαρό το κλίμα, κυρίως γενική συζήτηση για την Ελλάδα και την Αυστρία. Το επόμενο πρωί έστειλαν ένα αυτοκίνητο που με πήγε αρκετά χιλιόμετρα έξω από τη Βιέννη, στις εγκαταστάσεις της εταιρείας. Εκεί, αφού πρώτα μου έδειξαν τους χώρους και τα διάφορα τμήματα που ήταν διασκορπισμένα σε μεγάλη έκταση, καθίσαμε να συζητήσουμε τα της συνεργασίας. Η κουβέντα συνεχίστηκε μέχρι αργά το απόγευμα και τέλειωσε όταν είχαμε εξετάσει όλες τις λεπτομέρειες της συμφωνίας και δώσαμε τα χέρια. Το βράδυ με συνόδευσαν δυο νεαροί υπάλληλοι της εταιρείας σε ένα μπαρ-ρέστοραντ όπου φάγαμε και ήπιαμε ένα ποτό και σχετικά νωρίς επέστρεψα στο ξενοδοχείο. Κατάκοπος όπως ήμουν έπεσα αμέσως για ύπνο.

Στο ταξίδι της επιστροφής, έγινε ο απολογισμός. Τα κυριότερα σημεία της συμφωνίας που θα υπογράφαμε σε μια βδομάδα στην Αθήνα, προέβλεπαν αποπληρωμή της κάθε παραγγελίας στους δύο μήνες μετά το εξάμηνο και εφόσον όλα θα πήγαιναν καλά, η πίστωση θα έφτανε και στους τρεις μήνες. Η συμφωνία θα ίσχυε για ένα χρόνο, με έναν ελάχιστο τζίρο που θα έπρεπε να κάνουμε στην Αυστριακή εταιρεία και ήταν μέσα στις δυνατότητές μας. Μετά θα επεκτεινόταν για άλλα πέντε χρόνια, με αποκλειστική διάθεση στην ελληνική αγορά. Η κάθε παραγγελία θα συνοδευόταν με προκαταβολή τριάντα τοις εκατό της αξίας ενώ οι τιμές που πέτυχα άφηναν καλά περιθώρια κέρδους.

Φανερά ικανοποιημένος και κουρασμένος έφτασα στο εργοστάσιο. Ο Παναγιώτης ήταν ακόμα εκεί και του είπα να ανέβει στο γραφείο μου.

«Παναγιώτη, κάτσε και άκου, έρχομαι από τη Βιέννη, όλα πήγαν κατ’ ευχήν -τις μάθαμε κι αυτές τις εκφράσεις. Μη με ρωτήσεις πότε, πώς και τα λοιπά, δεν έχουμε χρόνο. Μέχρι την άλλη βδομάδα που θα πέσουν οι τελικές υπογραφές έχουμε να κάνουμε πάρα πολλά, δεν ξέρω αν θα προφτάσουμε. Χαρτί και μολύβι, προτεραιότητες και προπαντός μην ξεχάσουμε κάτι».

«Αυτά είναι, Λευτέρη, που μου κάνεις και σε παραδέχομαι. Μπράβο! Δεν παίζεσαι, σου βγάζω το καπέλο. Δε ρωτάω τις λεπτομέρειες γιατί ξέρω πως έκανες ό,τι καλύτερο γινόταν».

«Κανόνισε, τέτοια να λες και μπροστά στους Αυστριακούς, θα πάρουν δρόμο και όπου φύγει φύγει».

«Μη φοβάσαι, αφεντικό. Δεν είπαμε; Θα τα καταφέρουμε».

Μεταφράσεις, χαρτιά, δικηγόροι, καλλωπισμός του εργοστασίου, συγκατάθεση για διευκολύνσεις της τράπεζας, τα της υποδοχής, άγχος και αναμονή. Έφτασε η πολυπόθητη μέρα. Ένας από τους ιδιοκτήτες της αυστριακής εταιρείας, μαζί με τον εμπορικό διευθυντή και ένα δικηγόρο κατέφθασαν για να ολοκληρώσουμε τη συμφωνία. Τους ξεναγήσαμε στο μικρό μας εργοστάσιο, τους πήγα και στην τράπεζα και επιστρέψαμε στο γραφείο μου για τις υπογραφές, όπου μας περίμεναν ο Παναγιώτης, ο δικηγόρος μας και μια μεταφράστρια. Κάποιες επιμέρους λεπτομέρειες, χωρίς ν’ αλλάξουν όσα είχαμε συμφωνήσει στην Αυστρία, τακτοποιήθηκαν αμέσως και έτσι, μέχρι το βράδυ, όλα είχαν τελειώσει. Γιορτάσαμε τη συμφωνία στην Πλάκα, σε ελληνική ταβέρνα, με την παρουσία και του εμπορικού ακόλουθου της πρεσβείας, κάτι που ευχαρίστησε ιδιαίτερα τους συνεργάτες μου, πλέον, Αυστριακούς. Αφού φάγαμε και ήπιαμε αρκετά, αποχαιρετιστήκαμε με ευχές για καλές δουλειές. Την επομένη δε θα τους έβλεπα γιατί πέταγαν νωρίς το πρωί και θα πήγαιναν με ταξί στο αεροδρόμιο.

Νωρίς το πρωί ξεκίνησα κι εγώ για το εργοστάσιο χαρούμενος αλλά και μουδιασμένος. Η μέρα που είχε έρθει δεν ήταν μια συνηθισμένη μέρα. Ήταν η μέρα που θα χάραζε τη νέα πορεία της επιχείρησης και της δικής μου ζωής. Από δω και πέρα το κάθε λάθος θα ήταν ολέθριο, δεν υπήρχαν περιθώρια για αστοχίες και παρεκκλίσεις. Οι κανόνες της αγοράς έπρεπε να τηρηθούν απόλυτα. Συμβιβασμοί και αναβολές δεν επιτρέπονταν. Η σκληρή πραγματικότητα θα επικρατούσε αν ήθελα να πετύχω. Θεωρίες και λόγια θα πήγαιναν περίπατο. Φτάνοντας στο εργοστάσιο, θυμήθηκα τι είχα πει στον πατέρα τα Χριστούγεννα για το Παρίσι και τις σπουδές μου στη σκηνοθεσία, είναι πλέον σκοπός ζωής για μένα.

«Λευτεράκο, άντε τώρα να απολύσεις ανθρώπους από τη δουλειά για να δεις τι σημαίνει σκοπός ζωής».

Ανέβηκα στο γραφείο, φώναξα τον Παναγιώτη και την Αγγελική και ζήτησα την κατάσταση με το προσωπικό. Δίπλα από το χρόνο πρόσληψης, τα χρήματα που έπαιρνε, τη δουλειά που έκανε και την ηλικία, πρόσθεσα στον καθένα την οικογενειακή του κατάσταση. Ρώτησα τη γνώμη του Παναγιώτη. Οι μισοί τουλάχιστον δεν μπορούσαν να απολυθούν σαν απαραίτητοι, επομένως από τους περίπου δέκα που έμεναν, έπρεπε να απολυθούν οι επτά. Κατέληξα στους επτά και είπα στον Παναγιώτη να μεταφέρει σε όλους τα νέα για τις αλλαγές και τη συμφωνία με τους Αυστριακούς. Αυτοί που θα απολύονταν θα έπαιρναν ό,τι προβλεπόταν και επιπλέον ένα μηνιάτικο, μαζί με την υπόσχεση για πρόσληψη και πάλι αν η εταιρεία χρειαζόταν κάποια στιγμή προσωπικό. Εγώ θα τους μίλαγα μισή ώρα πριν το τέλος της δουλειάς τους. Δεν ήξερα τι να τους πω, όμως έπρεπε.

Πνιγόμουνα, βγήκα από το γραφείο, προχώρησα μέχρι το βάθος του διαδρόμου, άνοιξα την πόρτα και μπήκα σε μια μικρή αποθήκη όπου υπήρχαν ντοσιέ και φάκελοι, γραφική ύλη και παλιά αρχεία. Έκλεισα με κλωτσιά την πόρτα και ουρλιάζοντας γκρέμισα ό,τι βρισκόταν πάνω στα ράφια.

«Γιατί, ρε πούστη μου; Γιατί σε μένα;» κραυγή οργής και παράπονο μαζί.

Ζήτησα συγνώμη από τη μαρμαρωμένη Αγγελική και ξαναμπήκα στο γραφείο μου. Το τηλεφώνημα της Ελένης γιατρικό, ήρθε την κατάλληλη στιγμή. Ηρέμησα λίγο, τουλάχιστον αυτή ήταν καλά και ετοιμαζόταν για το δικό της ταξίδι.

Τις επόμενες ημέρες προσλάβαμε τρεις πωλητές, κάναμε τις πρώτες παραγγελίες στους Αυστριακούς, δώσαμε κατευθύνσεις στο προσωπικό για ν’ ανταποκριθεί στις νέες απαιτήσεις και οργανώσαμε τη λειτουργία της επιχείρησης στο μοντέλο που πίστευα ότι θα φέρει καλύτερα αποτελέσματα. 


Τα αναπάντεχα...

 

Ο

 χρόνος κύλησε, η δουλειά πήγαινε καλά, η Ελένη μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη και άρχισε τα μαθήματα στην Ιατρική και εγώ παρουσιάστηκα στρατιώτης στην Τρίπολη. Εκεί βρήκα και την ευκαιρία, ένα απόγευμα μετά την εκπαίδευση, να γράψω το γράμμα που ήθελα από καιρό να στείλω στη Νικόλ. 


Αγαπημένη μου Νικόλ,

δεν περνάει στιγμή που να μη σε σκέφτομαι, μου λείπεις τόσο πολύ. Αναλογίζομαι συχνά κατά πόσο φταίω που είμαστε χώρια. Αν έπρεπε να είχα κάνει κάτι άλλο για να είναι διαφορετικά σήμερα τα πράγματα. Όμως κακά τα ψέματα, δεν υπάρχει κάτι που θα μπορούσα να κάνω και δεν το έκανα.

Το πάλεψα, προσπάθησα, δε γίνεται να επιστρέψω στο Παρίσι, η ελπίδα να βρω λύση καλή για όλους, παρέμεινε ελπίδα. Η ζωή, η πραγματικότητα, με ξεπέρασαν.

Είναι μάταιο να ζω με ψευδαισθήσεις, ήρθε η ώρα να πληρώσω το τίμημα. Δυστυχώς το πληρώνεις κι εσύ, που δεν έφταιξες σε τίποτα.

Ξέρω ότι δεν έχω το δικαίωμα πια να σου ζητήσω οτιδήποτε, πόσο μάλλον να έρθεις και να συνεχίσουμε τη ζωή μας εδώ.

Φυσικά, αν κάποια στιγμή αλλάξεις γνώμη, αν το θελήσεις, η αγκαλιά μου θα είναι ανοιχτή.

Θέλω να ξέρεις ότι πιο πάνω και από την αγάπη μου για σένα, υπήρχε ο σεβασμός μου για σένα, αυτόν επικαλούμαι για να τελειώσω το γράμμα μου.

Αντίο αγάπη μου,

Λευτέρης 


Το διάστημα μέχρι να ορκιστώ και να πάρω την πρώτη άδεια πέρασε δύσκολα. Όχι γιατί στερήθηκα την ελευθερία μου ή γιατί δεν μπορούσα να προσαρμοστώ στη στρατιωτική ζωή. Η δουλειά μου έλειπε, ο έλεγχος στην επιχείρηση. Το μυαλό μου ήταν συνέχεια εκεί. Μπορεί να τα είχε αναλάβει όλα ο Παναγιώτης και να μην υπήρχαν ιδιαίτερα προβλήματα, χρειαζόταν όμως και η παρουσία μου στη νέα εποχή που είχε ξεκινήσει στο εργοστάσιο. Η μετάθεση ευτυχώς ήρθε γρήγορα και ήταν για τη Χαλκίδα, όπως είχε υποσχεθεί ο Ταξίαρχος. Μονάδα επιστρατεύσεως που σήμαινε δουλειά σε γραφείο μέχρι το μεσημέρι και μετά ελεύθερο το υπόλοιπο της ημέρας, εκτός αν είχα υπηρεσία. Έτσι, δυο τουλάχιστον απογεύματα τη βδομάδα βρισκόμουνα στην Αθήνα και παρακολουθούσα από κοντά την επιχείρηση.

Τα βράδια της μοναξιάς, στο στρατόπεδο της Χαλκίδας, σκεφτόμουνα τη Νικόλ και τη ζωή μας στο Παρίσι. Από τότε που έφυγε, μόνο δυο φορές είχαμε μιλήσει στο τηλέφωνο. Πολύ τυπικά, συγκρατημένα. Ούτε στο γράμμα μου απάντησε. Παρ’ όλα αυτά ο καιρός που πέρναγε δεν απάλυνε τα αισθήματα.

Ο στρατός, με τη βοήθεια του Ταξίαρχου, δε στάθηκε τελικά εμπόδιο στην επιχειρηματική μου δραστηριότητα. Τα νέα προϊόντα από την Αυστρία τα δέχτηκε θετικά η αγορά και οι συνολικές πωλήσεις αυξάνονταν συνεχώς, ανεβάζοντας αρκετά το τζίρο της εταιρείας. Από τον Απρίλη και μετά, είχα περισσότερες ευκαιρίες να έρχομαι στην Αθήνα και μάλιστα ολόκληρα Σαββατοκύριακα. Σταμάτησα να ταξιδεύω με το τρένο και έπαιρνα το Kadett. Μπορούσα πλέον να συναντώ συχνότερα και τους παλιούς μου φίλους. Αρχίσαμε και πάλι να πηγαίνουμε σε ταβέρνες, στο γήπεδο και πότε πότε σινεμά ή κανα θέατρο. Σιγά σιγά έστηνα μια καινούργια ζωή. Μπορεί να είχα ακόμα μερικούς μήνες να υπηρετήσω στο στρατό, όμως όλα έμοιαζαν τακτοποιημένα και τίποτα δε φαινόταν ικανό να ανατρέψει την πορεία που είχαν πάρει τα πράγματα. Έχοντας την εμπειρία από το παρελθόν, που ήρθαν ξαφνικά τα πάνω κάτω, δεν ξανοιγόμουνα και πολύ, προτιμούσα να πηγαίνω μαλακά και με μικρά βήματα.

Ήταν τέσσερις το απόγευμα όταν έφτασα από τη Χαλκίδα στη Μεταμόρφωση. Η Αγγελική με περίμενε για μια σύντομη ενημέρωση, μου έδωσε έναν κατάλογο με όσους με είχαν ζητήσει στο τηλέφωνο και έφυγε. Έριξα μια ματιά στα ονόματα και στάθηκα στο όνομα Λαμπρινός.

«Ποιος Λαμπρινός να είναι αυτός; Πελάτη με τέτοιο όνομα δε θυμάμαι να έχουμε. Ο γνωστός της υφαντουργίας; Τι να με θέλει;»

Σχημάτισα τον αριθμό του τηλεφώνου που ήταν σημειωμένος δίπλα στο όνομα και περίμενα μέχρι να ακουστεί ο ήχος πως καλούσε. Μια ευγενική γυναικεία φωνή με ρώτησε ποιον ήθελα και της είπα τον κύριο Λαμπρινό, συμπλήρωσα και το επώνυμο μου, Ανέστης. Μου είπε να περιμένω μισό λεπτό να με συνδέσει.

«Ο κύριος Ανέστης; Ο Ελευθέριος;» η βραχνή φωνή στο ακουστικό.

«Ναι, ο Λευτέρης Ανέστης, με ζητήσατε, κύριε Λαμπρινέ; Νομίζω δε γνωριζόμαστε, περί τίνος πρόκειται;»

«Ακούστε, κύριε Ανέστη, δε γνωριζόμαστε, γνώριζα όμως τον πατέρα σας και τον εκτιμούσα, αν και δεν είχαμε κάποια μόνιμη εμπορική συνεργασία. Θα ήθελα να σας μεταφέρω κάτι που μου είπαν και νομίζω ότι πρέπει να το ψάξετε».

«Δε σας καταλαβαίνω, τι είναι αυτό που σας είπαν και μπορεί να με ενδιαφέρει;»

«Επειδή χρειάζεται εχεμύθεια, για να μην εκτεθεί κάποιος πιθανόν χωρίς λόγο, θα επιθυμούσα να μιλήσουμε από κοντά και όχι από το τηλέφωνο. Άλλωστε θα χαρώ πολύ να σας γνωρίσω».

«Ξέρετε υπηρετώ τη θητεία μου και δεν έχω πολύ χρόνο και μάλιστα όποτε τον θέλω».

«Έχετε δίκιο, όποια στιγμή μπορέσετε, τηλεφωνήστε στη γραμματέα μου και θα σας δεχτώ αμέσως. Συνήθως φεύγω αργά από το εργοστάσιο και δεν είμαστε και μακριά».

Τον ευχαρίστησα και έκλεισα το τηλέφωνο μάλλον ψυχρά. Σιχαινόμουν αυτό το «να σου πω κάτι, που μου είπαν» και πάει λέγοντας, κουβέντες καφενείου και στο τέλος να μένουν αμφιβολίες χωρίς καν να υπάρχει θέμα. Αυτά μάλιστα από κάποιον που σου είναι άγνωστος, όσο κι αν θεωρείτο ένας σοβαρός και πετυχημένος επιχειρηματίας.

«Τι φωτιά μας άναψε ο Λαμπρινός; Αν πρόκειται για τα νέα προϊόντα των Αυστριακών; Μπορώ να το παραβλέψω; Τι άλλο να είναι γαμώτο; Γιατί θέλει εχεμύθεια;»

Δυο μέρες μετά, πήρα άδεια να φύγω λίγο πιο νωρίς από τη Χαλκίδα, πέρασα από το εργοστάσιο ν’ αλλάξω ρούχα και τηλεφώνησα στο Λαμπρινό για ραντεβού. Χωρίς καθυστέρηση και χωρίς να πω πού πάω σε κανέναν, βρέθηκα τρία χιλιόμετρα περίπου, προς τη Νέα Φιλαδέλφεια, στις εγκαταστάσεις της υφαντουργίας Λαμπρινού. Με υποδέχτηκε στο τεράστιο γραφείο του στο δεύτερο όροφο ενός κτηρίου που βρισκόταν δίπλα σε κάτι υπόστεγα. Καλοντυμένος, ασπρομάλλης, για εβδομήντα πέντε με ογδόντα ετών τον έκανα, στητός αλλά με πρόσωπο κουρασμένο.

«Σας ζητώ συγνώμη, κύριε Ανέστη, που σας έφερα εδώ, ελπίζω ότι ο κόπος σας κι ο χρόνος σας δε θα πάνε χαμένοι. Καθίστε παρακαλώ. Τι να σας προσφέρω;»

«Έναν ελληνικό καφέ αν είναι εύκολο, με λίγη ζάχαρη».

Έδωσε την παραγγελία από το τηλέφωνο και άρχισε να μιλά, αφού κάθισε στην πολυθρόνα ακριβώς απέναντι μου και όχι στο γραφείο του.

«Αγαπητέ Λευτέρη, επίτρεψέ μου μαζί με την οικειότητα και το θάρρος που παίρνω να σου μιλώ στον ενικό, να σου πω ότι πρέπει να είσαι υπερήφανος για τον πατέρα σου. Είχε άριστο όνομα στην αγορά, έντιμος και καθαρός. Μια δυο φορές που κάτι χρειάστηκα, με εξυπηρέτησε αμέσως και σε πολύ καλές τιμές. Η δική σου παρουσία θα πρέπει να ξέρεις ότι ήδη συζητείται στους εμπορικούς κύκλους, και από ό,τι μαθαίνω, κρίνεται μάλλον ως θετική».

«Ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια, όμως νομίζω ότι με καλέσατε για να μου πείτε κάτι, που δεν έπρεπε να μου το πείτε από το τηλέφωνο. Ξέρετε, προτιμώ να κάνω τη δουλειά μου, δε με ενδιαφέρουν τα κουτσομπολιά» αντέδρασα την ώρα που η γραμματέας του έφερε τον καφέ.

«Έχεις δίκιο, παρασύρθηκα. Λοιπόν, Λευτέρη, υπάρχουν δυο μεγάλα καταστήματα, μάντρες θα έλεγα, ένα στη Νέα Φιλαδέλφεια και ένα στους Αγίους Αναργύρους, εδώ στα μέρη μου, που πουλάνε σε οικοδόμους και μικροεργολάβους χρώματα, δικά σου, χωρίς τιμολόγιο και σε πολύ χαμηλές τιμές. Καταλαβαίνεις τι δουλειά κάνουν. Έχουν δει εκεί και έναν υπάλληλο σου. Μπορεί να μη συμβαίνει και τίποτα ή να είναι άσχετο με τη δική σου επιχείρηση, όμως κατά τη γνώμη μου, την εμπειρία μου αν θες, πρέπει να το ψάξεις».

Ένιωσα ένα σφίξιμο, έναν κόμπο στο στομάχι. Προσπάθησα να φανώ ψύχραιμος, «η πρώτη ερώτηση, αν μου επιτρέπετε, είναι ποιοι εμπλέκονται και η δεύτερη, γιατί μου το λέτε. Η σειρά δεν έχει σημασία».

«Είσαι έξυπνος και χαίρομαι γιατί φαίνεται πως έκανα καλά να σου μιλήσω. Τα ονόματα φυσικά είναι στη διάθεση σου, από τη στιγμή που καταγγέλλω κάτι τόσο σοβαρό, σε καμιά περίπτωση δε θα κρυβόμουνα πίσω από φήμες. Έκανα μια μικρή έρευνα πριν σε καλέσω. Το γιατί στο λέω, είναι πιο δύσκολο για μένα να στο εξηγήσω. Ξέρεις, Λευτέρη, υπάρχουν πράγματα στη ζωή που νομίζεις ότι τα έχεις ξεχάσει, οι συνθήκες τα έχουν ισοπεδώσει, ο χρόνος τα παραχώνει σε κάποιο ντουλάπι και προχωράς όλο και με λιγότερες ευαισθησίες. Αυτές κυρίως αφήνεις πίσω. Καθώς φτάνεις στο τέρμα, αν δεν έχεις χάσει την ανθρωπιά σου, κάποια απ’ αυτά τα ξεχασμένα πράγματα σου χτυπάνε την πόρτα, οι ευαισθησίες, έστω κάποιες, ξαναγυρνάνε. Σε κουνάνε, σε ξυπνάνε κι εσύ αντιδράς. Συνειδητοποιείς πόσο άχρηστα ήταν τα περισσότερα απ’ αυτά που έκανες, πόσο μάταια. Χωρίς αγάπη, χωρίς ηθική, χωρίς αλληλεγγύη, χωρίς σεβασμό στον εαυτό σου και τους άλλους, το τέλος είναι θλιβερό. Μετανιώνεις για πολλά, μα δεν μπορείς να γυρίσεις πίσω. Πολύ λίγα προλαβαίνεις να διορθώσεις...»

Σωριάστηκε στην πολυθρόνα, το πρόσωπο του έγινε κατακόκκινο. Τα μάτια του ανοιγόκλειναν σαν να ήθελε να εμποδίσει το δάκρυ να τρέξει. Πήρε βαθιά ανάσα και συνέχισε.

«Όταν μου είπε ο οδηγός μου, μια μέρα που με πήγαινε στο σπίτι, ότι κάτι γίνεται και πως "θα το φάνε το παλικάρι πριν το πάρει χαμπάρι" και αναφερόταν σε σένα, θύμωσα. Παλιότερα μπορεί και να γέλαγα. Βλέπεις η αγορά σε κάνει θηρίο. Θέλεις δε θέλεις, υποτάσσεσαι στους νόμους και τους τρόπους της, αλλιώς ή φεύγεις ή σε καταπίνει. Χωρίς να του πω τίποτα, έβαλα δυο έμπιστα παιδιά από τη δουλειά να το ψάξουν και μου είπαν αυτά που σου μετέφερα. Οι πληροφορίες επομένως είναι από μένα τον ίδιο και αναλαμβάνω την ευθύνη. Ειλικρινά, μακάρι να κάνω λάθος, όμως ασχολήσου σοβαρά και χωρίς να το καταλάβουν. Εγώ σταματάω εδώ. Πιστεύω ότι απάντησα και στα δύο ερωτήματα. Ειλικρινά απορώ πώς σου εκμυστηρεύτηκα πράγματα που ούτε στα παιδιά μου δεν έχω πει».

Σαστισμένος και εμβρόντητος τον άκουσα να τελειώνει την εξομολόγηση. Τι να του έλεγα; Τον ευχαρίστησα και πριν φύγω, μου έδωσε τα ονόματα των καταστημάτων και μου περιέγραψε τα χαρακτηριστικά του υπαλλήλου της εταιρείας μου. Πέρασα από το εργοστάσιο. Πήρα μαζί μου τα στρατιωτικά ρούχα και κατευθύνθηκα για το σπίτι. Ήθελα να βρεθώ μακριά από τη δουλειά, να σταθμίσω τα πράγματα ήρεμα, να δω πώς θα χειριστώ το θέμα. Όταν έφτασα τηλεφώνησα στο Στράτο και ευτυχώς τον πρόλαβα στο σπίτι του, την ώρα που ετοιμαζόταν να βγει έξω.

«Σε θέλω! Θέλω να μιλήσουμε για κάτι σοβαρό, σε μια ώρα στην ταβέρνα του Παπασιδέρη». Το ύφος μου δεν του άφησε περιθώριο να μου πει οτιδήποτε και φυσικά ν’ αρνηθεί. Συμφώνησε με ένα «εντάξει».

Ώσπου να έρθει το ψητό συκώτι στα κάρβουνα, με το πρώτο ποτήρι κρασί, άρχισα τη διήγηση χωρίς φυσικά να πω από πού είχα τις πληροφορίες.

«Η περιγραφή του υπαλλήλου που μου δώσανε, ταιριάζει στον Παναγιώτη, στον είχα γνωρίσει τη φορά που ήρθες στο εργοστάσιο. Κεραυνός εν αιθρία, αυτός είναι ο έμπιστος μου και του πατέρα μου το ίδιο».

«Έχεις κάποια ένδειξη, κάτι περίεργο να έχει συμβεί και να μην του έχεις δώσει σημασία; Συμφωνούν τα υλικά με το εμπόρευμα και τις πωλήσεις; Αυτά πρέπει να δεις» παρατήρησε ο Στράτος.

«Όχι, ρε φίλε, δεν πάει το μυαλό μου κάπου. Θα πάρω άδεια και θα κάτσω στο εργοστάσιο να ελέγξω όλα τα στοιχεία. Αν γίνεται αυτό καιρό, θα υπάρχουν διαφορές που πιστεύω πως θα βρω. Μόνο που αυτό πρέπει να γίνει χωρίς να καταλάβει κανείς τι ψάχνω. Δε θέλω να κυκλοφορήσουν φήμες ότι κάτι συμβαίνει. Ακόμα κι αν δεν είναι αλήθεια, η ζημιά θα έχει γίνει».

«Αυτό είναι που χρειάζεται προσοχή, όλοι κοιτάνε πώς να σε φάνε. Αν θέλεις κάτι που μπορώ να κάνω εγώ, εννοείται ότι θα το κάνω, όπως και ότι το στόμα μου θα μείνει κλειστό». Βάλσαμο τα λόγια του Στράτου. Περίπτωση φίλου ο Στράτος, ξεχωριστός, αδελφός που λέμε.

Γυρίζοντας στο σπίτι θυμήθηκα τα περασμένα Χριστούγεννα που είχα μια βδομάδα άδεια από το στρατό και ξαναβρέθηκα με φίλους και γνωστούς από το παρελθόν. Συναντήσεις και ψιλογλέντια, που όμως δεν είχαν τον αυθορμητισμό όπως τα παλιά. Θύμησες, αναπολήσεις, αλλά μέχρι εκεί, αυτό το δυνατό που είχαμε ζήσει και είχε σφραγίσει το κοινό μας χθες, είχε τελειώσει. Η απόσταση κι ο χρόνος βλέπεις, οι διαφορετικοί δρόμοι στη ζωή. Με τους περισσότερους: «άντε βρε, να τα ξαναπούμε, ποιος ξέρει πότε, ίσως του χρόνου». Και τι να πούμε ρε του χρόνου; Μνημόσυνα θα κάνουμε; Οι σχέσεις είναι ζωντανά πράγματα, ό,τι αξίζει στη ζωή. Έχουν κλάμα και γέλιο, στεναχώρια, λύπη, προβλήματα που τ’ αντιμετωπίζουμε μαζί, ξενύχτια και χαρές, ό,τι και να τύχει μια γροθιά, βοήθεια να ξεπεραστεί η αναποδιά και κοινή απόλαυση της καλής στιγμής. Οι φιλίες χτίζονται με πόνο, αλήθεια και σεβασμό, προπαντός αντέχουν στο χρόνο. Δεν κρατιούνται με τα τηλέφωνα για τα χρόνια πολλά. Γι’ αυτό κι εγώ διάλεξα δυο τρεις, του Γιώργου, του Δημήτρη, του Στράτου και τις άλλες τις έριξα στην ανάμνηση της καλής πλευράς της ζωής, που δεν ξέρω αν τελικά το άξιζαν κιόλας, τουλάχιστον όλες.

Ξύπνησα χαράματα, στις επτάμισι ήμουν στη Χαλκίδα. Ζήτησα τρεις ημέρες άδεια, που με το Σαββατοκύριακο έγιναν πέντε. Έφυγα στις τέσσερις και επέστρεψα στην Αθήνα. Πήγα στο σπίτι, έκανα ένα μπάνιο και κατευθείαν για τη Μεταμόρφωση. Είχαν σχολάσει όλοι. Ανέβηκα στο γραφείο μου, άναψα τα φώτα, κατέβασα τα ντοσιέ με τις πρώτες ύλες που έγιναν εισαγωγή τους τελευταίους μήνες και τις ποσότητες προϊόντων που είχαμε φέρει από την Αυστρία. Άρχισα τους υπολογισμούς και τις προσθέσεις.

«Ειρωνεία, Λευτέρη, να έχεις "πουλήσει" τα πιστεύω σου, την ίδια σου τη ζωή, έστω και γιατί δε γινόταν αλλιώς, κι εκεί που νομίζεις ότι όλα είναι εντάξει, έρχεται το αναπάντεχο, δίνει μια και τα γκρεμίζει όλα».

Δύο ήταν οι επιλογές που είχα. Να δράσω αμέσως με το ρίσκο να μη βρω όλα τα στοιχεία ή να περιμένω παρακολουθώντας διακριτικά τις κινήσεις που θα γίνουν και την κατάλληλη στιγμή να επέμβω. Διάλεξα να λύσω το θέμα άμεσα. Έτσι είχα μάθει. Όσο αφήνεις κάτι να σέρνεται, κακοφορμίζει. Άλλωστε η καθυστέρηση, εκτός από την απώλεια εσόδων, μπορεί να φούντωνε τις φήμες και η ζημιά στην εταιρεία να γινόταν ανεπανόρθωτη. Ήδη αρκετοί γνώριζαν και περισσότεροι θα μάθαιναν αν άφηνα το χρόνο να περνά. Έμεινα μέχρι αργά στο εργοστάσιο. Φεύγοντας πήρα μαζί μου τα χαρτιά με τις σημειώσεις από τη μικρή μου έρευνα. Πάρκαρα το αυτοκίνητο, μπήκα στο γειτονικό σουβλατζίδικο για ένα γύρο με διπλή πίτα και περασμένες έντεκα, έφτασα στο σπίτι.

Το πρωί στις οκτώ ήμουνα στην αποθήκη του εργοστασίου. Ζήτησα τις παραγγελίες που είχαμε και είπα στους δυο υπαλλήλους που ήταν εκεί, πως δε θα φορτωθούν εκτός από δυο τρεις επείγουσες. Τους έδωσα εντολή για γενική απογραφή και ειδοποίησα ακόμα δυο υπαλλήλους να έρθουν για να βοηθήσουν να ολοκληρωθεί το συντομότερο. Μαζί μ’ αυτούς κατέφθασε κι ο Παναγιώτης.

«Τι έγινε, κύριε Λευτέρη, πώς έτσι ξαφνικά γενική απογραφή; Υπάρχει κάποιο πρόβλημα;»

«Όχι, Παναγιώτη, δε συμβαίνει τίποτα το ιδιαίτερο. Οι Αυστριακοί μου ζήτησαν, με παρακάλεσαν δηλαδή, αν μπορούμε μέχρι το βράδυ να τους πούμε τι ακριβώς έχουμε στην αποθήκη και σκέφτηκα αφού θα γίνει η φασαρία να καταγράψουμε και τα δικά μας, μαζί με τις πρώτες ύλες. Έχω και άδεια, οπότε είναι ευκαιρία να παρακολουθήσω την απογραφή από κοντά. Εσύ δε νομίζω πως χρειάζεσαι εδώ. Πήγαινε κι αν σε θέλω κάτι σε φωνάζω».

Η δικαιολογία με τους Αυστριακούς έστεκε και δε θα δημιουργούσε υποψίες. Άσε που κανείς δε θα μάθαινε αν πράγματι μου ζήτησαν εκείνοι την απογραφή, γιατί επαφή μαζί τους για τέτοια θέματα είχα μόνο εγώ. Τα υπόλοιπα δεν ξέρω αν έπειθαν, αλλά ούτε και μ’ ενδιέφερε πλέον. Ας είχε ο Παναγιώτης την ανησυχία. Ανέβηκα για λίγο στο λογιστήριο και ζήτησα να μου ετοιμάσουν αναλυτική κατάσταση με τις αγορές και κυρίως τις πωλήσεις του τριμήνου. Τις ακριβείς ποσότητες ανά προϊόν. Κατέβηκα στην αποθήκη και μέχρι να τελειώσει η απογραφή το απόγευμα, δεν απομακρύνθηκα ούτε λεπτό από εκεί. Φεύγοντας για το σπίτι πήρα μαζί μου όλα τα στοιχεία που είχα συγκεντρώσει. Το βράδυ ήρθε στο σπίτι και ο Στράτος. Φάγαμε στα γρήγορα από μια ομελέτα που μας έφτιαξε η μαμά και αρχίσαμε να συγκρίνουμε τα στοιχεία. Διαπιστώσαμε ότι υπήρχαν διαφορές που ξεκίναγαν δυο μήνες πριν και ήταν αξίας αρκετών χιλιάδων δραχμών. Το λογικό σενάριο έλεγε ότι ο Παναγιώτης, που είχε πρόσβαση παντού και ελεύθερο ωράριο, φόρτωνε στο αυτοκίνητό του εμπόρευμα και το πούλαγε φτηνότερα και χωρίς τιμολόγιο στα δυο μαγαζιά, εισπράττοντας χέρι με χέρι το αντίτιμο. Η ζημιά δεν ήταν μικρή. Ευτυχώς, όμως, όχι τόση που να κινδυνεύει η επιχείρηση και να μη μπορεί ν’ ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της. Αν αυτό βέβαια συνεχιζόταν θα ήταν θέμα χρόνου να χρεοκοπήσει.

Μπροστά σε μια νέα απόφαση και πάλι. Πώς χειρίζονται το θέμα μετά τη βεβαιότητα της κλοπής; Ήταν μόνος ο Παναγιώτης; Είχε και κάποιον άλλο συνεργό από το εργοστάσιο; Μπλέκει η αστυνομία και τα στοιχεία φτάνουν; Πώς να κατηγορήσεις τα μαγαζιά; Άντε βρες μάρτυρες, δικαστήρια και ποιο το τελικό όφελος; Άσε που μπορεί να πουν ότι όλα ήταν εν γνώσει μου, αν δεν έγιναν και με την εντολή μου. Η φήμη, η κλονισμένη αξιοπιστία και η αντίδραση των Αυστριακών, όποιο και να ήταν το αποτέλεσμα, θα γκρέμιζαν ό,τι έχτισε ο πατέρας μου και προσπάθησα, μέχρι τώρα με επιτυχία, να διατηρήσω εγώ.

Η μάνα έβλεπε τις επαφές μου με το Στράτο, με έβλεπε να είμαι και κατσούφης και δεν άντεξε, «τι σου συμβαίνει αγόρι μου; Ποια στεναχώρια σε βαραίνει; Με τη δουλειά; Ανάθεμα το λαχείο».

«Μη λες τέτοια, μητέρα, κακόκεφος είμαι και λίγο πιεσμένος. Όλα είναι εντάξει, μην ανησυχείς».

«Δε με κοροϊδεύεις εμένα. Σε ξέρω καλά. Εγώ σε γέννησα. Μπορώ κάπου να σε βοηθήσω;»

«Μπορείς! Να μου φτιάξεις ένα μεγάλο ταψί μουσακά. Είναι ό,τι καλύτερο για την ώρα».

Γέλασε και σταμάτησε την κουβέντα πεισμένη ότι δε θα της έλεγα κάτι περισσότερο.

Η απόφαση τελικά που πήρα ήταν να μείνει το θέμα κρυφό, αφού ήταν αδύνατο να επιστραφεί οτιδήποτε και η ζημιά είχε γίνει. Αυτό που έπρεπε να κάνω ήταν να διασφαλίσω ότι κάτι τέτοιο δε θα επαναλαμβανόταν. Θα κράταγα τον Παναγιώτη μέχρι να απολυθώ από το στρατό, αφού το ρόλο του στην εταιρεία δεν μπορούσε να τον αναλάβει κανείς άλλος εκείνη τη στιγμή. Άλλωστε μια άμεση απομάκρυνση, χωρίς μάλιστα σαφή αιτιολογία, θα δημιουργούσε εντυπώσεις προς τα έξω και, ίσως από τη μεριά του, κινήσεις αντεκδίκησης. Θα περιόριζα την ελευθερία του μέσα στο εργοστάσιο, θα γινόταν έλεγχος καθημερινά των εμπορευμάτων στην αποθήκη και θα ανέθετα σε κάποιον από το προσωπικό να τον παρακολουθεί διακριτικά.

«Λοιπόν, Λευτεράκο, ωραία πράγματα, ανοχή στον απατεώνα για το συμφέρον! Άσε και το άλλο, ότι "τη ρουφιανιά πολλοί αγάπησαν, το ρουφιάνο κανείς" το ξέρεις και μέχρι τώρα σιχαινόσουνα και τη ρουφιανιά και το ρουφιάνο. Έλα όμως που πρέπει να κάνεις κάποιον δικό σου ρουφιάνο και να δεχτείς τη ρουφιανιά του!

» Δεν είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά σε μένα. Κάποιος μου κάνει πλάκα. Έχει βαλθεί να διαλύσει ένα-ένα όλα τα πιστεύω της ζωής μου».

Μπήκα πολλές φορές στον πειρασμό να πιάσω τον Παναγιώτη και να τον ρωτήσω γιατί έκανε αυτό που έκανε, όμως συγκρατήθηκα. Μια φτηνή δικαιολογία από τη μεριά του, πασπαλισμένη με φιλότιμο και συναίσθημα, δεν αποκλείεται και να με τούμπαρε. Αν γινόταν κάτι τέτοιο, ήταν σίγουρο πως θα το πλήρωνα ακριβά στο μέλλον. Οι αποφάσεις μου έφεραν αποτέλεσμα και η ομαλότητα επανήλθε. Το καλοκαίρι είχε μπει για τα καλά και όσο πιο παλιός γινόμουν στο στρατό, τόσο και αύξαναν οι έξοδοι και τα ταξίδια μου στην Αθήνα.

Ιούλιος. Σάββατο μεσημέρι στο σπίτι. Ο Στράτος στο τηλέφωνο «πού είσαι φαντάρε, χάθηκες. Το βράδυ έχουμε έξοδο με παρέα, ετοιμάσου».

«Τι παρέα ρε... με ποιους;»

«Η δικιά μου, η Τζένη, θα φέρει μια φίλη της, ωραία γκόμενα. Τα είχε με ένα φλούφλη γιο εφοπλιστή και πρόσφατα χωρίσανε. Θέλει να τη βγάλει έξω να ξεσκάσει. Καιρός είναι κι εσύ να ξεχάσεις τη Νικόλ και ν’ αρχίσεις μια φυσιολογική ανδρική ζωή. Η Δήμητρα είναι ό,τι πρέπει, καλή περίπτωση».

«Κάτσε ρε, τι μου λες τώρα. Δεν είμαι έτοιμος ακόμα. Το μυαλό μου είναι στη δουλειά και πότε θα τελειώσω το στρατό».

«Πλάκα έχεις το ξέρεις; Λες και σου είπαμε να δώσεις λόγο. Άσε που δεν ξέρουμε αν θέλει και η κοπέλα. Απλά θα βγούμε παρέα για φαγητό και μετά αν έχουμε κέφι πάμε και για ένα ποτό. Τόσο σπουδαίο είναι;»

«Σαν να’ χεις δίκιο, ν’ αλλάξω και παραστάσεις, να πω και καμιά κουβέντα με γυναίκα εκτός δουλειάς».

Πέρασαν λίγο μετά τις εννιά από το σπίτι μου και με πήραν με το αυτοκίνητο του Στράτου. Χαιρέτησα πρώτα τη Τζένη, που τη γνώριζα και καθόταν στη θέση του συνοδηγού, άνοιξα την πίσω πόρτα και μπαίνοντας μύρισα περισσότερο παρά διέκρινα καθαρά την κοπέλα που καθόταν στο πίσω κάθισμα. Συστηθήκαμε, «Λευτέρης», «Δήμητρα», είπαμε «χαίρω πολύ» και όλοι μαζί αρχίσαμε τις προτάσεις για το πού να πάμε. Καταλήξαμε σε ταβέρνα με κήπο στο Χαλάνδρι. Στράτος και Τζένη απέναντι, δίπλα μου η Δήμητρα. Η αμηχανία πέρασε γρήγορα, λες και όλοι ήμαστε έτοιμοι πραγματικά να ξεδώσουμε. Εκείνο βέβαια που με έτρωγε, η φύση βλέπεις, ήταν ότι όπως καθόταν δίπλα μου η Δήμητρα δεν μπορούσα να έχω ολοκληρωμένη την εικόνα της. Μαύρα μαλλιά πάνω από τους ώμους, κόκκινα σαρκώδη χείλη, εκφραστικά μάτια, λίγο γαμψή μύτη, μέτριο στήθος. Αυτά έβλεπα στις κλεφτές ματιές που έριχνα από το πλάι.

Ευχάριστο βράδυ, καλό φαγητό, κρασί και αστεία. Κάποια στιγμή πήγε η κουβέντα στις δουλειές μας κι ο Στράτος το ξεφούρνισε.

«Ξέρεις, Λευτέρη, ποιανού κόρη είναι η Δήμητρα; Μπορεί και να μην τον ξέρεις, θα τον έχεις ακουστά όμως».

«Πού να ξέρω, ρε παιδιά. Για πες μου Δήμητρα».

«Έχει τύχει να ακούσεις το όνομα Λαμπρινός; Της ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗΣ;»

«Λαμπρινός;»

Αν και το κρέας που είχα φάει δεν είχε κόκαλο, ένιωσα κάτι να στέκεται στο λαιμό μου. Μου ήρθε να πνίξω το Στράτο. Τέτοια πράγματα τα λένε από την αρχή. Θα μου πεις πού να το φανταστεί κι αυτός. Δεν του είχα πει πως γνώριζα το Λαμπρινό και πως ήταν αυτός που μου αποκάλυψε την κλοπή. Αισθάνθηκα στριμωγμένος. Ένιωσα όπως τότε που παίζαμε πόκα στις κοπάνες από το Γυμνάσιο και έλεγα το «Όλα και τραγουδάτε με», που είχε γίνει σλόγκαν, όταν μου ζήταγαν τα ρέστα μου και έμπαινα στο κόλπο, μένοντας τελικά ταπί. Σπάνια γινόταν το θαύμα να γλιτώσω. Έπρεπε να απαντήσω. Το να σηκωθώ ξαφνικά και να πάω στην τουαλέτα δε μου φάνηκε καλή ιδέα για να ξεφύγω.

«Παιδιά, θα σας πω, δεν πάμε όμως κάπου αλλού να συνεχίσουμε, κερνάω τα ποτά εγώ». Προσωρινά κέρδισα χρόνο και μέχρι να κατέβουμε στο Κολωνάκι θα σκεφτόμουνα πώς να τους το πω.

Στο αυτοκίνητο βρέθηκα πιο κοντά στη Δήμητρα. Το άρωμα της αισθαντικό και συγχρόνως ξεχωριστό, όπως είναι της κάθε γυναίκας. Εκείνο το άρωμα που σε τυλίγει και σε μεθάει και που αν σου πάει, αν σου ταιριάζει και είναι αυτό που ζητάς, σε αιχμαλωτίζει, σε εγκλωβίζει και γλυκά σε κάνει να παραδοθείς στην ανίκητη δύναμη του.

Ώσπου να έρθουν τα πρώτα ποτά στο μπαρ, τους έκανα την αποκάλυψη.

«Λοιπόν ο πατέρας σου, Δήμητρα, κι ο πατέρας μου γνωρίζονταν και είχαν μια μικρή συνεργασία στο παρελθόν. Προ καιρού ο πατέρας σου ήθελε κάποια χρώματα και με παρακάλεσε να τα πάω εγώ στο εργοστάσιο του, που είναι πολύ κοντά στο δικό μου, για να γνωρίσει και μένα. Έτσι κι έγινε, πήγα τα χρώματα και γνωριστήκαμε. Αν θέλετε και τη γνώμη μου, το λίγο που μιλήσαμε, μου φάνηκε άνθρωπος ευαίσθητος. Περισσότερα δεν ξέρω. Πιστεύω να κάλυψα τις απορίες σας».

«Κοίταξε να δεις σύμπτωση» παρατήρησε η Τζένη.

«Εγώ δε βλέπω καμία σύμπτωση. Πολύ φυσιολογικό να γνωρίζονται δυο επιχειρηματίες κι ο ένας να πίνει ένα ποτό με την κόρη του άλλου σε μια παρέα φίλων» το σχόλιο της Δήμητρας που έκλεισε τη συζήτηση. Αλλάξαμε θέμα, ήπιαμε και τα δεύτερα, την καταβρήκαμε. Περάσαμε τόσο καλά που δώσαμε ραντεβού να πάμε για μπάνιο την άλλη μέρα. Αφήσαμε πρώτα τα κορίτσια στα σπίτια τους και μετά ο Στράτος με πήγε στο δικό μου.

Κυριακή μεσημέρι λοιπόν, μπήκαμε Στράτος, Τζένη, Δήμητρα κι εγώ στο Kadett με προορισμό Πόρτο Ράφτη, στο Αυλάκι για μπάνιο, όπως είχαμε συμφωνήσει από το προηγούμενο βράδυ. Τα αποκαλυπτήρια της Δήμητρας έγιναν. Το λευκό μπικίνι τόνιζε τις καμπύλες του κορμιού της κρύβοντας τα τελείως απαραίτητα. Όλα συμμετρικά, χωρίς κάτι το χτυπητό, κάτι υπερβολικό. Μια φιγούρα ελκυστική, καλό ύψος, καθαρή επιδερμίδα, αδύνατη όσο έπρεπε ώστε να μη χάνεται η θηλυκότητα. Δεν ήταν η θεά του κάλλους, ήταν μια όμορφη γυναίκα.

Προχωρώντας Τζένη και Δήμητρα για να μπουν στη θάλασσα την παρατήρησα από πίσω. Είχα αδυναμία στη γυναικεία πλάτη. Στο σχήμα της, που σε άφηνε να το φανταστείς από αχλάδι μέχρι κοντραμπάσο, αλλά και γιατί αντέχει περισσότερο στο χρόνο. Χάνει τη μορφή της και το σφρίγος της πολύ αργότερα από τα άλλα σημεία του γυναικείου σώματος. Η πλάτη της Δήμητρας, με τα δυο έντονα λακκάκια χαμηλά στη μέση, έπαιρνε άριστα.

Παίξαμε βόλεϊ στη θάλασσα, κάναμε βουτιές, «πατητές», γελάσαμε, ήπιαμε τα ούζα μας και το απόγευμα επιστρέψαμε. Αποχαιρετιστήκαμε με πολλές ευχαριστίες για το όμορφο Σαββατοκύριακο και υποσχέσεις να το ξανακάνουμε.

Χωρίς πολλή σκέψη, το τόλμησα «πότε θα σε ξαναδώ;»

«Πάντα έτσι βιαστικός; Ας το αφήσουμε για την ώρα, θα σου τηλεφωνήσω».

Την είχα κάνει τη μαλακία, αφού ήξερα ότι μέχρι προχτές είχε σχέση με κάποιον, θα έβγαινε τόσο σύντομα ραντεβού με κάποιον άλλο; Από την άλλη μεριά βέβαια, της έδειξα ξεκάθαρα το ενδιαφέρον μου. Ήμουν όμως κι εγώ πραγματικά έτοιμος για μια σχέση που μπορούσε να οδηγήσει οπουδήποτε; Ο χρόνος συνήθως αποτελεί πρόσχημα, άλλα είναι τα στοιχεία που καθορίζουν αν μια σχέση θα ολοκληρωθεί και πού αυτή θα φτάσει. Ό,τι είχα με τη Νικόλ αποτελούσε από καιρό παρελθόν. Δεν υπήρχε λόγος να το αρνούμαι. Όσο για τα προβλήματα της δουλειάς. Αυτά πάντα θα υπάρχουν, όπως και τόσα που συμβαίνουν στη ζωή μας. Επομένως αν κάτι αξίζει, δεν το αφήνεις να περάσει, το διεκδικείς με πίστη να το κερδίσεις, εύκολα ή δύσκολα. Και καλά εγώ… Η Δήμητρα; Να πούμε ότι και αυτή θα ξεπεράσει γρήγορα το παρελθόν της. Είναι η γυναίκα που μπορώ να κάνω σχέση μαζί της; Και τι ακριβώς σχέση; Εκτός από την εμφάνιση, η Δήμητρα το λίγο που τη γνώρισα, μου φάνηκε αξιόλογη. Μπορεί να μην είχε ιδιαίτερες σπουδές, ένα χαρτί από ιδιωτική σχολή γραμματέων μόνο, ήταν όμως μια σύγχρονη κοπέλα με ενδιαφέροντα. Ευχάριστη, μάλλον έξυπνη, λίγο σνομπ, αλλά και γυναίκα που μπορεί, που ξέρει πώς να κάνει κάποιον να αισθάνεται καλά μαζί της.

Το βράδυ της Κυριακής τηλεφώνησα στο Στράτο, ήθελα να μάθω όσα ήξερε γι’ αυτήν.

«Τι έγινε φαντάρε, μας καλάρεσε η Δήμητρα; Μη μου πεις ότι καψουρεύτηκες κιόλας;» δεν απέφυγα το πείραγμα του Στράτου.

«Άκου. Ο Λαμπρινός έχει δυο κόρες από το δεύτερο γάμο του. Η πρώτη του γυναίκα πέθανε νεότατη στα τριάντα πέντε από λευχαιμία. Ξαναπαντρεύτηκε μετά από χρόνια μια γραμματέα του, τη μητέρα της Δήμητρας. Η μεγαλύτερη αδελφή της ζει στην Αμερική με τον άνδρα της, που είναι καθηγητής πανεπιστημίου και έχει ρίξει μαύρη πέτρα στην Ελλάδα. Τις κόρες του ο Λαμπρινός τις έκανε σε μεγάλη ηλικία. Η Δήμητρα είναι στα εικοσιπέντε. Δούλεψε κανα δυο χρόνια στη δουλειά του πατέρα της, αλλά τα παράτησε, δεν της άρεσε. Έφτιαξε ένα μέρος από το υπόγειο του σπιτιού τους, στο Ψυχικό, ατελιέ και το έχει ρίξει στη ζωγραφική».

Το δευτεριάτικο πρωινό ταξίδι επιστροφής στη Χαλκίδα ήταν διαφορετικό. Είχε κι άλλα πράγματα να σκεφτώ εκτός από χρώματα, Αυστριακούς και τον Παναγιώτη. Αυτό που σίγουρα δεν είχε, ήταν η σκηνοθεσία. Αυτή τριγύριζε στο μυαλό μου τα βράδια, όταν τα πίναμε παρέα με άλλους φαντάρους στα καπηλειά γύρω από το στρατόπεδο. Στο ένα τρώγαμε γόνο κουτσομούρας, «γενοκτονία» που φώναζε ο φίλος μου ο Θέμης, γεωπόνος από τη Λάρισα, καθώς ερχόταν σε γαβάθα φρεσκοτηγανισμένος. Σε άλλο, πιο ταπεινό, καφενές και μικρό παντοπωλείο μαζί, τρώγαμε αυγά με πατάτες τηγανητές και λουκάνικα και στο «κοσμοπολίτικο», με τα κυδώνια που κρέμονταν στα ξύλινα δοκάρια, συκωταριά. Έρεε ασταμάτητα η ρετσίνα, το γλέντι, το τραγούδι, στα άκρα. Κάποια βράδια πηγαίναμε στην Αρτάκη κι άλλοτε, με προσοχή, στο «Μαύρο Γάτο», ένα μπαρ που είχε και γυναίκες. Πρόσωπα και εικόνες, αυθεντικό υλικό να το κάνεις ταινία.

Μια νύχτα, γυρίζοντας από την Αρτάκη, έξι μέσα σε μια παλιά BMW που είχε φέρει ο φίλος στο στρατό, Μιχάλης, από τη Γερμανία, του είπα να σταματήσει μόλις έπαιξε τη Δραπετσώνα στο κασετόφωνο. Κατεβήκαμε, ανοιχτές οι πόρτες και τα μεγάφωνα να τρίζουν. Ρίξαμε τη ζεμπεκιά μας στη μέση του δρόμου, με τις φόρμες αγγαρείας, σαν να ήμαστε στην πίστα του μεγαλύτερου μπουζουξίδικου της Αθήνας.

Το προσωπικό είχε πάρει την άδεια του. Λίγες οι δουλειές και οι παραγγελίες λόγω διακοπών. Η Ελένη ήταν στην Αθήνα και με την επιμονή μου σχεδίαζε να πάει στη Ζάκυνθο με μια φίλη της, η μητέρα ευχαριστημένη με την πορεία που είχαν πάρει τα πράγματα κι εγώ ανήσυχος. Ούτε και καταλάβαινα γιατί, ένιωθα απλά πως πρέπει. Τι πρέπει δηλαδή; Όλη μου τη ζωή θα την πέρναγα βουτηγμένος στην ανασφάλεια, να προβλέπω και να προλαβαίνω, το τι και το αν; Κλείναμε χρόνο στη συνεργασία με τους Αυστριακούς χωρίς να έχει δημιουργηθεί κάποιο πρόβλημα, οι πωλήσεις πήγαιναν καλά, η επιχείρηση είχε μπει σε μια σειρά, τα δάνεια στις τράπεζες πληρώνονταν κανονικά, ερχόταν και η απόλυση από το στρατό σε λίγο, το θέμα του Παναγιώτη είχε παγώσει χωρίς άλλες συνέπειες εκτός από την οικονομική ζημιά, μάνα και αδελφή μια χαρά, τι στο καλό ήθελα; Αφού ήταν όλα τακτοποιημένα, γιατί δεν μπορούσα να ηρεμήσω;

Μα, γιατί ήμουν αυτός που φρόντιζε να είναι όλα αυτά τακτοποιημένα... 

 

Η γνωριμία...

 

Ο

 Αύγουστος τέλειωνε χωρίς ιδιαίτερες συγκινήσεις. Είχα καταφέρει να κάνω τρία τέσσερα μπάνια, να πάω δυο φορές σινεμά, σε μια συναυλία του Μίκη με Φαραντούρη και Πανδή και να τα πιω δυο τρία βράδια στην ταβέρνα με τους φίλους στην Αθήνα. Τις εφημερίδες μονοπωλούσε η δράση του πολωνικού εργατικού συνδικάτου «Αλληλεγγύη» στα ναυπηγεία του Γκντανσκ και του επικεφαλής του Λεχ Βαλέσα. Στα δικά μας, ο Γεώργιος Ράλλης προσπαθούσε να κυβερνήσει μετά τη μεταπήδηση Καραμανλή στην Προεδρία, απέναντι σε έναν Ανδρέα Παπανδρέου που ερχόταν ασυγκράτητος και ξεσήκωνε τον κόσμο με σύνθημα την «Αλλαγή».

Σάββατο μεσημέρι έφτασα στο σπίτι από τη Χαλκίδα. Η μητέρα με υποδέχτηκε με ένα γράμμα στο χέρι.

«Γράμμα από τη Νικόλ, καλή της ώρα».

Το άνοιξα πριν καν να βγάλω τις αρβύλες, ξάπλωσα στο κρεβάτι μου και διάβασα:

 

Λευτέρη,

ελπίζω να είσαι καλά και όλα να έχουν πάει όπως θα ήθελες. Εγώ είμαι καλά. Ο Ζακ επίσης, όπως και όλοι οι γνωστοί σου εδώ. Σε θυμόμαστε πολλές φορές με νοσταλγία.

Δεν ήθελα τόσο καιρό να σου γράψω. Καταλαβαίνεις... Δεν ήταν εύκολο. Προτίμησα να περάσω μόνη μου αυτό το μονοπάτι.

Θυμάσαι που λέγαμε πως η ζωή έχει συνέχεια, πως πρέπει να προχωράμε, όποιο εμπόδιο και να βρίσκουμε. Αυτό προσπαθώ να κάνω. Τελειώνω τη σχολή. Έχω κάποιες προτάσεις και πολλά όνειρα.

Τελευταία με πολιορκεί ένας συνομήλικός μου, ηθοποιός κι αυτός, καλός μου φαίνεται, μπορεί να ενδώσω.

Εσύ πώς τα πας; Φαντάζομαι θα έχεις πολλές κατακτήσεις.

Βλακείες σου γράφω, σκεφτόμουν ένα σωρό άλλα πράγματα και τώρα που το αποφάσισα, δεν ξέρω τι...

Καλύτερα να το σκίσεις.

Θα σε θυμάμαι πάντα...

Φιλιά στη μαμά και την Ελένη,

Νικόλ

 

Αυτό ήταν, η σύγχυση της Νικόλ δεν μπορούσε να κρύψει το τυπικό τέλος της σχέσης μας που ερχόταν ένα χρόνο μετά το πραγματικό. Έκλεισα τα μάτια και άφησα εικόνες από το Παρίσι και τη Νικόλ να με πλημμυρίσουν. Δεν ξέρω αν με πήρε κι ο ύπνος, η φωνή όμως της μητέρας με ξύπνησε για τα καλά.

«Λευτέρη, σε ζητάει μια κοπέλα στο τηλέφωνο, Δήμητρα μου είπε πως τη λένε».

Πετάχτηκα τόσο που πήγα να πέσω από το κρεβάτι.

«Γεια σου, Δήμητρα, δε θα πω πως είχα απογοητευτεί ότι δε θα πάρεις, γιατί αν το πω θα νόμιζες ότι έπαψα να θέλω να βγούμε και...»

Έβαλε τα γέλια με τα μπερδεμένα που της έλεγα.

«Μήπως είναι ακατάλληλη η στιγμή; Μήπως κοιμόσουν, Λευτέρη, και σε ξύπνησα;»

«Όχι, μόλις ήρθα από Χαλκίδα και είχα ξαπλώσει λίγο να ξεκουραστώ».

«Να κλείσω, να τα πούμε κάποια άλλη φορά».

«Μα τι λες τώρα, τόσο καιρό περίμενα αυτό το τηλεφώνημα και θα το κλείσουμε έτσι;»

«Λοιπόν, για να ξεκουραστείς και συ, τι λες να βγούμε το βράδυ;»

«Τι ώρα να περάσω να σε πάρω;»

Σενάρια που φτιάχνει η ζωή, πώς της αρέσει να παίζει με τους ανθρώπους, να τους δοκιμάζει, να τους προκαλεί.

«Καλά ρε, τι σύμπτωση ήταν κι αυτή; Μετά από ένα χρόνο μου γράφει η Νικόλ και "καπάκι" τηλέφωνο από τη Δήμητρα; Μυστήρια πράγματα!» μονολόγησα. 

 

Άνοιξε την πόρτα του Kadett και κάθισε δίπλα μου. Αυθόρμητα μου βγήκε, «στις ομορφιές σου είσαι».

«Κι εσύ το ίδιο, πες όμως μια καλησπέρα πρώτα», με «κάρφωσε» χαμογελώντας η Δήμητρα.

«Όπως ίσως έχεις καταλάβει, κάτι συμβαίνει και τα χάνω λίγο όταν σου μιλάω, φαντάσου τι έχει να γίνει απόψε που είμαστε οι δυο μας».

«Μάλλον μου αρέσει αυτό, κρύβει και τη δική μου αμηχανία. Λοιπόν, τι προτιμάς; Βόρεια ή Νότια; Για φαγητό φαντάζομαι».

«Προτιμώ θάλασσα, αλλά αν δε θέλεις δεν υπάρχει πρόβλημα».

«Έχεις κάποιο συγκεκριμένο μέρος ή πάμε και βλέπουμε;»

«Κάτι θα βρούμε, τι θα έλεγες για Μικρολίμανο; Ψαρικά τρως;»

«Γιατί όχι; Μπαρμπουνάκι και μια γαρίδες σαγανάκι είναι ό,τι πρέπει, συμφωνείς;»

«Ωχ, άρχισες να διαβάζεις και τη σκέψη μου, άντε να δούμε τι άλλο θα πάθω μαζί σου».

«Ααα... Λευτέρη μου, πήγαινες γυρεύοντας, τώρα...»

Η χαλαρή κουβέντα που ξεκίνησε διευκόλυνε στο να ξανοιχτούμε σε πιο προσωπικές διηγήσεις, απαραίτητες για να γνωριστούμε καλύτερα. Της μίλησα πρώτα εγώ για τη ζωή μου. Την οικογένεια, τη δουλειά, τα φοιτητικά χρόνια, τη Θεσσαλονίκη, το Παρίσι, τη Χημεία, τη σκηνοθεσία. Όλα σε μια μικρή περίληψη, μέχρι να φτάσουμε στο Μικρολίμανο και να παρκάρουμε. Καθίσαμε στον «Κανάρη», παραγγείλαμε ό,τι είχαμε συμφωνήσει από πριν και λευκό κρασί.

«Αυτά πολύ πολύ γενικά, σαν βιογραφικό. Ελπίζω να έχουμε την ευκαιρία να σου πω περισσότερα. Πες μου όμως κι εσύ για τη δική σου ζωή».

«Η δική μου η ζωή, Λευτέρη, δεν μπορώ να πω ότι μέχρι τώρα είχε το ενδιαφέρον της δικής σου. Από τη στιγμή που πάντα υπήρχε μεγάλη οικονομική ευχέρεια, όλα ήταν πιο εύκολα. Μόνο που έτσι, θέλεις δε θέλεις, ταυτίζεσαι μ’ αυτό που πραγματικά ζεις, δε γίνεται διαφορετικά. Αποκτάς άλλη συνείδηση, αποκόβεσαι από την κοινωνία και τα προβλήματά της. Ο πατέρας, που είχε ζήσει τόσες καταστάσεις, μου έλεγε σαν συμβουλή, "να αφήνεις όσο μπορείς το κεφάλι έξω, να αναπνέει". Έκανα καιρό να καταλάβω τι ήθελε να πει. Δεν ξέρω αν καταλαβαίνεις και συ, έτσι όπως σου τα λέω».

«Μια χαρά τα λες, δίκιο έχει ο πατέρας σου. Χαίρομαι ειλικρινά που δεν προσπαθείς να κρυφτείς, που αναγνωρίζεις πόσο καθοριστικό είναι το περιβάλλον, όπως αυτό με τις ανέσεις που έζησες και χαίρομαι διπλά που μου το λες. Δεν περίμενα στο λίγο χρόνο που γνωριζόμαστε να μου εκμυστηρευτείς τέτοια πράγματα για σένα».

«Πολύ το βαρύναμε, λοιπόν η αδελφή μου η Αφροδίτη, τρία χρόνια μεγαλύτερη, έχει σπουδάσει βιολογία, αγάπησε, παντρεύτηκε και μας το’ σκασε για την Αμερική με τον Περικλή, καθηγητή βιολογίας πια με βοηθό του την αδελφή μου. Εγώ από σπουδές άστα. Με το ζόρι, όχι γιατί δεν μπορούσα, μια σχολή γραμματέων και τίποτα άλλο. Πήγα και δούλεψα και στη δουλειά του μπαμπά, αλλά ούτε και αυτό το μπορούσα, με έπνιγε το χαρτομάνι, τα γραφεία, αυτή η τακτοποίηση, όλα στην ώρα τους. Κι έτσι, ένα μεράκι που είχα από μικρή, τη ζωγραφική, άρχισα να το καλλιεργώ. Μη φανταστείς τίποτα σπουδαίο, είναι κάτι όμως για μένα».

Η εκφραστική δύναμη στη διήγηση της Δήμητρας μου «ξύπνησε» σκηνοθετικές ανησυχίες. Τα γκρίζα αμυγδαλωτά της μάτια με μαγνήτιζαν, ένιωθα λουσμένος από την ενέργεια που έβγαζε. Η ζωντάνια στα λόγια της συναγωνιζόταν την αρμονία στις κινήσεις της. Όλα μου φαίνονταν, τέλεια. Ακόμα κι αν δεν ήταν, εγώ έτσι τα έβλεπα. Με είχε παρασύρει το συναίσθημα στη γλυκιά θαλπωρή του; Τόσο γρήγορα; Τόσο εύκολα; Χωρίς αντίσταση;

«Μου φαίνεται πως σε ζάλισα, μάλλον δε με παρακολουθείς, απλά με κοιτάζεις» παρατήρησε η Δήμητρα.

«Τι λες τώρα, δε χορταίνω να σε ακούω, μ’ αρέσει πολύ το ύφος σου. Έχεις έντονη προσωπικότητα, το ξέρεις;»

«Δε μου το έχει πει κανείς μέχρι τώρα αυτό. Μάλλον το αντίθετο πιστεύουν όσοι με ξέρουν. Γι’ αυτούς είμαι το καλομαθημένο κορίτσι που όλα τα έχει εκτός από προσωπικότητα. Με προβληματίζεις».

«Άκου σε με, Δήμητρα, μη σκεφτείς ότι μπορεί να σου κάνω κομπλιμέντα για να κερδίσω κάτι από σένα. Δεν υπάρχει περίπτωση να σε κοροϊδέψω για να πετύχω οτιδήποτε. Ο τρόπος που εγώ βλέπω τους ανθρώπους, ίσως είναι επηρεασμένος και από τη μικρή μου θητεία στο χώρο της σκηνοθεσίας. Προσωπικά χαρακτηριστικά που στους άλλους περνάνε απαρατήρητα, σε μένα δείχνουν κάτι βαθύτερο που μ’ αρέσει να το ψάχνω και να το αναδεικνύω. Τόσο απλά».

«Θα χρειαστώ κι άλλο κρασί. Πώς τα λες έτσι ωραία; Θα μου πεις σκηνοθέτης είσαι, πού πάω εγώ η ανίδεη; Είσαι λαοπλάνος, θα με φέρεις βόλτα πριν το πάρω χαμπάρι. Κοίτα που έπεσα, δε γλιτώνω με τίποτα» έσκασε στα γέλια.

«Δεν πιστεύω να τα εννοείς αυτά που είπες; Εντάξει, έχω κι εγώ την τρέλα μου. Τι πρέπει να κάνω για ν’ αλλάξεις γνώμη;»

«Ρωτάς αν θέλω; Για συνέχισε παρακάτω. Άντε να δούμε πού θα καταλήξουμε».

«Κοίταξε, από μια μεριά αυτό που κάνω τώρα, είναι ερωτική εξομολόγηση. Δεν μπορώ, δε μου βγαίνει ν’ αρχίσω να σου λέω γλυκόλογα του στυλ, "τα όμορφα ματάκια σου", "τα κόκκινα χειλάκια σου", “πόσο ευαίσθητη είσαι” και όλα αυτά που κολακεύουν μια γυναίκα. Προτιμώ να επισημαίνω πράγματα πέρα απ’ αυτά που φαίνονται».

«Δε με πειράζει καθόλου. Σημασία έχει να καταλαβαίνει ο ένας τι θέλει να πει ο άλλος, ακόμα και αυτά που δε λέει αλλά τα εννοεί. Μέχρι στιγμής το καταφέρνουμε. Καλά, έτσι και μου άρχιζες τίποτα σιρόπια και ηλιοβασιλέματα μέσα στη νύχτα του Μικρολίμανου, μεταξύ γαρίδας και κρασιού, θα έπεφτε το γέλιο της αρκούδας».

«Είσαι σατανάς το ξέρεις; Το ωραίο είναι ότι ενώ είμαστε ειλικρινείς, πλάθουμε το λόγο μας αινιγματικά. Γιατί το κάνουμε αυτό; Φοβόμαστε να δείξουμε τις αδυναμίες μας; Θέλουμε να κρύψουμε τα σημεία που είμαστε ευάλωτοι; Αυτή είναι τελικά η μαγεία μιας σχέσης που ξεκινά...»

«Λευτέρη, μη συνεχίσεις, παραδίνομαι. Ποιος καλός θεός σε έφερε στο δρόμο μου;»

Της τσούγκρισα το ποτήρι, την άφησα λίγο να ταξιδέψει στο μικρό της όνειρο. Η σιωπή κράτησε όσο χρειαζόταν για να συνέλθουμε και οι δυο από το κρεσέντο ερωτισμού που μας είχαν οδηγήσει τα λόγια μας και απ’ αυτό που έβγαινε από μέσα μας. Πληρώσαμε και πήγαμε εκεί κοντά σε ένα μπαρ. Η δυνατή μουσική και η φασαρία δε μας άφησαν να συνεχίσουμε την κουβέντα μας. Ήρθαμε όμως πιο κοντά, χορέψαμε, νιώσαμε τις ανάσες μας μια αναπνοή, τα κορμιά μας ενωμένα.

«Λευτέρη, καλά αυτά που είπαμε, αλλά για πες μου, σου αρέσω; Και μη γελάσεις».

Γέλασα, δε γινόταν αλλιώς.

«Πολύ, μ’ αρέσεις πολύ και σαν γυναίκα και σαν προσωπικότητα. Το τονίζω για να σκάσουν οι φίλοι σου».

«Λευτέρη, μου’ ρχεται να βάλω τα κλάματα».

«Αν θες κλάψε αλλά σε προτιμώ γελαστή».

«Λευτέρη, δε μου λες ψέματα και δεν είμαι μεθυσμένη».

«Δήμητρα, ώρα να φεύγουμε, είναι αργά».

Φτάσαμε στο σπίτι της. Στο δρόμο μιλήσαμε ελάχιστα. Είχε στηρίξει το κεφάλι της δίπλα στο κάθισμα και με την άκρη του ματιού μου την έβλεπα να έχει καρφώσει το δικό της βλέμμα πάνω μου. Την καληνύχτισα χαϊδεύοντάς τα μαλλιά της, πίσω, χαμηλά στο λαιμό. Μου έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και φεύγοντας υποσχέθηκε να μου τηλεφωνήσει την επομένη, πριν φύγω για τη Χαλκίδα.

Ξύπνησα σχεδόν μεσημέρι. Η μητέρα μου είπε ότι ο Στράτος είχε πάρει δυο φορές τηλέφωνο. Έφτιαξα καφέ και του τηλεφώνησα.

«Έλα, ρε, τι γίνεσαι; Σε πήρα και χτες το βράδυ και η μητέρα σου μου είπε πως είχες βγει. Πού ήσουνα;»

«Αγόρι μου, ο Λευτέρης καίει καρδιές, ακόμα να το μάθεις;»

«Κατάλαβα, την άρπαξες τη φόλα με τη Δήμητρα. Κάτι άλλο αποκλείεται να συμβαίνει».

«Δε θα το αναλύσω, εσύ μια ζωή κυνηγός ήσουνα, πού να καταλάβεις από αίσθημα».

«Τώρα σιγουρεύτηκα. Πότε με το καλό τα κουφέτα;»

Είπα τα νέα για τη Δήμητρα στο Στράτο, έφαγα τη σχετική καζούρα και μου είπε ότι αυτός με τη Τζένη αποφάσισαν να χωρίσουν. Δεν παρέλειψε να μου αναπτύξει και το τσιτάτο του:

«Γκομενοδουλειά είναι μέχρι δυο, άντε τρεις μήνες, άμα περάσει το εξάμηνο πας για σοβαρή σχέση και... Ησαΐα χόρευε».

Η Δήμητρα μου τηλεφώνησε το απόγευμα. Την άκουσα κάπως διστακτική. Σαν να είχε μετανιώσει για το άνοιγμα της περασμένης νύχτας.

«Μη μου πεις ότι δε σου άρεσαν αυτά που είπαμε χτες το βράδυ; Θα είναι η μεγαλύτερη απογοήτευση που θα μπορούσες να μου δώσεις».

«Όχι, Λευτέρη, δεν είναι αυτό. Απλά ήθελα ένα διάστημα να ξεφύγω από σχέσεις και μαζί σου φοβάμαι ότι δε θα το μπορέσω. Ήδη κάναμε πολλά βήματα, περισσότερα από όσα ίσως έπρεπε».

«Μην αισθάνεσαι ενοχές. Μια όμορφη βραδιά περάσαμε μαζί. Αυτό είναι όλο και το αν και πότε θα συνεχίσουμε, θα το αποφασίσουμε χωρίς να ζοριστούμε. Κι εγώ δεν το περίμενα, κι εγώ έχω τις αναστολές μου. Μια σχέση μαζί σου δε θα είναι εύκολη».

«Πάντα έτσι εκφράζεσαι, ε; Χθες νόμιζα ότι έπαιζες λίγο μαζί μου. Το κακό είναι ότι μου άρεσε».

«Δήμητρα, αυτή τη βδομάδα και την άλλη θα είμαι απασχολημένος τις δυο τρεις φορές που θα βρίσκομαι στην Αθήνα. Συμπληρώνεται ένας χρόνος συνεργασίας με τους Αυστριακούς, όπως σου είπα και θα έρθουν να υπογράψουμε την επέκταση της συμφωνίας μας και για τα επόμενα πέντε. Θέλεις να μη βρεθούμε καθόλου και να μιλήσουμε μόνο στο τηλέφωνο; Να αφήσουμε το χρόνο να ισορροπήσει τις πρώτες εντυπώσεις από τη γνωριμία μας;»

«Έχεις μια λογική την οποία πολύ δύσκολα κάποιος μπορεί ν’ αντικρούσει. Πόσο μάλλον εγώ, που απ’ ότι φαίνεται δε θέλω κιόλας. Λοιπόν θα περιμένω τηλεφώνημά σου».

Επέστρεψα στην Αθήνα την Τετάρτη, επικοινώνησα με την Αυστρία και κλείσαμε ραντεβού για την επόμενη Πέμπτη. Κανόνισα συνάντηση με το δικηγόρο και ασχολήθηκα με τις λεπτομέρειες της συμφωνίας. Περασμένες δέκα τηλεφώνησα στη Δήμητρα.

«Είχα αρχίσει να απελπίζομαι ότι δε θα με πάρεις ούτε και σήμερα. Πού είσαι;»

«Στο εργοστάσιο, ήρθα νωρίς το απόγευμα και μόλις τέλειωσα τις δουλειές για σήμερα. Πάω στο σπίτι, χαράματα φεύγω πάλι για Χαλκίδα».

«Ωραία, μπορούμε επομένως να συναντηθούμε για λίγο. Ετοιμάζομαι και σε περιμένω...»

«Δήμητρα, δεν είπαμε να μην ιδωθούμε για ένα διάστημα; Να αφήσουμε να κατασταλάξει ο πρώτος ενθουσιασμός; Να...»

«Είπαμε ξείπαμε» με διέκοψε. «Θέλω να σε δω, έστω για λίγο. Εκτός αν δε θέλεις εσύ, αν μετάνιωσες».

«Όχι, καλή μου, φυσικά και θέλω». Δεν υπήρχε περίπτωση να επιμείνω σ’ αυτό που είχαμε πει την Κυριακή. Σάμπως κατά βάθος το πίστευα; Αφορμή έψαχνα και μου την πρόσφερε η Δήμητρα.

«Ετοιμάσου, σε κανα μισάωρο θα βρίσκομαι έξω από το σπίτι σου».

Όταν έφτασα ήταν ήδη κάτω στο δρόμο και με περίμενε. Σαν σίφουνας άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου και βρέθηκε δίπλα μου. Μου έσκασε ένα φιλί στο μάγουλο και έπιασε το χέρι μου αγκαζέ με τα δυο δικά της.

«Λευτέρη μου, συγνώμη αν σου χάλασα το πρόγραμμα αλλά ήθελα να σε δω. Το ήθελα τόσο πολύ, δεν ξέρω τι έπαθα. Όλα γυρίζουν γύρω από σένα, η μορφή σου δε φεύγει από τη σκέψη μου. Δε θέλω να σε πιέσω, αλλά ήδη μου είσαι τόσο απαραίτητος. Μπορεί να είναι παράλογο, όμως αυτό μου συμβαίνει».

«Τι περισσότερο να ακούσω από μια γυναίκα που θέλω να της πω τα ίδια; Ανώφελο πια ν’ αντιστεκόμαστε. Ας αφήσουμε τη μαγεία που κρύβουν τα πρώτα βήματα, η λαχτάρα, το φτερούγισμα, η γλυκιά προσμονή της συνάντησης του έρωτα να μας παρασύρουν. Μας κέρδισε Δήμητρα».

Έσκυψα και τη φίλησα απαλά στα χείλη.

«Πρώτη φορά αισθάνομαι έτσι, νιώθω γεμάτη με τόσο διαφορετικά συναισθήματα, χάρη σε σένα» ψιθύρισε.

Κάναμε μια μικρή βόλτα με το αυτοκίνητο, της είπα για τις προετοιμασίες της υποδοχής των Αυστριακών και γυρίσαμε στο σπίτι της. Φιληθήκαμε στο στόμα τρυφερά, μια, δυο, τρεις φορές, δε λέγαμε να ξεκολλήσουμε. Της υποσχέθηκα να προσπαθήσω να ξανάρθω το Σάββατο και μόνο έτσι την κατάφερα να βγει από το αυτοκίνητο. Οδηγώντας προς το δικό μου σπίτι οι σκέψεις έγιναν επίμονες. Τι στο καλό ήταν αυτό που τόσο γρήγορα και έντονα με είχε οδηγήσει σ’ αυτή τη σχέση με τη Δήμητρα;

Η διέξοδος σε μια όμορφη γυναίκα που ακτινοβολούσε ερωτισμό και μυστήριο, έμοιαζε τέλεια. Η πλήρης εκτόνωση και συγχρόνως το απόλυτο ταίριασμα στο πλάνο της επιτυχίας.

«Όχι, ρε, η Δήμητρα δεν είναι αυτό. Η Δήμητρα είναι γυναίκα! Γυναίκα. Δεν έχει σχέση μ’ αυτά που πρέπει να είμαι ή να γίνω εγώ. Δε συναντηθήκαμε με σκοπιμότητα. Μας αρέσει αυτό που είμαστε, εγώ και αυτή. Θέλει σαν γυναίκα να δώσει και να δοθεί. Τα άλλα είναι αδιάφορα. Αφορούν τους άλλους».

Η σιγουριά δεν άφηνε περιθώριο για δεύτερες σκέψεις. Η παράδοση μου ήταν ολοκληρωτική. Ξαναγύρισα στην Αθήνα το Σάββατο σκαστός, με κάλυψη του δόκιμου και κίνδυνο να φάω φυλακή. Μόλις έφτασα της τηλεφώνησα και δώσαμε ραντεβού για τις εννιά το βράδυ.

«Λευτέρη μου, να τσιμπήσουμε κάτι κάπου εδώ κοντά και μετά πάμε στο σπίτι μου. Οι γονείς μου λείπουν. Έφυγαν προχτές για το Μιλάνο και θα γυρίσουν τη Δευτέρα. Να σου δείξω και το ατελιέ μου» τα πρώτα της λόγια μετά τα φιλιά της καλησπέρας.

«Μπορώ ν’ αρνηθώ; Δεν μπορώ. Πες μου τι προτιμάς».

Φάγαμε μια πίτσα στα γρήγορα. Σε λιγότερο από μιάμιση ώρα κατεβαίναμε από τον κήπο τα λίγα σκαλιά που οδηγούσαν στο ατελιέ. Ένα τεράστιο ημιυπόγειο, χωρισμένο στα δυο. Ο ένας χώρος, ο μεγαλύτερος, ήταν το ατελιέ της Δήμητρας κι ο άλλος αποθήκη. Μια εσωτερική σκάλα οδηγούσε στο πάνω μέρος του σπιτιού. Όλη η μπροστινή πλευρά ένα απέραντο παράθυρο που έβλεπε στον κήπο. Στο κάτω μέρος μέχρι το πάτωμα, σε πάγκους και τραπεζάκια, ατακτοποίητα, δεκάδες μικρά και μεγάλα ασπρόμαυρα σκίτσα από μολύβι και κάρβουνο, μισοτελειωμένα σχέδια, ελαιογραφίες και ακουαρέλες απλωμένες παντού. Στη μέση του απέναντι τοίχου δέσποζε ένας τεράστιος καναπές. Δεξιά μια βιβλιοθήκη και αριστερά ένα όμορφο παλιό έπιπλο που υπήρχαν πάνω του διάφορα αντικείμενα και μια πλούσια κάβα. Στον ένα μικρό τοίχο βρισκόταν ένας πάγκος γεμάτος χρώματα, παλέτες και πινέλα και στον απέναντι ένας μπουφές, ένα τραπέζι με δυο καρέκλες και η πόρτα που οδηγούσε στην κουζίνα και το μπάνιο. Το μεγάλο καβαλέτο στη μέση και προς το παράθυρο. Ένα σκαμπό και ένας μικρός πάγκος δίπλα του, συμπλήρωναν το σκηνικό που είχε στήσει το γούστο της Δήμητρας, για να στεγάσει τον κόσμο της.

Αυτός ο χώρος θα γινόταν η σκηνή που ο έρωτας θα έδινε την καλύτερη παράσταση του, με πρωταγωνιστές εμένα και τη Δήμητρα.

Μετά την ξενάγηση που μου έκανε και τα δυο ουίσκι που ήπιαμε, βρεθήκαμε ξαπλωμένοι, γυμνοί στον καναπέ. Γύρισε το σώμα της στο πλάι και κόλλησε πάνω μου. Η πλάτη και οι γοφοί της έγιναν ένα με το κορμί μου. Την έσφιξα με δύναμη. Φιλώντας την στο λαιμό, με το ένα χέρι της χάιδεψα το στήθος. Το άλλο κατέβηκε αργά, χαμηλά, να συναντήσει το υγρό της κρίνο ανάμεσα στους μηρούς. Παραδόθηκε στην ηδονή. Είχε δυο απανωτούς οργασμούς τη στιγμή που εγώ καλά καλά δεν ήξερα πώς να κινηθώ ώστε να της δώσω μεγαλύτερη ικανοποίηση. Την ώρα που ακόμα εξερευνούσα το κορμί της.

«Γλυκούλη μου, βιάστηκα κι εσύ δεν πρόλαβες». Γύρισε, αρχίσαμε ένα παιχνίδι ξέφρενου πάθους. Πήρε τις πρωτοβουλίες, με πήγαινε σε μονοπάτια πρωτόγνωρης για μένα ηδονής. Κι αν δεν ήταν πρωτόγνωρη, εγώ έτσι ένιωθα εκείνη την ώρα. Παραδόθηκα στα χιλιάδες χρώματα γύρω μου, στο άρωμα της, τα φιλιά, το χάδι της, στην τέλεια αρμονία των αισθήσεων. Ηρεμήσαμε με τρυφερά λόγια και απαλά φιλιά που έδινε ο ένας στον άλλο. Σηκώθηκε, έβαλε ένα δίσκο στο πικάπ και πρόσθεσε ουίσκι στα ποτήρια.

«Για πρώτη φορά, που συνήθως είναι άχαρη στα ζευγάρια, δεν τα πήγαμε και άσχημα» το τόλμησα.

Γέλασε, «πάμε τότε για τη δεύτερη; Τώρα που γνωριστήκαμε!»

Έπεσε πάνω μου. Οι ανάσες δεν άργησαν να βαρύνουν, οι αισθήσεις στα άκρα. Η ορμή έγινε έντονη απόλαυση. Μέθυσε κάθε μόριο του κορμιού μας. Στην απόλυτη ικανοποίηση φτάσαμε μαζί. Το ταξίδι με συνεπιβάτη τη Δήμητρα είχε ξεκινήσει.

Πρωί πρωί επέστρεψα στη Χαλκίδα. Ευτυχώς δεν είχε γίνει κάτι που να με εκθέσει. Κυριακή ήταν και έτσι έπεσα για ύπνο, που τόσο είχα ανάγκη. Το βράδυ κλείστηκα στο γραφείο που εργαζόμουν ως γραφέας στη μονάδα. Για τους Αυστριακούς που περίμενα ήθελα να σκεφτώ, η Δήμητρα μπερδευόταν στις σκέψεις μου. Ό,τι και να έλεγα μέσα μου, όσο κι αν προσπαθούσα με τη λογική να ισορροπήσω τη νέα κατάσταση που έφερε ο ερχομός της, τίποτα δεν κατάφερνα. Η επιθυμία να βρίσκομαι συνέχεια κοντά της, με είχε αποδιοργανώσει εντελώς. Παρ’ όλα αυτά, απέφυγα να της τηλεφωνήσω μέχρι την Πέμπτη που είχα τα ραντεβού με τους Αυστριακούς. Την Πέμπτη λοιπόν στην Αθήνα, υπογράψαμε τα συμβόλαια, συζητήσαμε τα της συνεργασίας και νέες ιδέες που είχαν για τα προϊόντα. Δεν το ξενυχτήσαμε, φάγαμε και αποχαιρετιστήκαμε γιατί και αυτοί και εγώ θα ταξιδεύαμε νωρίς την επομένη. Φτάνοντας στο σπίτι της τηλεφώνησα. Έδειξε κατανόηση όταν της είπα ότι δεν άντεχα να μείνω για πολύ ξύπνιος. Κλείσαμε με την ευχή να τα πούμε από κοντά το Σάββατο και την ελπίδα να πάρω άδεια, για να μη χρειαστεί να κάνω πάλι κοπάνα.

Στη Χαλκίδα έκανα ένα μικρό απολογισμό, όπως συνήθιζα κάθε τόσο. Προσπαθούσα, μέσα από μικρές αναδρομές, να σιγουρευτώ ότι δεν είχα ξεχάσει κάτι που έπρεπε να κάνω και να θυμηθώ κάτι που έπρεπε να γίνει. Ο Παναγιώτης παρέμενε πρόβλημα. Του είχα περιορίσει αρκετά τις αρμοδιότητες, με κάποιες αφορμές που μου είχε δώσει και αυτό τον έκανε ανήσυχο και νευρικό. Η συμπεριφορά μου απέναντι του ήταν φανερό πως δεν ήταν ίδια όπως παλιά, όμως όσο κι αν προσπαθούσα δεν κρυβόταν η δυσαρέσκειά μου. Σκηνοθέτης ήμουν άλλωστε, όχι ηθοποιός. Αυτό δεν άλλαζε. Περίμενα να περάσει ο καιρός, να απολυθώ από το στρατό, να αναλάβω την πλήρη διεύθυνση της εταιρείας για να προχωρήσω στις εσωτερικές αλλαγές που σχεδίαζα και την απομάκρυνση του Παναγιώτη. Σε λιγότερο από δυο μήνες και μέχρι τα Χριστούγεννα όλα θα είχαν τελειώσει με την παλιά εταιρεία. Η εποχή της καινούργιας θα άρχιζε με τον ερχομό της νέας χρονιάς.

Δεν ήμουν σίγουρος, αλλά μάλλον χαρούμενος και δικαιωμένος θα ‘ταν ο πατέρας. Εγώ, προβληματισμένος. Από τη μια, παρά τις δυσκολίες, μέχρι τώρα μερικές επιτυχίες. Από την άλλη όμως; Από πιστεύω και απόψεις ζωής; Και πριν κλείσει ένας κύκλος, η εμφάνιση της Δήμητρας. Ανατροπές;

Γινόμουν ένας άλλος άνθρωπος. Ωρίμαζα μέσα σε αντιφάσεις. Πράγματα που δεν είχα σκεφτεί και δεν πίστευα ότι θα με απασχολούσαν ποτέ στη ζωή μου, ούτε και σαν θεωρητικές προσεγγίσεις, είχαν γίνει κομμάτια της καθημερινότητάς μου. Όσο κι αν αισθανόμουν ότι ο χαρακτήρας μου δεν είχε αλλάξει, οι πρακτικές που ακολουθούσα ακόμα και για λόγους ανάγκης, αλλοίωναν την εικόνα μου και φυλάκιζαν πιο βαθιά τον εσωτερικό μου κόσμο. Μήπως η ανάγκη είχε γίνει το άλλοθι; Μπορεί να είχα αλλοτριωθεί. Ήταν απίθανο να είχα παραδοθεί και ήδη να απολάμβανα τη νέα μου ζωή, παρά τα όσα έλεγα; Όχι φυσικά, σιγά μην άλλαζα τα πιστεύω μου για τις κωλοεπιχειρήσεις, τα κέρδη και το εμπόριο. Προσωρινός ήμουν σ’ αυτά. Άλλο το να τα έβγαζα πέρα κι άλλο να ταυτιζόμουν και μαζί τους. Με τίποτα αυτό δεν θα γινόταν. Με τη Δήμητρα πέρασα το μεγαλύτερο διάστημα από το δίμηνο μέχρι να έρθει η στρατιωτική μου απόλυση. Τις ημέρες φυσικά που βρισκόμουν στην Αθήνα. Η δουλειά δεν παρουσίασε κάποιο πρόβλημα και όλα πήγαιναν μια χαρά. Στις συναντήσεις μας οι συζητήσεις πέρασαν σταδιακά σε αναφορές που σκιαγραφούσαν την προσωπικότητα που είχαμε διαμορφώσει μέσα από τη ζωή του ο καθένας. Η Δήμητρα μου μίλαγε για τις δυσκολίες που αντιμετώπισε σαν παιδί και στην εφηβεία της. Η συνεχής απουσία του πατέρα από το σπίτι και η έλλειψη επικοινωνίας, κατανόησης και φροντίδας, ακόμα και από τη μητέρα της, την είχαν πληγώσει. Δεν ήταν ότι δεν υπήρχε αγάπη. Αγάπη υπήρχε, οι ιδιαιτερότητες όμως στη σχέση των γονιών της επηρέαζαν την ατμόσφαιρα στο σπίτι τους. Οι αποστάσεις μεταξύ των μελών της οικογένειας συνεχώς μεγάλωναν. Πρώτη έκανε το βήμα εξόδου η αδελφή της η Αφροδίτη. Η Δήμητρα, χωρίς να κλειστεί στον εαυτό της, βρήκε καταφύγιο στο χώρο του ατελιέ και έφυγε από το καταθλιπτικό της σπίτι. Σπίτι, που η μητέρα της πέρναγε τις περισσότερες ώρες της ημέρας, παρέα με ένα μπουκάλι κρασί και ελάχιστες ο πατέρας της, μόνο για έναν ύπνο.

Στα αισθηματικά, πριν από τη σχέση για ένα μικρό διάστημα με το γιο του εφοπλιστή, όπως μου εξομολογήθηκε, είχε μια άλλη πιο σοβαρή, για ενάμιση χρόνο με ένα νέο πολιτικό μηχανικό, έξυπνο και αξιόλογο. Δεν ήθελαν να χωρίσουν, όμως ο χωρισμός τους ήρθε τελείως φυσιολογικά, χωρίς κανείς τους να τον επιδιώξει. Το πώς έγινε αυτό δεν το πολυκατάλαβα, αλλά σε τέτοια θέματα όλοι έχουμε δικαίωμα να κρύβουμε και κάτι. Έτσι δεν επέμεινα να μάθω κάτι περισσότερο. Πολλά είχα να της πω κι εγώ. Ήθελε να τα μάθει όλα. Τα παιδικά μου χρόνια, το πανεπιστήμιο, το Παρίσι, τις σχέσεις μου και ιδιαίτερα για την απόφαση, μετά τη Χημεία, να πάω να σπουδάσω σκηνοθεσία. Μια μέρα που είχαμε χρόνο και όρεξη, της διηγήθηκα λεπτομέρειες για την απόφαση αυτή, που θεωρούσα σαν την πιο σημαντική της μέχρι τότε ζωής μου.

«Λοιπόν Δήμητρα, η μαγεία του δικού μου ταξιδιού στο σινεμά, έφτασε στο αποκορύφωμα όταν συνάντησα το "Θίασο" του Αγγελόπουλου. Αυτή η ταινία στάθηκε η αφορμή για να πάρω την οριστική απόφαση, να ασχοληθώ σοβαρά με τον κινηματογράφο και τη σκηνοθεσία, μετά τις σπουδές μου στο Χημικό του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Μέχρι τότε, είχα δει δεκάδες ταινίες σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Από τα πρώτα γυμνασιακά μου χρόνια, τα περισσότερα Σαββατοκύριακα ήταν αφιερωμένα στον αθλητισμό και το σινεμά. Η περιοχή που μέναμε στους Αμπελοκήπους, ήταν γεμάτη από κινηματογράφους και μάλιστα πρώτης προβολής, που έπαιζαν τις τελευταίες ταινίες από την παγκόσμια παραγωγή. Βρίσκονταν σε κεντρικά σημεία, στην Κηφισίας, στην Αλεξάνδρας, στη Βασιλίσσης Σοφίας, στη Μεσογείων. Πραγματικοί κράχτες οι φανταχτερές τεράστιες ταμπέλες και τα φώτα. Σε καλούσαν να χαζέψεις στις μεγάλες προθήκες φωτογραφίες, το θέμα του έργου, τους πρωταγωνιστές. Σε προσκαλούσαν να μπεις και να περάσεις ένα δίωρο μακριά από τον εαυτό σου ή ψάχνοντας μέσα σ’ αυτόν. Αυτό πίστευα ότι ήταν ο κινηματογράφος. Δύσκολο να ξεφύγεις, να συνεχίσεις να περπατάς αδιάφορα σαν πέρναγες απ’ έξω, αν μάλιστα σου άρεσε να ονειρεύεσαι, σε γοήτευε το φανταστικό ή σε συγκινούσε η ωμή πραγματικότητα, όταν ήθελες να μπαίνεις μέσα στις εικόνες και τους ρόλους, την ιστορία της ταινίας που πρόβαλε η μεγάλη οθόνη, το "πανί".

» Από το 1965-66 πιτσιρικάς ακόμα, σχεδόν δεν υπήρχε Κυριακή που να μην πάω κινηματογράφο, όταν έπαιζε ο Παναθηναϊκός στη "Λεωφόρο", το πρόγραμμα είχε πρώτα γήπεδο και μετά σινεμά. Το Αθήναιον στο τέλος της Βασιλίσσης Σοφίας, στη διασταύρωση με την Αλεξάνδρας, ήταν η αίθουσα που μου άρεσε ιδιαίτερα. Ανάλογα και με το τι ταινία έπαιζαν, πήγαινα στο Άνεσις, στο Άστρον, στο Γαλαξία, στο Νιρβάνα, στο Ζίνα, στα Ιλίσια, στο ΑΛΕΞ. Αργότερα μετά το 1968 άνοιξαν και προστέθηκαν στις επιλογές, το Οντεόν, το Πλάζα κι ο Δαναός. Τα καλοκαίρια πήγαινα στο Βοξ, στο Ελληνίς, στη Γρανάδα, στα Παναθήναια. Κάναμε και εξορμήσεις με την παρέα στα κεντρικά σινεμά της Αθήνας. Στο Παλλάς, το Αττικόν, το Ρεξ, το Τιτάνια, το Ιντεάλ και στην καλοκαιρινή Αίγλη του Ζαππείου. Φυσικά δεν παραλείπαμε να επισκεφτούμε και τις αίθουσες γύρω από την Ομόνοια, συνήθως σε κοπάνες, που έπαιζαν όλη την ημέρα δυο ταινίες, αστυνομικές ή καουμπόικες και αργότερα τσόντες. Όσες ταινίες ήθελα να τις παρακολουθήσω στις λεπτομέρειες τους, πέρα από την ιστορία, τις έβλεπα και δεύτερη φορά μόνος μου τις μεσημεριανές ώρες, τέσσερις με έξι ή έξι με οκτώ όταν είχε γήπεδο.

» Ανεβαίνοντας στη Θεσσαλονίκη το 1969 προσαρμόστηκα γρήγορα στη δική της κινηματογραφική πραγματικότητα. Πολλοί και καλοί οι κινηματογράφοι της, Αλέξανδρος, Ανατόλια, Ελληνίς, Διονύσια, Έσπερος, Ηλύσια, Ναυαρίνον, Ολύμπιον, Τιτάνια. Μέχρι τότε, προτιμούσα τις ξένες ταινίες, κυρίως γαλλικές και ιταλικές, αλλά και αμερικάνικες που άσχετα με το θέμα, τις έβλεπα με ενδιαφέρον επειδή μου άρεσε η αρτιότητα της παραγωγής τους. Από ελληνικές είχα δει μερικές από τις κλασσικές του Κακογιάννη, του Κούνδουρου, του Βασίλη Γεωργιάδη, του Γιώργου Τζαβέλλα και κάποιες του Δαλιανίδη και του Σακελλάριου. Θεωρούσα ότι οι Έλληνες κινηματογραφιστές, με λίγες εξαιρέσεις, απείχαν πολύ από τους συναδέλφους τους στην Ευρώπη και την Αμερική. Έπρεπε να γνωρίσω από κοντά το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης το 1970, χρονιά που στην ουσία αυτό ξαναγεννήθηκε, για ν’ αλλάξω άποψη, να δω διαφορετικά τα πράγματα. Τότε άρχισα να συνειδητοποιώ τη δύναμη που έκρυβε η ελληνική κινηματογραφία, οι ταλαντούχοι άνθρωποί της, που αγωνίζονταν να κάνουν κινηματογράφο κόντρα στην κάθε απίθανη δυσκολία, τις προκαταλήψεις και το συντηρητισμό της εξουσίας αλλά και του κόσμου. Η πρώτη μου εμπειρία λοιπόν και επαφή, έστω και οπτική, με τους πρωταγωνιστές ηθοποιούς, παραγωγούς, σκηνογράφους, σεναριογράφους, ηχολήπτες, μουσικούς, μοντέρ, φωτογράφους και φυσικά σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου, έγινε τότε, το 1970 στην αίθουσα της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης. Το Φεστιβάλ εκείνης της χρονιάς ήταν ξεχωριστό. Μετά από ένα διάστημα παρακμής, το ελληνικό σινεμά χάραζε τη νέα του πορεία. Το παρακολούθησα όλο. Τις εντυπώσεις τότε έκλεψε η "Αναπαράσταση" του Θόδωρου Αγγελόπουλου. Το ερέθισμα είχε δοθεί, έγινα φανατικός του Φεστιβάλ και άρχισα να σκέφτομαι πολύ πιο σοβαρά αυτή τη συναρπαστική τέχνη. Η επόμενη χρονιά, το 1971, ήταν η χρονιά του δεύτερου εξώστη στο Θέατρο Μακεδονικών Σπουδών και του κινήματος διαμαρτυρίας που δημιουργήθηκε. Ένα κίνημα που δε δίστασε να τα βάλει με τους διοργανωτές, την κριτική επιτροπή, που γιουχάισε ακόμα και ανθρώπους που ήταν χρόνια στο χώρο και είχαν κάνει αξιοπρεπείς δουλειές. Ήταν όμως και η χρονιά του Ντίνου Κατσουρίδη και του Θανάση Βέγγου, με το "Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση" και του Αλέξη Δαμιανού με την "Ευδοκία". Μόνιμος πια θεατής έχω την ευκαιρία κάθε χρόνο να ζω από κοντά τις νέες παραγωγές, τις τάσεις και τις σκηνοθετικές αναζητήσεις νέων ανθρώπων με ξεχωριστό ταλέντο. Το 1972 απολαμβάνω το "Προξενιό της Άννας" του Παντελή Βούλγαρη και τις "Μέρες του ‘36" του Αγγελόπουλου. Το 1973 μαθαίνω τους νέους αξιόλογους σκηνοθέτες Τώνια Μαρκετάκη, Παύλο Τάσιο και Θόδωρο Μαραγκό. Την τελευταία χρονιά που παρακολούθησα το Φεστιβάλ, το 1974, είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον Τάσο Ψαρά και την "Δι’ ασήμαντον αφορμήν" του, το Δήμο Θέο και το "Κιέριον" και το Νίκο Παναγιωτόπουλο με τα "Χρώματα της Ίριδος". Το 1975 βρισκόμουνα στην Αθήνα τις ημέρες του Φεστιβάλ και έτσι δεν μπόρεσα να δω το "Θίασο" να θριαμβεύει. Τον είδα μετά από μια βδομάδα στην Αθήνα, τον ξαναείδα δεύτερη φορά όταν ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη και τρίτη τα Χριστούγεννα, πάλι στην Αθήνα που επέστρεψα για τις διακοπές.

» Αν αυτή η γνωριμία με τον ελληνικό κινηματογράφο και τους ανθρώπους του, με έκαναν να τον αγαπήσω πραγματικά και ν’ αναγνωρίσω την αξία του, το ταξίδι με τρένο Αθήνα-Θεσσαλονίκη ήταν που με "έσπρωξε" να θέλω να πάω και ένα βήμα πιο πέρα. Να σκηνοθετήσω, χωρίς να ξέρω τίποτα από τεχνική, μια ιστορία με φόντο το ίδιο το ταξίδι και τις εναλλαγές των εικόνων που το συνοδεύουν. Δεκάδες διαδρομές πηγαινέλα και κάθε φορά ανακάλυπτα κάτι που δεν είχα προσέξει τις προηγούμενες. Είναι τόσες οι αλλαγές στα τοπία και συγχρόνως μεγάλη η ταχύτητα πάνω στις ράγες, που είναι αδύνατο να προλάβεις να τα "φωτογραφήσεις" όλα. Το ανθρώπινο μάτι ώσπου να συγκεντρωθεί σε ένα σημείο έχει χάσει κάποιο άλλο, μπορεί και το πιο όμορφο. Από τα τούνελ και το άγριο πράσινο στον Μπράλο, τη γέφυρα της Παπαδιάς, τον απέραντο Θεσσαλικό κάμπο, τα Τέμπη, τον επιβλητικό Όλυμπο, το Λιτόχωρο, το μελαγχολικό σιδηροδρομικό σταθμό του Πλαταμώνα, τον Αξιό, μέχρι και τη μοναδική φιγούρα του ακίνητου σταθμάρχη να δείχνει την ελεύθερη γραμμή. Κάθε ταξίδι, κάθε διαδρομή, ποτέ δε μοιάζει με μια άλλη, ποτέ δεν είναι ίδια με μια άλλη. Η ιδέα, αφού πάρω το πτυχίο της Χημείας να πάω να σπουδάσω σκηνοθεσία, δεν ήταν μόνο γιατί λάτρεψα τη μαγεία του σινεμά. Ήταν και γιατί ένιωθα ότι μπορούσα μέσα απ’ αυτή την τέχνη να εκφράσω το δικό μου κόσμο, τις ευαισθησίες μου. Να μιλήσω με τον τρόπο μου για τις δικές μου αλήθειες. Μόνο με τη σκηνοθεσία θα το πετύχαινα, μόνο αυτή πίστευα ότι έχει αυτή τη δύναμη. Έτσι, αφού ξεπεράστηκαν αντιρρήσεις, ενδοιασμοί και διλήμματα, πήρα την τελική απόφαση, μια νύχτα του Νοέμβρη, το 1975 στη Θεσσαλονίκη με παρέα την Ηρώ. Η Ηρώ έχει το δικό της κεφάλαιο στη ζωή μου. Ένας ανεκπλήρωτος έρωτας. Μια σχέση παράξενη, έντονα φιλική, που δεν προχώρησε ερωτικά γιατί δεν το θέλησε εκείνη. Τα Χριστούγεννα που κατέβηκα στην Αθήνα, έμενε να πείσω τον πατέρα μου να πει το δικό του εντάξει. Χωρίς τη συγκατάθεση του και την οικονομική του βοήθεια το πιθανότερο ήταν τα σχέδια μου να έμεναν όμορφες σκέψεις. Μετά από έντονη αντιπαράθεση, κατάφερα να τον πείσω και με κρύα καρδιά να το δεχτεί. Μέχρι τον Ιούνιο του 1976, είχα τελειώσει το πανεπιστήμιο και ό,τι άλλο έπρεπε να τακτοποιήσω κι έφυγα για το Παρίσι. Το όνειρο μου ξεκίναγε».

 

Η καταστροφή, τα παιχνίδια...

 

Ο

ι μέρες περνούσαν ήρεμα, γνωριζόμαστε και δενόμαστε όλο και περισσότερο με τη Δήμητρα και έβαζα τα τελευταία κομμάτια στο παζλ του αύριο της επιχείρησης. Μόνη παραφωνία η συζήτηση με τον Παναγιώτη, δυο βδομάδες πριν πάρω το απολυτήριο του στρατού. Μου είπε ευθέως ότι είχε καταλάβει για τον παραγκωνισμό του και πού αυτός οφειλόταν. Προσπάθησε να δικαιολογηθεί πως μόνο δυο τρεις φορές είχε γίνει το «περιστατικό» και ότι θα μου το έλεγε αργότερα. Μέσα στις δικαιολογίες τις οποίες μου είπε ήταν ότι είχε μπλέξει με μια πολυδάπανη γκόμενα, που του ζητούσε όλο και περισσότερα και αυτός έχασε τον έλεγχο. Τελικά μου πρότεινε, να του κρατώ ένα ποσό από το μισθό του, για να ισοφαρίσει κάπως τη ζημιά. Του είπα ότι όλοι μπορεί να κάνουμε λάθη, όμως πρέπει να τα πληρώνουμε. Το λάθος το δικό του θα πληρωνόταν με απόλυση στο τέλος Δεκεμβρίου. Αντέδρασε άσχημα, φώναζε, μου είπε πως είμαι αχάριστος και πως αν δεν ήταν αυτός δε θα υπήρχε το εργοστάσιο και η επιχείρηση, ότι του χρωστάω πολύ περισσότερα από τη ζημιά που έκανε. Τον αντιμετώπισα ψύχραιμα, ήμουν προετοιμασμένος. Είχα πάρει την απόφασή μου και δε θα την άλλαζα. Ο Παναγιώτης είχε τελειώσει για μένα και φυσικά για την επιχείρηση.

Την τελευταία μου βδομάδα, πριν απολυθώ, την πέρασα στο στρατό. Είχα εξαντλήσει όλες τις άδειες και θα έπρεπε να μείνω στη μονάδα μέχρι να πάρω το απολυτήριο στο χέρι. Τα Χριστούγεννα πλησίαζαν, η Δήμητρα ήταν χαρούμενη και ετοίμαζε διάφορα εορταστικά, η Ελένη θα ερχόταν για τις διακοπές και εγώ ανυπομονούσα να ξαναγίνω «πολίτης». Τρεις και μία μέρες έμεναν.

Νύχτα Πέμπτης προς Παρασκευή, σχεδόν ξημέρωμα, με ξύπνησε ο θαλαμοφύλακας, «Λευτέρη σε ζητάνε στο τηλέφωνο, σήκω». Κατέβηκα από το πάνω κρεβάτι της διπλής κουκέτας που κοιμόμουν, τρίβοντας τα μάτια μου πήγα προς το τηλεφωνείο. Ο τηλεφωνητής είχε βγει στο διάδρομο κρατώντας το ακουστικό. «Έλα γρήγορα Λευτέρη, κάτι συμβαίνει». Το μαντάτο σκληρό, αδυσώπητο, ανελέητο, σαρκαστικό. Φωτιά στο εργοστάσιο. Εκείνη τη στιγμή δεν μπορείς να σκεφτείς τίποτα. Απλά καταριέσαι. Τι ακριβώς; Και τρέχεις να δεις τι σε περιμένει. Με τις στρατιωτικές φόρμες βρέθηκα στο Kadett και πήρα το δρόμο για τη Μεταμόρφωση. Ο χρόνος της διαδρομής άγνωστος. Για τις σκέψεις, δεν το συζητάμε...

Τέσσερα πυροσβεστικά, ένα περιπολικό, δέκα δεκαπέντε πυροσβέστες, φωτιά παντού και καπνοί. Αυτή ήταν η εικόνα που αντίκρισα. Η καταστροφή μπροστά σου, πραγματική, όχι κινηματογραφικό σκηνικό, όχι μέρος του σεναρίου. Μέρος των κόπων, των θυσιών, υποχωρήσεων και συμβιβασμών, δύναμης, που καταρρέουν, μαζί με τους τοίχους στο υπόστεγο. Ανεβασμένοι πυροσβέστες σε σκάλες με μάνικες έριχναν νερό σε κάθε περιοχή του εργοστασίου και της αποθήκης που καιγόταν. Κάθε τόσο μικρές εκρήξεις. Μαύρος καπνός που πύκνωνε και αραίωνε έκανε αποπνικτική την ατμόσφαιρα. Το μόνο μέρος που έδειχνε να μην κινδυνεύει με ολική καταστροφή, ήταν ο δεύτερος όροφος, τα γραφεία της εταιρείας. Όλοι οι άλλοι χώροι, όπου υπήρχαν χρώματα, είχαν παραδοθεί στις φλόγες. Μαζί και ένα από τα δύο μικρά φορτηγά της εταιρείας. Με πλησίασαν δυο υπάλληλοι που είχαν φτάσει πριν από μένα, ένας αστυνομικός κι ο επικεφαλής των πυροσβεστών. Μαζί με τη συμπάθεια και τον καλό το λόγο, ανταλλάξαμε απόψεις και εκτιμήσεις για την αιτία της φωτιάς και την τελική ζημιά που θα άφηνε πίσω της. Ο αξιωματικός της Πυροσβεστικής, με μια πρώτη εκτίμηση, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο εμπρησμού. Θα είχαν σαφέστερη γνώμη μετά το τέλος, αφού είχε σβηστεί η φωτιά. Ξημέρωσε για τα καλά, ήρθαν κι άλλοι εργαζόμενοι, κάποια στιγμή με πλησίασε κι ο Παναγιώτης. Έδειχνε σαστισμένος, προσπάθησε κάτι να μου πει, αλλά τον σταμάτησα με μια κίνηση του χεριού και άρνηση στο πρόσωπο μου. Κατάλαβε και απομακρύνθηκε. Κάποιοι ξεθάρρεψαν, προσπαθούσαν μήπως και κάτι σώσουν, όμως οι πυροσβέστες τους απέτρεπαν. Ήταν επικίνδυνο. Έπρεπε να περιμένουμε η φωτιά να ολοκληρώσει την καταστροφή, δεν μπορούσαμε να κάνουμε τίποτα. Μόνο να κοιτάμε, να λυπόμαστε και να σκεφτόμαστε πόσο μικροί είμαστε κι εμείς και τα έργα μας.

Πέρασαν κοντά τρεις ώρες από τότε που άρχισε το κακό, ο αξιωματικός της πυροσβεστικής κι ο αστυνομικός μου έκαναν μερικές ερωτήσεις, αν υπήρχε νυχτοφύλακας, ποιος έφυγε τελευταίος το απόγευμα, αν υποψιαζόμουνα κάτι. Μου είπαν ότι θα δώσω αναλυτική κατάθεση για να συντάξουν έκθεση και να σχηματίσουν δικογραφία, ότι έπρεπε να έρθει και η Πολεοδομία να κάνει εκτίμηση για τη στατικότατα του κτιρίου. Κάποια στιγμή είδα το Στράτο. Το είχε μάθει πηγαίνοντας στη δουλειά του και ήρθε αμέσως. Μου έφερε έναν καφέ που τον ήπια μονορούφι και με ρώτησε τι να κάνει, κυρίως αν ήθελα να ειδοποιήσει τη μητέρα, την αδελφή μου και το Διοικητή στη μονάδα. Του είπα να πάρει στη μονάδα, να τους περιγράψει την κατάσταση και πώς θα κάλυπταν την απουσία μου. Τη μάνα και την Ελένη θα τις έπαιρνα εγώ, μόλις έβρισκα λίγο χρόνο και τηλέφωνο. Η μανία της φωτιάς έφτανε στο τέλος της, δεν είχε και τίποτα άλλο να κάψει. Αποκαΐδια και καπνούς άφησε πίσω της. Και το δράμα που μόλις άρχιζε.

Περίλυποι οι εργαζόμενοι, ο ένας δίπλα στον άλλο, με χέρια κρεμασμένα ή στο πρόσωπο, σιωπηλοί, χαμένοι, ο καθένας στη σκέψη του. Ένα κομμάτι τους, άλλου μικρό, άλλου μεγαλύτερο, είχε χαθεί, για πάντα και τόσο άδικα. Είναι από τα πράγματα που όταν συμβαίνουν δεν υπάρχει παρηγοριά, μόνο ένα γαμώτο. Ένα αναπάντητο γιατί. Αν οι μέχρι τότε δυσκολίες μου έμοιαζαν μικρά βουνά, αυτό που είχα μπροστά μου ήταν το Έβερεστ. Το χειρότερο, ένα πρόβλημα που δεν έχει αρχή και τέλος, που δεν μπορείς να ιεραρχήσεις τις επί μέρους λύσεις. Ποιο είναι πρώτο, ποιο δεύτερο και ποιο τελευταίο. Δεν υπάρχει διαχωρισμός, κυρίως δεν υπάρχει κριτήριο για τη σπουδαιότητα και αναγκαιότητα. Στο λίγο κάποια στιγμή που κατάφερα να μείνω νηφάλιος, αποφάσισα ν’ αντιμετωπίζω το κάθε πρόβλημα με τη σειρά που θα εμφανιζόταν. Ήταν μια μέθοδος που δε μου άρεσε, όμως για μια ακόμη φορά δεν είχα επιλογές.

Μεσημέρι και έπρεπε να δώσω κατάθεση σε Πυροσβεστική, Αστυνομία, να δεχτώ την Πολεοδομία για να μας επιτρέψει τουλάχιστον να ανέβουμε στα γραφεία, να χειριστώ την Ασφαλιστική που μάλλον θα ερχόταν με άγριες διαθέσεις, να πω τα μαντάτα στη μάνα, την Ελένη και τη Δήμητρα, να επικοινωνήσω και με το Διοικητή, να δώσω τις πρώτες κατευθύνσεις στους εργαζόμενους για το τι να κάνουν, να μιλήσω και με τις τράπεζες, αλλά και με τους Αυστριακούς, να τους ανακοινώσω τη ζημιά που έπαθα και τουλάχιστον με τους μεγαλύτερους πελάτες μας. Έφταναν αυτά για αρχή, τα δυσκολότερα με περίμεναν μετά.

Από την Πολεοδομία οι μηχανικοί ήρθαν γρήγορα και έδωσαν την έγκριση τους να ανέβουμε στα γραφεία. Στους άλλους χώρους απαγόρεψαν την είσοδο για ένα εικοσιτετράωρο και μετά επέτρεψαν με προσοχή, για λίγο, κυρίως για να βγάλουμε έξω ό,τι είχε μείνει χρήσιμο μετά τη φωτιά. Έγραψαν τις επεμβάσεις που θα έπρεπε να γίνουν ώστε να επανέλθει η κατάσταση του κτιρίου εκεί που βρισκόταν πριν την πυρκαγιά. Ευτυχώς τα τηλέφωνα στα γραφεία λειτουργούσαν και έτσι μόλις πήγα στο γραφείο μου τηλεφώνησα πρώτα στη μητέρα και μετά στην Ελένη. Προσπάθησα όσο γινόταν να φανώ ψύχραιμος, περιέγραψα την κατάσταση ότι ναι μεν ήταν δύσκολη, αλλά θα διορθωνόταν. Δε με πίστεψαν, το κλάμα τους μαχαιριά στην πληγή. Τηλεφώνησα και στη Δήμητρα. Ο γοερός λυγμός της μετά την έκπληξη, κόπασε μόνο όταν της είπα να έρθει στο εργοστάσιο γιατί την είχα ανάγκη. Το επόμενο τηλεφώνημα το έκανα στην Αυστρία. Με άκουσαν με κατανόηση, τους υποσχέθηκα το συντομότερο να τους στείλω πλήρη αναφορά της ζημιάς που είχε γίνει. Ο Στράτος μπήκε την ώρα που η Αγγελική προσπαθούσε να απομακρύνει τις στάχτες που είχαν καλύψει τα πάντα στο γραφείο. Τηλεφώνησα και στο δικηγόρο, να έρθει και να είναι μαζί μου στις καταθέσεις σε αστυνομία και πυροσβεστική, καθώς και στις επαφές με την Ασφαλιστική. Ήταν σίγουρο ότι η Ασφαλιστική θα έψαχνε την περίπτωση του εμπρησμού για να γλιτώσει την αποζημίωση. Η ουσία για μένα, πέρα από τα διαδικαστικά και το χρόνο που θα πέρναγε μέχρι να βρεθεί άκρη, ήταν ότι βρισκόμουν ένα βήμα πριν από τον γκρεμό. Η πρώτη πρόχειρη εκτίμηση απ’ αυτό που βλέπαμε, έλεγε ότι το ογδόντα με ενενήντα τοις εκατό των προϊόντων που υπήρχαν στην αποθήκη και σε διαδικασία παραγωγής, είχαν καταστραφεί. Μηχανήματα και εξοπλισμός είχαν αχρηστευτεί σχεδόν ολοσχερώς.

Στη διαμορφωμένη κατάσταση, το τελευταίο πράγμα που με απασχολούσε ήταν αν κάποιος έβαλε τη φωτιά και γιατί. Μπορεί το μυαλό εύκολα να πήγαινε στον Παναγιώτη, αλλά χωρίς να υπάρχει απόδειξη, μέχρι τότε τουλάχιστον, μια τέτοια υπόθεση το μόνο που προκαλούσε ήταν σύγχυση τη στιγμή που χρειαζόταν ηρεμία και λογική σκέψη. Άλλωστε τι θα άλλαζε στο αποτέλεσμα; Μόνο αν θα έπαιρνα λιγότερα ή περισσότερα ασφάλιστρα, που δε θα έφταναν φυσικά ν’ αναπληρώσουν τη ζημιά και κυρίως να ξανακάνουν την επιχείρηση όπως ήταν.

«Δεν ξέρω αν σκέφτεσαι κι εσύ το ίδιο, αλλά δεν μπορώ, θα σκάσω. Είναι δυνατόν να έπιασε φωτιά δώδεκα ώρες μετά που έκλεισε το εργοστάσιο; Δε γίνεται, ρε φίλε, μόνο αν υπήρξε κάποιο βραχυκύκλωμα που θα το διαπιστώσει η ΔΕΗ. Αλλιώς;» αναρωτήθηκε ο Στράτος.

«Αυτή τη στιγμή φίλε δε με νοιάζει αυτό. Με νοιάζουν οι συνέπειες της καταστροφής στους ανθρώπους, τους δικούς μου και τους εργαζόμενους. Τι να το κάνω να μάθω πώς ξεκίνησε η φωτιά. Δε λύνει κανένα πρόβλημα».

Η Δήμητρα μπήκε αλαφιασμένη στο γραφείο και έπεσε στην αγκαλιά μου. Με έσφιξε δυνατά και μου ψιθύρισε στο αυτί με τη σειρά, πόσο μ’ αγαπά, πόσο πιστεύει σε μένα, πως ό,τι και να γίνει θα είναι δίπλα μου. Όταν χαλάρωσε και σκούπισε το δάκρυ που έτρεχε στο μάγουλο της, χαιρέτισε και το Στράτο. Με το Στράτο και τη Δήμητρα κοντά μου, ένιωσα ανακούφιση, κάπως πιο δυνατός, η σιγουριά να τα βγάλω πέρα αναπτερώθηκε. Δεν είχε χαθεί ακόμα κάθε ελπίδα. Όχι φυσικά να ξαναγυρίσουμε στην προηγούμενη μέρα, αλλά τουλάχιστον να σταθούμε στα πόδια μας. Φώναξα την Αγγελική και της ζήτησα να βρει τις παραγγελίες που είχαμε ανεκτέλεστες και τα τιμολόγια εισαγωγής από την Αυστρία. Να τηλεφωνήσει στις τράπεζες και να διασταυρώσουν πληρωμές προκαταβολών που είχαν γίνει και τα υπόλοιπα που είχαμε για πληρωμή. Επίσης να δει τα γραμμάτια των πελατών μας για είσπραξη και πότε αυτά λήγουν.

Έπρεπε να κινηθώ γρήγορα, να μην αποκοπώ από την αγορά, να εκτελέσω τις παραγγελίες των πελατών, έστω και λειψές και να ζητήσω τη βοήθεια των Αυστριακών για άμεση αποστολή εμπορεύματος ώστε να καλύψω τις ανάγκες μου. Κάλεσα τα παιδιά της αποθήκης και τους έδωσα εντολή να οργανώσουν ένα χώρο, με τα εμπορεύσιμα προϊόντα που είχαν γλιτώσει και αφού τα καταγράψουν λεπτομερώς, να είναι έτοιμοι να διώξουν όσες παραγγελίες είχαμε, αμέσως μόλις παίρναμε την άδεια από την Ασφαλιστική. Από τη στιγμή που δεν ήξερα πόσο θα κρατούσαν οι διαδικασίες, πότε θα έπαιρνα τις αποζημιώσεις και σε τι ύψος θα ήταν αυτές, ήμουν υποχρεωμένος να λειτουργήσω την επιχείρηση με τα μέσα που διέθετα. Ήρθε κάποια στιγμή κι ο δικηγόρος, πήραμε τα σχετικά χαρτιά της επιχείρησης και πριν φύγουμε να πάμε στην αστυνομία και την πυροσβεστική για τις καταθέσεις, τηλεφώνησα και πάλι στη μητέρα. Ετοιμαζόταν να έρθει στο εργοστάσιο. Την απέτρεψα λέγοντας ότι έπρεπε να μείνει στο σπίτι για να απαντά στα τηλέφωνα όσων θα ήθελαν να μάθουν τα νέα. Ο Στράτος πήγε στη δουλειά του και θα ξαναγύριζε αργότερα, η Δήμητρα έμεινε στο γραφείο μου, να περιμένει να επιστρέψω.

Γύρισα το βράδυ εξουθενωμένος. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι βρίσκονταν στους καμένους χώρους και προσπαθούσαν να βάλουν μια τάξη, να ξεχωρίσουν με προσοχή ό,τι ήταν χρήσιμο. Η Αγγελική μου έδωσε μια λίστα με τα ονόματα όσων με είχαν ζητήσει. Μεταξύ αυτών κι ο ακόλουθος της αυστριακής πρεσβείας. Καθίσαμε λίγο να πάρω μια ανάσα. Φύγαμε με τη Δήμητρα και το Στράτο να μας ακολουθεί. Πήγαμε σε ένα ταβερνάκι να φάμε κάτι και μετά χωρίσαμε. Ο καθένας για το σπίτι του. Την ώρα που άρχισα να γδύνομαι και η μητέρα με ρώταγε για το τι ακριβώς είχε συμβεί και έλεγε ποιοι είχαν τηλεφωνήσει, συνειδητοποίησα ότι φόραγα ακόμη τα στρατιωτικά μου ρούχα. Όπως είχα φύγει νύχτα από τη μονάδα.

Το πρωί, πριν ανέβω στο γραφείο, έκανα μια βόλτα σε όλο το εργοστάσιο. Να δω από κοντά τις ζημιές, ήθελα να γνωρίζω ακριβώς τι είχε απομείνει μετά την πυρκαγιά. Ένα τοίχος είχε γκρεμιστεί τελείως, ένας άλλος με πρόβλημα, ένας τρίτος μισογκρεμισμένος. Το μεγαλύτερο μέρος της σκεπής ετοιμόρροπο, ένα μικρότερο πεσμένο. Τα μηχανήματα, και τα καινούργια, κατεστραμμένα. Βοηθητικοί χώροι και το εργαστήριο όλα καμένα. Μέσα στην ατυχία ήμαστε και τυχεροί. Η αποθήκη είχε γλιτώσει, τα περισσότερα εμπορεύματα όμως είχαν καεί ή διαλυθεί από το νερό που έπεσε με πίεση πάνω τους, για να σβηστεί η φωτιά. Φώναξα το Χρήστο, το παιδί που είχα βάλει να παρακολουθεί τον Παναγιώτη και είχε γίνει ο έμπιστός μου στη δουλειά. Με διαβεβαίωσε ότι δεν παρατήρησε κάτι ασυνήθιστο τις τελευταίες ημέρες. Του είπα να μην αφήσει ούτε στιγμή μόνους τους ανθρώπους της Ασφαλιστικής, που συνέχιζαν την καταγραφή της ζημιάς και ανέβηκα στο γραφείο.

Το πρώτο τηλεφώνημα έγινε στη μονάδα. Ο Διοικητής δεν ήταν εκεί, μου έδωσαν ένα άλλο τηλέφωνο και τον βρήκα. Μίλησα μαζί του και του είπα τι είχε γίνει. Με παρηγόρησε, μου είπε ότι θα με καλύψει με υπηρεσιακό σημείωμα αλλά θα έπρεπε να μου επιβάλλει και κάποια φυλακή για την απουσία μου, οπότε η απόλυση μου θα καθυστερούσε. Δεν έδωσα και πολλή σημασία, όπως είχαν έρθει τα πράγματα, το τελευταίο που με ένοιαζε ήταν πότε θα έπαιρνα το απολυτήριο. Ανέβηκαν οι δυο υπάλληλοι της αποθήκης και μου έφεραν έναν κατάλογο με τα προϊόντα που είχαν διασωθεί και τις παραγγελίες που μπορούσαν να εκτελέσουν, έστω και με ελλείψεις. Μετά το μπράβο, τους έστειλα να ξεκινήσουν κι εγώ κατέβηκα να βρω τους ανθρώπους της Ασφαλιστικής. Να πάρω έγκριση να φορτώσουμε. Οι αρχικές αντιρρήσεις τους άντεξαν για λίγα λεπτά, όταν ολοκλήρωσαν την καταγραφή των εμπορευμάτων. Τους άφησα να συνεχίσουν να ελέγχουν τα ντουβάρια και τα μηχανήματα.

Επόμενη κίνηση η επικοινωνία με τις τράπεζες. Κατανόηση και απ’ αυτές και διάθεση βοήθειας. Κυρίως ανοχής που είχα ανάγκη. Θα περίμεναν τις επίσημες εκθέσεις για να εκτιμήσουν πάλι την κατάσταση. Τα τηλέφωνα κουδούνιζαν ασταμάτητα, τα σήκωνε όλα η Αγγελική μ’ εντολή να μη μου δώσει κανένα. Κάθε τόσο μου έφερνε σε ένα χαρτί τα ονόματα όσων με ζητούσαν. Τηλεφώνησα στο δικηγόρο να είναι σε ετοιμότητα και μετά στην Αυστρία. Οι Αυστριακοί μου είπαν ότι με στήριζαν και ότι θα ετοίμαζαν για να υπογράψουμε και νέα συμφωνία με ευνοϊκούς όρους. Μόνη προϋπόθεση που έβαζαν, να ήθελα πραγματικά να ξαναστήσω την επιχείρηση. Τους διαβεβαίωσα ότι αυτό θα γινόταν, ότι ήδη είχα ξεκινήσει να εκτελώ παραγγελίες με όσα προϊόντα είχα στη διάθεσή μου, ότι θα έπρεπε άμεσα να με καλύψουν με εμπόρευμα και ότι από τη μεριά μου, θα τους έστελνα το συντομότερο φωτογραφικό υλικό από την καταστροφή. Μετά τηλεφώνησα και στην πρεσβεία και τους ευχαρίστησα για το ενδιαφέρον τους.

Στα χαρτάκια που μου έφερνε η Αγγελική ήταν σημειωμένο και το όνομα Λαμπρινός. «Να του τηλεφωνήσω ή όχι;» αναρωτήθηκα. «Και γιατί να μην του τηλεφωνήσω; Να μου μιλήσει για τη φωτιά θα θέλει ο άνθρωπος». Σχημάτισα το νούμερο, η ευγενική γραμματέας του αμέσως με συνέδεσε.

«Παιδί μου, Λευτέρη, σου εκφράζω τη λύπη μου για το γεγονός και σου εύχομαι καλή δύναμη. Δυστυχώς έχει και αυτά η ζωή και πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε. Αν μου επιτρέπεις να σου δώσω μια συμβουλή, σαν μεγαλύτερος και χρόνια στις επιχειρήσεις. Μη σε απορροφήσει η τακτοποίηση με τις τράπεζες, την Ασφαλιστική, την πυροσβεστική και ό,τι άλλο γραφειοκρατικό και αποκοπείς από την αγορά. Πολλοί θα θελήσουν, μ’ αυτή την ευκαιρία, να σε βγάλουν έξω από τα μαγαζιά που προμηθεύεις. Άσε τους δικηγόρους να τρέχουν, εσύ στη δουλειά σου».

«Σας ευχαριστώ, αυτά που μου λέτε, είναι αυτά που έχω αποφασίσει να κάνω. Χαίρομαι που συμφωνούμε. Μάλλον σκέφτομαι σωστά αφού είναι και δικές σας σκέψεις».

«Είσαι πανέξυπνος τελικά, έχεις ταλέντο. Ακόμα και να μην τα πιστεύεις αυτά που λες, ο τρόπος που τα λες, δεν αφήνουν στον άλλο περιθώρια να σε αμφισβητήσει. Τον πείθεις απόλυτα». Τα τελευταία λόγια ήταν σαν να τα άκουγα από την κόρη του.

«Ευχαριστώ και πάλι, ελπίζω κάποια στιγμή να τα ξαναπούμε και από κοντά».

Με το που τέλειωσα το τηλεφώνημα με το Λαμπρινό, χτύπησε την ανοιχτή πόρτα του γραφείου η Δήμητρα. «Έλα κορίτσι μου, πάνω στην ώρα». Μου έδωσε ένα φιλί στο στόμα και ρώτησε με απορία, «γιατί πάνω στην ώρα; Τι έγινε;»

«Μόλις έκλεισα το τηλέφωνο που μίλαγα με τον πατέρα σου. Αυτό κι αν είναι σύμπτωση».

«Και τι λέγατε;»

«Μου έδινε συμβουλές πώς ν’ αντιμετωπίσω την κατάσταση. Πάντα έτσι κάνει;»

«Εξαρτάται, αν για κάτι ενδιαφέρεται ασχολείται μαζί του, αλλιώς σημασία δε δίνει».

«Να υποθέσω δηλαδή ότι για κάποιο λόγο ενδιαφέρεται για μένα;»

«Αυτό δεν το ξέρω, ούτε μπορώ να το μάθω. Δύσκολα ερμηνεύεις τις σκέψεις του, πολύ περισσότερο να σου τις πει ο ίδιος».

«Καλά, μια κουβέντα κάναμε, ας μην ψάχνουμε να βρούμε τα γιατί και πώς. Εσύ τι γίνεσαι;»

«Λευτέρη, εγώ καλά είμαι, εσύ πώς είσαι;»

«Εντάξει, για μια ακόμη φορά στη ζωή μου βρίσκομαι απέναντι σε κάτι που δεν ξέρω καν τι ακριβώς είναι αυτό. Κάτι που μοιάζει με την απόλυτη καταστροφή. Και πρέπει να το αντιμετωπίσω, δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Αν τα παρατήσω σκέφτεσαι τις συνέπειες; Όλα χάνονται, για μένα την οικογένεια μου και την επιχείρηση. Ένας ακόμη μονόδρομος μπροστά μου, που πρέπει να τον βαδίσω».

Μόνο που αυτός ο μονόδρομος είχε πολύ σκληρές αποφάσεις, είχε ξεκαθάρισμα στόχων και αναπόφευκτες εσωτερικές συγκρούσεις. Από τη στιγμή που η αποζημίωση θα κάλυπτε περίπου το πενήντα με εξήντα τοις εκατό της ζημιάς και οι υποχρεώσεις στις τράπεζες παρέμεναν ίδιες, η επιχείρηση ήταν αδύνατο να ξαναβρεθεί στο σημείο που ήταν πριν τη φωτιά. Η παραγωγή θα σταμάταγε οριστικά. Αυτό σήμαινε απόλυση των ανθρώπων που χρόνια εργάστηκαν για να τη στήσουν. Σήμαινε τη μετατροπή της κυρίως σε εισαγωγική εταιρεία εμπορίας χρωμάτων. Ένα ευέλικτο σχήμα προώθησης με βάση τα προϊόντα των Αυστριακών. Εντελώς διαφορετικό απ’ αυτό που άφησε ο πατέρας πριν από ενάμιση χρόνο. Τι δυναμική μπορούσε να αποκτήσει μια τέτοια εταιρεία, ούτε εγώ, ούτε κάποιος άλλος μπορούσε να το προβλέψει. Έμενε να φανεί στην πράξη. Οι πρώτες αποφάσεις ήταν και οι πιο δύσκολες. Με πόνο ψυχής, με την πίεση στα άκρα, τα νεύρα στα όρια, με λύπη, οργή, έκανα τις απολύσεις. Μαύρα Χριστούγεννα για όλους. Ευχόμουν άνθρωπος να μη βρεθεί στη θέση μου, κυρίως στη θέση αυτών που έχασαν τη δουλειά τους. Οι φίλοι, ο Στράτος, ο Γιώργος, ο Δημήτρης, η Ελένη και η Δήμητρα, όσοι ήταν στο πλάι μου εκείνες τις ώρες, ο Διοικητής μου που μου έδωσε το απολυτήριο, παραμονή, την ώρα που έλεγαν τα κάλαντα τα παιδιά, όσο και να προσπάθησαν να με παρηγορήσουν, δεν το κατάφεραν. Μισούσα τον εαυτό μου. Είχε γίνει αυτό που από την αρχή φοβόμουν. Μετά την πρώτη υποχώρηση δεν υπάρχει φρένο. Ο κατήφορος δε σταματά πουθενά. Πάντα υπάρχει κάποιος λόγος. Η δικαιολογία είναι ανίκητη για όποιον την πιστεύει. Όχι για μένα, τουλάχιστον τότε.

Βαριά η ατμόσφαιρα στο σπίτι. Πήγα τη μητέρα και την Ελένη στο εργοστάσιο και τους ανακοίνωσα τα σχέδια για συρρίκνωση της επιχείρησης, ως της μόνης λύσης για να μην πτωχεύσουμε και τα χάσουμε όλα. Δεν έκρυψαν την ανησυχία τους. Εκεί που για κάμποσο καιρό είχαν τη σιγουριά ότι τα πράγματα πήγαιναν καλά, ξαφνικά το έδαφος έφυγε κάτω από τα πόδια τους. Δεν ήμουν βέβαιος πια ότι τις έπειθα μ’ αυτά που τους έλεγα. Η αμφιβολία είχε φωλιάσει για καλά μέσα τους. Ιδιαίτερα στη μητέρα.

Τις μέρες των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς μια μόνο φορά βγήκαμε με τους φίλους, το Γιώργο, το Δημήτρη και τις κοπέλες τους, το Στράτο με την καινούργια του κατάκτηση, τη Μαίρη, την Ελένη και τη Δήμητρα. Ανήμερα τα Χριστούγεννα έγινε και η γνωριμία της Δήμητρας με τη μητέρα, που την κάλεσα να φάμε μαζί. Η Ελένη την είχε ήδη γνωρίσει. Δεν ήταν και η καλύτερη εποχή για μια τέτοια συνάντηση, όμως κάποτε και αυτό θα γινόταν. Δε μου άρεσε να κρύβομαι. Η Δήμητρα ήταν πλέον η σοβαρή μου σχέση και για όσο χρόνο θα ήταν μαζί μου, θα της φερόμουν ανάλογα.

Ο χρόνος που έφυγε άφησε στον επόμενο μόνο προβλήματα. Όλα εκείνα που σχεδίαζα τους προηγούμενους μήνες είχαν πάει περίπατο. Η αποζημίωση για την καταστροφή, σύμφωνα με την εκτίμηση και το συμβόλαιο της Ασφαλιστικής, ίσα που έφτανε για τις επισκευές στις εγκαταστάσεις και τον εξοπλισμό του εργοστασίου. Το πόρισμα χωρίς να προσδιορίζει ακριβώς την αιτία της φωτιάς, σημείωνε ότι αυτή ξεκίνησε από το εργαστήριο, επεκτάθηκε στο χώρο με τις πρώτες ύλες και από κει με μικρές εκρήξεις σε ό,τι ήταν εύφλεκτο σε όλο το εργοστάσιο. Η ΔΕΗ απέκλεισε το βραχυκύκλωμα, δεν εντοπίστηκε κάτι ύποπτο που να άφηνε υπόνοιες για εμπρησμό και έτσι η Πυροσβεστική κατέληξε πως η πυρκαγιά εκδηλώθηκε από άγνωστη αιτία χωρίς να αποδίδει καμιά ευθύνη σε κανέναν. Το θέμα ήταν ότι για μηχανήματα και προϊόντα δεν περίσσευε τίποτα. Και καλά μηχανήματα δε χρειάζονταν πλέον με τη μετατροπή της εταιρείας, χωρίς προϊόντα όμως δε γίνεται εμπόριο. Οι Αυστριακοί με κάλυπταν μέχρι ενός σημείου, αλλά ήθελαν και λεφτά. Άσε που κάποιοι τους πίεζαν να μου πάρουν την αντιπροσωπεία. Ο τζίρος ήδη είχε πέσει και δύσκολα θα ξανανέβαινε σε επίπεδα που να καλύπτει τις υποχρεώσεις και τα δάνεια. Από το προσωπικό είχαν μείνει η Αγγελική και μια ακόμη κοπέλα στα γραφεία, οι δυο υπάλληλοι στην αποθήκη, δυο οδηγοί, τρεις πωλητές, ο Χρήστος γενικών καθηκόντων και δυο ακόμα παιδιά που έκαναν λίγο απ’ όλα. Το πελατολόγιο είχε συρρικνωθεί, είτε γιατί έσβησα κάποιους κακοπληρωτές, είτε γιατί κάποιοι πελάτες αγόραζαν μέχρι τότε μόνο τα προϊόντα που βγάζαμε εμείς και δεν τους ενδιέφεραν τα χρώματα των Αυστριακών. Οι τράπεζες άρχισαν να πιέζουν, έβλεπαν πρώτες αυτές ότι τα πράγματα ζόριζαν. Τι περιθώρια ελιγμών είχα; Είχα;

Συμμάζεψα τα έξοδα, το μόνο που θεωρούσα απαραίτητο ήταν αυτό για τις σπουδές της Ελένης. Σε όλα τα άλλα έπεσε ψαλίδι. Επικοινωνούσα ο ίδιος με τους πελάτες και τους ζητούσα στήριξη και παραγγελίες. Κατέβαινα και στην αποθήκη αν χρειαζόταν σε κάτι να βοηθήσω. Όλη την ημέρα την πέρναγα πλέον στο εργοστάσιο. Ο Στράτος ερχόταν σχεδόν κάθε βράδυ και συζητούσαμε τρόπους για να ξεφύγω πριν φτάσει το πλήρες αδιέξοδο. Η Δήμητρα ερωτευμένη και πελαγωμένη. Πού να φανταστεί ότι ένα μπλέξιμο μαζί μου θα της έφερνε τόσα διαφορετικά συναισθήματα. Πως θα ζούσε τόσο ενδιαφέρουσες και συγχρόνως τόσο ψυχοφθόρες καταστάσεις. Η μόνη εφικτή λύση για τη δουλειά, που θα μπορούσε να μου δώσει κάποια προοπτική, ήταν να πάρω κι άλλες αντιπροσωπείες ώστε να αυξήσω το πελατολόγιο και το τζίρο. Από τη στιγμή μάλιστα που κάθε σκέψη για παραγωγή ήταν απαγορευτική, λόγω του χρόνου που χρειαζόταν για να αποδώσει και της μεγάλης επένδυσης που δεν είχα τη δυνατότητα να κάνω.

«Από τότε που γύρισα στην Ελλάδα, πώς το καταφέρνω τελικά να έχω μπροστά μου μια μόνο επιλογή; Ούτε καν δίλημμα δεν μπαίνει. Πώς φτάνω πάντα σε μονόδρομο;»

Εκεί που έψαχνα να βρω καμιά αντιπροσωπεία να συνεργαστώ και είχα στραφεί προς την Ιταλία, δέχτηκα πρόταση από μια μικρή ντόπια βιοτεχνία παραγωγής χρωμάτων, να αναλάβω την προώθηση των προϊόντων της. Το είδα σαν ευκαιρία. Είχα πια τη γνώση και την εμπειρία να εκτιμήσω αυτό που μου ζητούσαν να πουλήσω και μάλιστα χωρίς κανένα ρίσκο. Το προϊόν ήταν καλό και οι τιμές ανταγωνιστικές. Δε χρειάστηκε να το σκεφτώ πολύ, συμφώνησα μόλις γνώρισα καλύτερα και τα αφεντικά. Δυο νέους ανθρώπους που, όπως κι εγώ, κληρονόμησαν την επιχείρηση από τους γονείς τους. Ξεκινήσαμε με μικρά βήματα, το Μάρτη. Αν και η κούραση ήταν μεγάλη και συνεχής, το ενδιαφέρον που πρόσθεσε η συνεργασία με τη βιοτεχνία, με έκανε να πάρω τα πάνω μου, ψυχολογικά αλλά και οικονομικά. Οι νέοι μου συνεργάτες, ήταν καταπληκτικά παιδιά, δουλευταράδες, έξυπνοι και με χιούμορ. Η συνεννόηση μαζί τους χωρίς προβλήματα, λίγα λόγια, μεγάλη αντίληψη.

Η Δήμητρα πάντα δίπλα μου. Ζούσαμε μια ισορροπημένη σχέση. Έντονη ερωτικά, με πολύωρες ήρεμες συζητήσεις, αναζητήσεις. Δεν αφήναμε ρωγμές και κενά. Στις διαφωνίες μας γινόταν πάντα σεβαστή η άποψη του άλλου. Τις φορές που βγαίναμε για διασκέδαση, μόνοι ή με παρέα, του δίναμε να καταλάβει. Μια σχέση χτιζόταν για να κρατήσει. Έτσι έδειχναν όλα.

Η νέα κατάσταση με τη συνεργασία της βιοτεχνίας ξανάφερε την ελπίδα, καθώς τα μεγέθη καλυτέρευαν. Εκείνο που φαινόταν το Δεκέμβρη αδύνατο, είχε πλέον γίνει πιθανό, με προοπτική να γίνει και σίγουρο. Χρειαζόταν βέβαια ακόμα χρόνος και δουλειά, όμως τα πράγματα είχαν πάρει το δρόμο τους.

Πλησίαζε μεσημέρι, η Αγγελική με ειδοποίησε ότι με ζητούσε στο τηλέφωνο η Δήμητρα. Μου έκανε εντύπωση που δε με πήρε κατευθείαν στο τηλέφωνο του γραφείου μου.

«Έλα, κορίτσι μου, γιατί με παίρνεις σ’ αυτό το τηλέφωνο;»

«Δεν ήθελα να σ’ ενοχλήσω, μπορεί να είχες δουλειά. Γι’ αυτό πήρα πρώτα τη γραμματέα σου».

«Άσε τις κουταμάρες και λέγε. Με πεθύμησες και ήθελες να μου μιλήσεις;»

«Εγωιστάκο, ήθελα να σου πω κάτι που είναι σοβαρό και τα έχω λίγο χαμένα. Ο πατέρας μου έκανε εξετάσεις και μάλλον έχει κάποιο όγκο στο συκώτι».

«Συγγνώμη, πουλάκι μου, πόσο ηλίθιος είμαι; Όχι, ρε γαμώτο. Τι να πω, εσύ πού είσαι; Πού είναι ο πατέρας σου;»

«Εγώ στο σπίτι μου, ο πατέρας στο εργοστάσιο».

«Σε τι κατάσταση βρίσκεται; Έλα από δω να πάμε να τον δούμε. Δεν πιστεύω να μη θέλει;»

«Δεν ξέρω, Λευτέρη μου. Μήπως δεν είναι καλή ιδέα να πάμε μαζί;»

«Εντάξει, κάτσε στο σπίτι να τακτοποιήσω τις δουλειές εδώ και θα σε ξαναπάρω να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε».

Έκλεισα το τηλέφωνο, είπα στην Αγγελική ότι φεύγω και θα επιστρέψω σε λίγη ώρα, μπήκα στο Kadett και σε μερικά λεπτά ήμουνα στο εργοστάσιο του Λαμπρινού. Ανέβηκα στο γνώριμο γραφείο της ιδιαιτέρας του και τον ζήτησα. Άνοιξε την πόρτα του γραφείου του μόλις τον ειδοποίησε η γραμματέας του και με υποδέχτηκε με ένα χτύπημα στην πλάτη. Σχεδόν με κάθισε σε μια πολυθρόνα και παράγγειλε δυο καφέδες.

Με το που πήγε να πει κάτι τον διέκοψα. «Κύριε Λαμπρινέ, επιτρέψτε μου αυτή τη φορά να μιλήσω εγώ. Μόλις έμαθα ότι έχετε κάποιο πρόβλημα υγείας, που εύχομαι να μην είναι σοβαρό και να το ξεπεράσετε σύντομα. Θέλω να ξέρετε ότι είναι δεδομένη η συμπάθεια και η συμπαράστασή μου. Αν χρειαστείτε κάτι που να μπορώ να βοηθήσω, να μου το πείτε. Δεν ξεχνώ πώς φερθήκατε σε μένα, πώς θελήσατε να με προστατεύσετε, χωρίς μάλιστα να έχετε καμιά υποχρέωση».

«Αχ, αυτό το κορίτσι. Η αδυναμία μου, που ποτέ δεν της την έδειξα όπως ήθελα. Αυτό το ξεχωριστό, το ιδιαίτερο πλάσμα, το ασυμβίβαστο, το ατίθασο. Αυτό που τ’ αμφισβητεί όλα και καλά κάνει. Το κορίτσι μου, ό,τι πιο σημαντικό απέκτησα στη ζωή μου. Αυτό είναι και το μόνο που νοιάζεται για μένα. Τώρα στα δύσκολα».

«Προς Θεού, μη μεγαλοποιείτε τα πράγματα. Η Δήμητρα μου είπε για το πρόβλημα υγείας που έχετε κι εγώ ήρθα να σας δω και να σας πω ότι δεν είστε μόνος στη μάχη που ίσως χρειαστεί να δώσετε. Αυτό είναι όλο, η Δήμητρα δεν ξέρει ότι βρίσκομαι εδώ».

«Λευτέρη, είστε αρκετό καιρό μαζί με τη Δήμητρα, τα αισθήματα και το πώς βλέπετε το μέλλον της σχέσης σας, είναι φυσικά δικό σας θέμα. Επειδή, όπως μου είπαν οι γιατροί, ο χρόνος που απομένει να ζήσω στο μάταιο τούτο κόσμο είναι λίγος, εφόσον επιβεβαιωθούν οι φόβοι τους και από τις νέες εξετάσεις, πρέπει να τακτοποιήσω τα θέματα που αφορούν την οικογένεια και τις δουλειές μου. Από μια μεριά είμαι τυχερός που έχω αυτή τη δυνατότητα. Αν ερχόταν το τέλος ξαφνικά, σου το εξομολογούμαι, θα ήταν όλα στον αέρα. Όπως είναι τυχερή και η Δήμητρα που σ’ αυτή τη δύσκολη στιγμή, έχει δίπλα της εσένα».

Με ευχαρίστησε και αποχαιρετιστήκαμε. Επέστρεψα στη δουλειά μου. Οι σκέψεις για μια ακόμη φορά ανάκατες. Θα επηρέαζε τη σχέση μου με τη Δήμητρα ο χαμός του Λαμπρινού; Σε ποιο βαθμό θα μπορούσε ν’ αλλάξει τα δεδομένα της ζωής μου; Της ζωής μου, που επαγγελματικά τουλάχιστον, πάλι είχε μπει σε μια εύθραυστη ισορροπία; Και τι τέλος πάντων ήθελε να πει ο Λαμπρινός;

Η ηρεμία που αποζητούσα κι ο επαναπροσδιορισμός αξιών και προσωπικής ηθικής, που είχαν δεχτεί σφοδρές επιθέσεις από τα γεγονότα και τη σκληρότητα της επιχειρηματικής επιβίωσης, έπαιρναν για μια ακόμη φορά αναβολή. Μπορεί η Δήμητρα να σηκώσει αυτά που έβλεπα να έρχονται; Έχει το ανάλογο μέγεθος να τ’ αντέξει; Οι ασυνάρτητες σκέψεις, μπορεί να χρησιμεύουν για να συνειδητοποιούμε καταστάσεις, δε δίνουν όμως λύσεις. Τις λύσεις εγώ θα τις έδινα.

Τηλεφώνησα στη Δήμητρα. «Δε μου λες, έχεις μιλήσει με κάποιον από τους γιατρούς του πατέρας σου;»

«Πριν από λίγο μίλησα με τον καθηγητή Βαρούτη, οικογενειακό φίλο, μου είπε ακριβώς πώς έχουν τα πράγματα. Είχε και τα τελευταία αποτελέσματα των εξετάσεων. Ο πατέρας έχει τρεις, το πολύ πέντε μήνες ζωής. Αν κάνει θεραπείες, που ο πατέρας μέχρι στιγμής αρνείται, μπορεί να παραταθεί η ζωή του και στον ένα χρόνο». Το βουβό της κλάμα έφτασε μέσα από τ’ ακουστικό στ’ αυτί μου.

«Δήμητρα, το καλύτερο τέτοιες στιγμές είναι η ψυχραιμία. Θα περάσω να σε πάρω μόλις τελειώσω. Εντάξει;»

Η πορεία ήταν προδιαγεγραμμένη. Οι ρόλοι όμως;

Απ’ αυτά που ήξερα, ο Λαμπρινός είχε στην ιδιοκτησία του ολόκληρη την ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗ. Δεν ήθελε άλλους να μπλέκονται στα πόδια του, αλλά δεν υπήρχε και κανείς από το περιβάλλον του που να ενδιαφέρεται. Συνεταίρους δεν είχε, ούτε αδέλφια ή ανίψια. Η γυναίκα του παραιτημένη από καιρό, αφημένη στη συντροφιά του αλκοόλ και η μεγάλη κόρη η Αφροδίτη, αδιάφορη, για διακοπές μόνο κάθε δυο χρόνια στην Ελλάδα. Αυτά μέχρι σήμερα, από αύριο τα πράγματα άλλαζαν και το βάρος θα έπεφτε στη Δήμητρα. Αυτή θα έπαιρνε το ρόλο του διαχειριστή της επιχείρησης του Λαμπρινού.

Και ποιος ο ρόλος ο δικός μου; «Έλα μου ντε», που έλεγε και η θεία η Ματίνα! Πού και πώς κολλάω εγώ στο τι θα γίνει άμα πεθάνει ο Λαμπρινός; Μια ερωτική σχέση έχω με την κόρη του που προέκυψε απλά, όπως χιλιάδων νέων ανθρώπων που ταιριάζουν και τους αρέσει να είναι μαζί, για λίγο, περισσότερο ή και για πάντα. Έπρεπε «σώνει και ντε», και αυτό της θείας Ματίνας, ν’ ανακατευτώ στις δουλειές και τα κληρονομικά του Λαμπρινού; Άσε που ο άνθρωπος ακόμα ήταν ζωντανός και μπορούσε να αποφασίσει διαφορετικά απ’ αυτά που εγώ σκεφτόμουν. Η σκληρότητα που αντιμετώπισα μετά το θάνατο του πατέρα στη ζωή μου, η εμπειρία που απέκτησα, με είχαν κάνει να μπορώ να διακρίνω πού κρυβόταν ο λάκκος, τουλάχιστον να υποψιάζομαι τα πιθανά μέρη. Ήμουν σίγουρος ότι η Δήμητρα θα μου ζητούσε βοήθεια, πολύ μεγαλύτερη από κάποιες συμβουλές στο πώς να διαχειριστεί αυτά που θα κληρονομούσε. Δε μιλάμε για τρία σπίτια και δυο οικόπεδα, άντε και μερικές μετοχές και ομόλογα. Είχαμε να κάνουμε με μια επιχείρηση που απασχολούσε περίπου εκατόν είκοσι εργαζόμενους και με κυρίαρχη θέση στην αγορά. Μια ζωντανή, κερδοφόρα και με προοπτικές ανάπτυξης εταιρεία που κινδύνευε να μπει σε περιπέτεια λόγω ανυπαρξίας διοίκησης. Αυτά γύριζαν σαν μύλος στο κεφάλι μου. Η απώλεια του Λαμπρινού θα έκανε τη Δήμητρα να αγκιστρωθεί πάνω μου. Όχι γιατί ήμουν κάτι το εξαιρετικό ή είχα λύσεις για όλα. Γιατί η ανθρώπινη φύση στη δυσκολία έχει ανάγκη κάπου να ακουμπήσει. Από τη στιγμή που η Δήμητρα είχε νιώσει σιγουριά κοντά μου, μετά τη δέκα περίπου μηνών σχέση μας, ήταν απόλυτα φυσιολογικό να θελήσει να στηριχτεί σε μένα. Εκτός αν αποφάσιζε να προχωρήσει παραμερίζοντας με.

Τα πράγματα στη ζωή είναι απλά, εμείς πολλές φορές τα μπερδεύουμε.

Πέρασα και την πήρα από το σπίτι της. Απομονωθήκαμε σε μια γωνιά στο ταβερνείο του Καρβουνιάρη. Η συζήτηση ό,τι καλύτερο σε νοήματα, σκέψεις, αισθήματα, ρεαλισμό, συνοδεία μπακαλιάρου, σκορδαλιάς και ρετσίνας. Μπήκε ξεκάθαρα το θέμα της σχέσης μας, σε συνάρτηση με το επαγγελματικό μέλλον της Δήμητρας ως κληρονόμου και ουσιαστικά διαχειρίστριας της περιουσίας του Λαμπρινού. Η αγωνία της δεν κρυβόταν, ανάμικτα συναισθήματα λύπης για τον πατέρα, έρωτα για μένα, ανησυχίας για το μέλλον αυτού που θα κληρονομούσε. Δε θα λύνονταν όλα στον Καρβουνιάρη, όσο γλυκόπιοτη κι αν ήταν η ρετσίνα του. Την άφησα να ψάχνεται. Ήθελα να δω πώς σκεφτόταν ν’ αντιμετωπίσει την κατάσταση που ερχόταν, μια κατάσταση που δε θα υπολόγιζε αυτά που οι άνθρωποι ορίζουν ως πρώτα ή δεύτερα.

«Ρε μαλάκα, εσύ είσαι που πριν δυο χρόνια σχεδίαζες σκηνοθεσίες και σενάρια προβληματισμού για τα ανθρώπινα δικαιώματα; Το περιβάλλον; Το ρατσισμό; Τη βαρβαρότητα των ισχυρών; Την πείνα και την εξαθλίωση; Τη δημοκρατία και την ελευθερία; Τι έγινε και ασχολείσαι με το τι θα γίνουν τα κέρδη και τα απομεινάρια της δυναστείας του Λαμπρινού; Το μουνί; Ναι, ρε, το μουνί; Ή μήπως η μαγκιά να φας τον άλλο για να μη σε φάει εκείνος; Μήπως να πλουτίσεις; Κοιτάξου Λευτεράκο στον καθρέφτη το πρωί».

Η εσωτερική σύγκρουση αναπόφευκτη. Είχε έρθει και για μένα, ολοκληρωτική παράδοση ή ολομέτωπη αντίδραση. Οι δυο κόσμοι της ζωής μου αντίθετοι. Αυτός που ακόμη πίστευε ότι μπορώ να κερδίσω κι ο άλλος του απόλυτου συμβιβασμού. Έπρεπε να διαλέξω. Χωρίς ναι μεν αλλά. Χωρίς πια το άλλοθι της μιας επιλογής. Τι και πώς να τα ζυγίσω; Με το συναίσθημα; Με τη λογική; Ποιανού; Από τη στιγμή που μπήκα σε μια τέτοια διαδικασία, κατά βάθος είχα ήδη αποφασίσει. Αν θέλεις να διατηρήσεις αυτές που θεωρείς αξίες ζωής, χωρίς αυτές οι αξίες υποχρεωτικά να είναι ανώτερες από κάποιες άλλες, είναι όμως οι δικές σου, οφείλεις να τις υπερασπιστείς. Αλλιώς τις ξεχνάς, τις αλλάζεις, τις αναπολείς τις ώρες του απολογισμού στο κενό περιεχομένου ημερολόγιό σου.

Τα πράγματα στη ζωή είναι απλά, εμείς πολλές φορές τα μπερδεύουμε.

«Δηλαδή αν δεχτώ μια πρόκληση και ανταποκριθώ, είναι προδοσία;»

«Αν είναι αντίθετη στα πιστεύω σου, ναι».

«Δηλαδή τι πρέπει να κάνω;»

«Να την απορρίψεις».

«Τι διάολο πρέπει να πω σ’ αυτό που βρίσκεται μπροστά μου;»

«Ό,τι θέλεις. Μην ξεχνάς πως και η φυγή δεν είναι ό,τι καλύτερο».

Δεν κουράστηκα άλλο, δεν έβγαινε και άκρη. Το να παραστήσω τον ήρωα, δεν είχε νόημα. Θα έπρεπε να τα διαλύσω όλα, όσα αφορούσαν τη Δήμητρα, τη σχέση μας και το μέλλον της σχέσης μας. Αυτά που θα έρχονταν, δεν ήταν γιατί τα «έφτιαξα», μήνες πριν, με τη Δήμητρα. Ούτε τα επεδίωξα, ούτε καν τα είχα σκεφτεί. Γιατί βρισκόμουν πάλι στο απόσπασμα; Μήπως τελικά δε χρειάζονταν τόσες αναλύσεις; Ούτε να πάρω βαρύγδουπες αποφάσεις; Αν έπρεπε να βοηθήσω στη διαχείριση της επιχείρησης του Λαμπρινού, δεν ήταν και προς θάνατον.

Κατασταλαγμένος και ήρεμος, μπήκα ενεργά στα οικογενειακά του Λαμπρινού. Συναντηθήκαμε οι τρεις μας, Λαμπρινός, Δήμητρα κι εγώ, στο ατελιέ. Ανοίξαμε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και συζητήσαμε τα πάντα. Τη σχέση μου με τη Δήμητρα, τη σχέση του Λαμπρινού με την οικογένειά του, για την επιχείρηση και την περιουσία του, τις επιθυμίες του. Εκεί δυσκόλεψαν τα πράγματα. Ο Λαμπρινός, μάλλον το ξανασκέφτηκε και ζήτησε να επισημοποιηθεί η σχέση μου με τη Δήμητρα. Σε ποιο βαθμό και με ποιο τρόπο θα γινόταν αυτό, άφησε να το αποφασίσουμε εμείς. Όσον αφορά την επιχείρηση, τη μερίδα του λέοντος θα έπαιρνε η Δήμητρα και φυσικά τη διαχείριση, στην οποία θα ήθελε να συμμετέχω κι εγώ. Ξεκαθάρισε το τοπίο από την πλευρά του. Ή τα παίρνεις όλα Λευτέρη, Δήμητρα και επιχείρηση ή «κόβεις ρόδα μυρωμένα» και από δω παν κι άλλοι. Αυτό ήταν το συμπέρασμα. Ο Λαμπρινός ήταν σκληρός επιχειρηματίας, μέχρι το μεδούλι. Τις ευαισθησίες του, όπως μου είπε στην πρώτη μας συνάντηση, τις είχε κλείσει στο ντουλάπι. Δεν ήταν διατεθειμένος να τις αφήσει να του βάλουν διλήμματα. Δε θα έκανε εκπτώσεις, ούτε τώρα που του έμεναν τρεις μήνες ζωής. Η επιχειρηματική λογική και αυτό που πίστευε καλύτερο για το μέλλον της επιχείρησης και των παιδιών του, ήταν τα μόνα που υπήρχαν γι’ αυτόν. Μίλησα και ξαναμίλησα με τη Δήμητρα. Φαινόταν να έχει πάρει και αυτή τις αποφάσεις της. Μπορεί να έδειχνε ότι με αφήνει να έχω τις πρωτοβουλίες, όμως αν χρειαζόταν θα προχωρούσε και χωρίς εμένα. Αυτό ήταν κάτι που με ξάφνιασε. Είχα υποτιμήσει το αίμα του Λαμπρινού που έτρεχε στις φλέβες της.

Συγκάλεσα «πολεμικό συμβούλιο» με Στράτο, Γιώργο και Δημήτρη, φάγαμε και ήπιαμε, φουσκώναμε και ξεφουσκώναμε, συμπέρασμα όμως δε βγάλαμε. Καλά ο Λαμπρινός και οι δουλειές του, με τη Δήμητρα τι γίνεται; Να συνεχίσω με τη Δήμητρα χωρίς ν’ ανακατευτώ στις δουλειές, και μέχρι πότε; Αν αύριο θελήσει κάτι αυτή ή εσύ αποφασίσεις να κάνεις οικογένεια μαζί της, τι θα γίνει; Με τη δική μου δουλειά τι θα κάνω; Υπήρχε λύση για όλα;

Δεν άντεξα, «ρε μάγκες, σκέφτεστε ένα τέτοιο σενάριο και μια όμορφη σκηνοθεσία; Θα σπάγαμε ταμεία». Έφαγα κάτι φάπες, ήταν και η ώρα που συμπληρώναμε το δεύτερο κιλό...

Όπως τα είχα πιει και γύριζα στο σπίτι, σκέφτηκα, «ρε δεν πάνε όλα στο διάολο, να την κάνω για το Παρίσι; Να βρω τη Νικόλ, το Ζακ, να δείχνω στη Μαρί πώς θα πει την ατάκα και στο Μωρίς πώς θα σκύβει το κεφάλι να δείξει τη λύπη του;»

Η Δήμητρα στο τηλέφωνο, πρωί στο εργοστάσιο. «Λευτέρη, νομίζω ότι κάτι πάει να στραβώσει. Δε χαλάω αυτό που έχουμε για τίποτα στον κόσμο. Στο λέω τώρα που είναι πρωί και είμαστε απόλυτα νηφάλιοι. Θέλω όσο τίποτα να σταθώ δίπλα στον πατέρα μου, τώρα που πλησιάζει το τέλος του, όμως δεν πρόκειται να κάνω κάτι που θα μπορούσε να χαλάσει τη σχέση μας. Τα επιχειρηματικά είναι κάτι που θα τα δω στην ώρα τους. Πού θα με πας απόψε;»

Ακούγοντας η Αγγελική «ρε την πουτάνα τη ζωή, πώς τα φέρνει έτσι;» προσπάθησε να πνίξει το γέλιο της χαμηλώνοντας το κεφάλι πάνω από το γραφείο της. Πώς τα κατάφερα, πώς ήρθαν τα πράγματα πάλι εγώ να πρέπει να πάρω πρωτοβουλίες για μένα και για κάποιους άλλους. Τι είναι αυτό ρε γαμώτο; Πεπρωμένο; Τύχη; Γραμμένο;

 

Ο γάμος, ο θάνατος...

 

Τ

ο βράδυ στο «Γεροφοίνικα» η συναισθηματική φόρτιση της Δήμητρας ξεχείλιζε. Άφησα και το δικό μου συναίσθημα ελεύθερο να εκδηλωθεί. Την κοίταξα στα μάτια, κράτησα το χέρι της ανάμεσα στα δυο δικά μου. Της έκανα πρόταση να παντρευτούμε, πριν να φύγει ο πατέρας της. Ήταν το πρώτο δάκρυ που είδα στη ζωή μου να τρέχει τόσο αβίαστα, σαν να άνοιξε απότομα κάποια βρύση. Προσπαθώντας να σκουπιστεί, άπλωσε με το χαρτομάντηλο, δάκρυα, μύξες, μουτζούρες και μπογιές παντού στο πρόσωπό της. Και μόνο για να ζήσω αυτή την εικόνα, που αντανακλούσε απόλυτα τον εσωτερικό της κόσμο, άξιζε η πρόταση. Ο όποιος δισταγμός μου πήγε στον αγύριστο.

«Τελικά η ζωή είναι και η Θεσσαλονίκη με την Ηρώ και την Ερατώ, και το Παρίσι με τη Νικόλ, και το βράδυ στο Κολωνάκι με τη Δήμητρα. Και ποιος ξέρει αύριο, πού και με ποια!»

Μόλις συνήλθε κάπως, πήγε στην τουαλέτα να φρεσκάρει το πρόσωπό της, την όψη της. Της ήρθε ξαφνικό, δεν υπήρχε κάτι που να είχε προηγηθεί για να την κάνει να περιμένει μια τέτοια εξέλιξη. Μπορεί ο Λαμπρινός να μας ζήτησε να επισημοποιήσουμε τη σχέση μας, μάλλον όμως ούτε και αυτός δε φανταζόταν έναν τόσο γρήγορο γάμο.

Επέστρεψε πιο ήρεμη και με τη χαρά να μην κρύβεται. «Λευτέρη μου, γιατί μου τα κάνεις αυτά; Θέλεις να με τρελάνεις; Έγινα και ρεζίλι. Κοίτα πώς μας κοιτάνε οι γύρω!»

Γέλασα. «Δήμητρα, μη σκέφτεσαι τίποτα, απλά απόλαυσε τις στιγμές. Πιστεύω πως μ’ αγαπάς κι εγώ σου ζητώ να γίνεις γυναίκα μου. Τι πιο όμορφο μπορείς να περιμένεις; Χαίρομαι που μπορώ να σου προσφέρω αυτή τη χαρά, μαζί με την αγάπη μου».

«Σταμάτα. Θα ξαναρχίσω να κλαίω. Μέχρι τώρα νόμιζα πως ήμουν άτρωτη σε τέτοια συναισθήματα. Άλλο το φλερτ και μια ερωτική σχέση για σεξ και παρέα. Εδώ ξεπεράστηκαν τα όρια που πίστευα πως είχα. Αυτά χάρη σε σένα, το καταλαβαίνεις; Ο ερχομός σου, είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσα να περιμένω στη ζωή μου».

«Στον πατέρα σου θα το πούμε μαζί, στη μητέρα μου, που δεν ξέρει και πολλά για το Λαμπρινό, θα το πω εγώ. Στους άλλους σιγά σιγά. Να βρούμε ημερομηνίες πρώτα. Αρραβώνες και τέτοια δε χρειάζονται νομίζω. Τις βέρες θα τις φορέσουμε μόνοι μας, με λίγο κόσμο και είμαστε μια χαρά».

«Λευτέρη, λες να προλάβουμε σε δυο μήνες; Φοβάμαι πως αργότερα θα είναι δύσκολη η συμμετοχή του πατέρα. Χτες που συζητήσαμε, αρνήθηκε και πάλι κάθε θεραπεία και ήταν κατηγορηματικός. Μόνο παυσίπονα θα πάρει όταν αρχίσουν οι πόνοι».

Το επόμενο μεσημέρι επιστρέφοντας από το εργοστάσιο στο σπίτι, το ανακοίνωσα στη μητέρα μου. Της εξήγησα την απόφαση μου, τη θέληση να συνεχίσω τη ζωή μου μαζί με τη Δήμητρα, της μίλησα για το Λαμπρινό και την οικογένεια του, την επιχείρηση που είχε και τη βεβαίωσα ότι τίποτα δε θ’ αλλάξει στη δική μας επιχείρηση, στη ζωή της και στη ζωή της Ελένης. Αιφνιδιάστηκε, δεν ήταν ό,τι καλύτερο θα ήθελε να ακούσει. «Λευτέρη, είναι δικαίωμα σου να διαλέξεις τον άνθρωπο που θα περάσεις μαζί του τη ζωή σου. Επομένως η γνώμη των άλλων σ’ αυτό το θέμα, και η δική μου φυσικά, περισσεύουν. Αν μου επιτρέπεται να έχω ένα λόγο, είναι γιατί τόση βιασύνη για το γάμο και μήπως αυτή σου η απόφαση είναι σε βάρος της δουλειάς, που άφησε ο πατέρας σου κι εσύ μέχρι τώρα συνεχίζεις μ’ επιτυχία;»

Ομολογώ πως δεν περίμενα έτσι την αντίδραση της. Μέσα σε δυο προτάσεις τα περιέλαβε όλα. Την ευθύνη μου, τα αισθήματά της, τα ερωτηματικά, το καμπανάκι. Το ένστικτο της μάνας; Η φυγή του γιου; Ο άγνωστος δρόμος; Τι ήταν αυτό που βάρυνε ώστε ούτε την ευχή της να μη μου δώσει; Πρώτη φορά ήταν τόσο σκληρή μαζί μου. Σηκώθηκα και τη φίλησα.

 «Σου εύχομαι κάθε καλό, αφού το αποφάσισες» η τελευταία της κουβέντα, βλέποντας πως πικράθηκα.

Νωρίς το βράδυ τηλεφώνησα στη Θεσσαλονίκη. Η Ελένη μόλις είχε γυρίσει σπίτι από τα εργαστήρια στο πανεπιστήμιο. Της είπα τα νέα. Δεν έδειξε ιδιαίτερη έκπληξη, σαν να το περίμενε θα έλεγα.

«Λευτέρη, δε στο κρύβω, θα προτιμούσα τη Νικόλ για νύφη μου. Όμως, έτσι που ήρθαν τα πράγματα, νομίζω ότι η Δήμητρα ταιριάζει καλύτερα στη νέα σου ζωή. Εννοείται ότι θα την αγαπήσω όπως κάθε άλλη που θα ήταν δίπλα σου. Να της δώσεις τις ευχές μου και τη συμπάθεια μου για τον πατέρα της».

Πόσο τυχερός μπορεί να είναι κάποιος, που του έτυχε για αδελφή η Ελένη;

Κυριακή μεσημέρι και πήραμε το Λαμπρινό να πάμε για φαγητό και να του ανακοινώσουμε την απόφασή μας. Ανεβήκαμε προς την Πεντέλη, στο τιμόνι της Mercedes η Δήμητρα. Εγώ δίπλα της και στο πίσω κάθισμα ο Λαμπρινός. Δεν οδηγούσε, εδώ και κάμποσα χρόνια και χρειαζόταν οδηγό για τις μετακινήσεις του. Στο κόκκινο Autobianchi της Δήμητρας δε χωράγαμε και έτσι πήγαμε με το αυτοκίνητο του Λαμπρινού. Συγκινήθηκε, μας ευχαρίστησε, ιδιαίτερα εμένα. Αρχίσαμε τη συζήτηση για τα προβλήματα που έπρεπε να λυθούν τις επόμενες ημέρες. Τι θα γίνει με την επιχείρηση τη δική μου, τι με του Λαμπρινού, σε ποια εκκλησία θα παντρευτούμε, πόσους θα καλέσουμε, τι ρούχα θα φορέσουμε, πού θα γλεντήσουμε και πού θα μείνουμε εγώ και η Δήμητρα μετά το γάμο. Ένα σωρό θέματα ξεπήδησαν ξαφνικά. Το απόγευμα η Δήμητρα θα το έλεγε στη μητέρα της και θα τηλεφωνούσε στην αδελφή της στην Αμερική. Να το πει και σ’ εκείνη. Το βράδυ μιλώντας στο τηλέφωνο την άκουσα πολύ συγκινημένη. Μετά από χρόνια είχε νιώσει ζεστασιά και τρυφερότητα στο σπίτι της. Μαζί με το Λαμπρινό είχαν πει τα νέα στη μητέρα της και την αδελφή της. Έμειναν να γιορτάσουν το γεγονός σαν οικογένεια.

Δευτέρα πρωί στο εργοστάσιο, συγκεντρώθηκα στη δουλειά που λόγω Λαμπρινού, την είχα αφήσει λίγο λάσκα. Κανόνισα ραντεβού με το Γιάννη και τον Κυριάκο, τους δυο συνεργάτες μου της βιοτεχνίας χρωμάτων και κλείσαμε με Γιώργο, Δημήτρη και Στράτο να βρεθούμε το βράδυ στη «Σουφάλα» να πιούμε ένα κρασί. Ζήτησα τις καρτέλες των πελατών μας από την Αγγελική και έκανα συγκρίσεις με τις παραγγελίες και το τζίρο του καθενός. Δυο χρόνια πια στη δουλειά τους είχα μάθει όλους με τα μικρά τους ονόματα. Η συνεργασία με τη βιοτεχνία είχε φέρει σημαντική άνοδο. Οι πληγές από την πυρκαγιά αν συνεχίζαμε έτσι, σε λίγο θα ήταν κακή ανάμνηση. Δεν περίμενα σε καμιά περίπτωση τόσο γρήγορα τα καλά αποτελέσματα. Η σφιχτή διαχείριση και η στοχευμένη πολιτική πωλήσεων είχαν κάνει το θαύμα τους.

Το βράδυ λοιπόν στη «Σουφάλα» έγινε η αποκάλυψη στους φίλους. Έφαγα το σχετικό πείραγμα και μετά το γλεντήσαμε, ακόμα περισσότερο, όταν μπήκε η Δήμητρα, όπως είχαμε συμφωνήσει μια ώρα μετά το ραντεβού των φίλων. Αγκαλιές, φιλιά, «η ώρα η καλή», γέλια και πλάκες. Όμορφες στιγμές, τις ζεις και ζεις μ’ αυτές για πάντα στις αναμνήσεις σου.

Την άλλη μέρα συναντήθηκα με το Γιάννη και τον Κυριάκο. Κάναμε ένα σύντομο απολογισμό της μέχρι τότε πετυχημένης συνεργασίας μας. Διαπιστώσαμε ότι υπήρχε η θέληση να συνεχίσουμε και αποφασίσαμε η συνεργασία μας να γίνει ακόμα πιο στενή για να έχουμε καλύτερα αποτελέσματα. Μάλιστα, αφού οι προϋποθέσεις υπήρχαν και ήταν καλές, σε επόμενη συζήτηση θα προτείναμε τι θα μπορούσαμε να κάνουμε, για να ελαχιστοποιηθούν τα κόστη που επιβάρυναν και τις δυο επιχειρήσεις.

Η Δήμητρα άρχισε να ασχολείται με τα του γάμου κι εγώ να σκέφτομαι τα μετά το γάμο. Μείζον ζήτημα το πού θα μέναμε αφού παντρευόμαστε. Να πάμε να μείνουμε στο σπίτι της Δήμητρας; Δε μου άρεσε καθόλου η ιδέα συγκατοίκησης με τη μητέρα της. Κάτι σαν φυλακή έμοιαζε. Εδώ η Δήμητρα και δεν μπορούσε να μείνει εκεί. Να μείνουμε στο δικό μου σπίτι με τη δική μου μητέρα; Μάλλον ανέφικτο. Ούτε η μητέρα ούτε η Δήμητρα έδειχναν διάθεση να βρεθούν κάτω από την ίδια στέγη. Να πάμε να πιάσουμε άλλο σπίτι και να είναι στην ουσία άδεια δυο μεγάλα σπίτια ήταν πολυτέλεια, ακόμα και για μας. Άσε που έπρεπε να στηθεί από την αρχή το καινούργιο και θα στοίχιζε ποιος ξέρει πόσα. Πριν αρχίσει ο έγγαμος βίος, είχε ν’ αντιμετωπίσει το πρώτο σοβαρό πρόβλημα. Τα επιχειρηματικά θα έρχονταν μετά.

«Ρε Λευτέρη, γιατί βιάστηκες τελικά να κάνεις πρόταση γάμου στη Δήμητρα; Για να ευχαριστήσεις το Λαμπρινό πριν φύγει ή για να εξασφαλίσεις θέση οδηγού στις δουλειές του; Ένα από τα δύο ισχύει ή και τα δύο. Αν έχεις άλλη εξήγηση την ακούω».

Αμείλικτο το ερώτημα, υπαρκτό και αδυσώπητο. Γύριζε και ξαναγύριζε κάθε τόσο. Τα πιο δύσκολα ερωτήματα στα κάνει ο εαυτός σου. Εκτός αν θέλεις να κρύβεσαι, να καμώνεσαι ότι όλα είναι εντάξει, να μην κοιτάζεις ποτέ προς τα μέσα. Υπήρχε όμως απάντηση. Πέρα από το συναίσθημα που το ερώτημα ούτε καν υπολόγιζε, αν άφηνα τα πράγματα να κυλήσουν στην πορεία που είχαν πάρει, θα ήμουν υποχρεωμένος, αργά ή γρήγορα, να τρέχω ξοπίσω τους. Να διορθώνω και να μπαλώνω εκ των υστέρων τις επιλογές άλλων. Και φυσικά δεν ήταν μόνο οι μπίζνες. Τώρα πήρα εγώ τις αποφάσεις και είχα τις πρωτοβουλίες. Ήταν η πρώτη φορά μετά το Παρίσι που το κατάφερνα.

Η Ελένη τελειώνοντας τις εξετάσεις στο πανεπιστήμιο κατέβηκε στην Αθήνα. Κουβεντιάσαμε πολύ, της εξήγησα πώς είχαν τα πράγματα με τη δουλειά, για τη συνεργασία με τη βιοτεχνία και ό,τι αφορούσε τη Δήμητρα. Ήταν τελείως διαφορετικοί χαρακτήρες Ελένη και Δήμητρα. Παρ’ όλα αυτά, ζήτησα από την Ελένη να είναι όσο το δυνατόν φιλική και να κάνουν λίγο παρέα. Δε γινόταν να προχωρήσουμε σε γάμο και η Δήμητρα να αισθάνεται ότι δεν είναι αποδεκτή από την οικογένειά μου. Έφτανε η ψυχρότητα που αντιμετώπιζε από τη μητέρα. Μου υποσχέθηκε πως θα έκανε ό,τι μπορούσε για να έχουν μια καλή σχέση και με διαβεβαίωσε ότι δεν είχε κανένα πρόβλημα μαζί της.

Η Δήμητρα αφοσιώθηκε στις προετοιμασίες του γάμου. Αποφασίσαμε να γίνει τέλος Αυγούστου, στην Αγία Σοφία του Νέου Ψυχικού σε κλειστό κύκλο. Καλεσμένοι μόνο λίγοι φίλοι, συνεργάτες και συγγενείς από τις δυο οικογένειες. Στο σύνολο καμιά σαρανταριά άτομα το πολύ.

Πύκνωσαν και οι συναντήσεις με το Λαμπρινό. Βρισκόμαστε συνήθως στο ατελιέ της Δήμητρας. Σιγά σιγά μάθαινα για τη ζωή του και για την επιχείρηση. Προχωρήσαμε και στο πώς θα διοικηθεί η επιχείρηση. Η λύση που πρότεινε, και συμφώνησα, ήταν να αναλάβει την προεδρία η Δήμητρα και εγώ τη γενική διεύθυνση. Από κει και πέρα θα τακτοποιούσε το συντομότερο τα οικονομικά και κληρονομικά της οικογένειας, ώστε να μην μπλέξουμε μετά το θάνατό του, όπως και τις προσωπικές εγγυήσεις του τραπεζικού δανεισμού για τα κεφάλαια κίνησης της επιχείρησης. Ήταν εντυπωσιακό, παρά το ότι είχε αρχίσει να χάνει τις δυνάμεις του και υπέφερε από πόνους, παρέμενε σταθερός, συνεπής και απόλυτος στις αρχές του και στη θέληση να κουμαντάρει τα πράγματα μέχρι το τέλος.

Το βάρος πια έπεφτε στη δική μου επιχείρηση. Έπρεπε να αποφασίσω το μέλλον της. Το μόνο σίγουρο ήταν ότι δε θα μπορούσα να διοικήσω συγχρόνως και τις δυο εταιρείες. Η κρούση που έκανα στο Στράτο να αναλάβει αυτός την εταιρεία χρωμάτων ήταν αρνητική. Δεν ήταν ο τύπος που θα αφιέρωνε όλη του τη δραστηριότητα στη διεύθυνση μιας επιχείρησης. Ένας τύπος μποέμ σαν το Στράτο, δεν έβαζε στο κεφάλι του τέτοιες σκοτούρες. Προτιμούσε μια ανέμελη, ελεύθερη, χωρίς πολλές δεσμεύσεις ζωή. Ξανασυναντήθηκα με το Γιάννη και τον Κυριάκο και συνεχίσαμε τη συζήτηση από εκεί που την είχαμε αφήσει. Να προτείνουμε τρόπους να μεγαλώσει η συνεργασία μας και να γίνει αυτή πιο επικερδής. Ήταν η ευκαιρία μου και η δική τους. Η πρόταση σχεδόν ίδια και από τις δυο πλευρές. Συγχώνευση σε μια εταιρεία παραγωγής, αντιπροσωπειών και διάθεσης προϊόντων χρωμάτων. Η νέα εταιρεία θα στεγαζόταν στο εργοστάσιο στη Μεταμόρφωση, που ήταν πλέον έτοιμο, μετά τις επισκευές που ακολούθησαν την πυρκαγιά. Την πλειοψηφία και τη διοίκηση θα είχαν ο Γιάννης κι ο Κυριάκος. Εγώ, πέρα από τους συμψηφισμούς στα διάφορα οικονομικά στοιχεία και το μερίδιο που θα είχαμε στη νέα εταιρεία, έθεσα σαν όρο την αντικατάσταση της υποθήκης του σπιτιού μας. Έτσι θα έφευγε ο βραχνάς της υποθήκης από τη μητέρα και θα γινόταν πιο εύκολα αποδεκτή αυτή η αλλαγή. Συμφωνήσαμε να προχωρήσουν άμεσα οι διαδικασίες της συγχώνευσης. Το δυνατό σοκ το περάσαμε όλοι, πιο πολύ η μητέρα. Μπορεί να έμοιαζε σαν ήττα, στις επιχειρήσεις όμως αυτά είναι λεπτομέρειες. Οι αγοραπωλησίες γίνονται χωρίς συναισθηματισμούς. Το τελικό όφελος, ο ανώτερος στόχος, το κέρδος έχει σημασία, πάντα. Ο πατέρας μπορεί και να χαιρόταν. Ποιος ξέρει; Εγώ πάντως παραδινόμουν όλο και περισσότερο στη σαγήνη αυτού του παιχνιδιού. Αφού βρέθηκα εκεί, πώς και γιατί αδιάφορο πλέον, δε μου έμενε παρά να παίξω. Να παίξω για να κερδίσω.

Η Δήμητρα με δυο φίλες της και την Ελένη, έτρεχαν όλη την ημέρα για να προετοιμάσουν το γάμο. Αν και ήταν κατακαλόκαιρο ούτε ένα μπάνιο δεν είχα κάνει. Πού να προλάβω, τι να πρωτοκοιτάξω και τι να τακτοποιήσω. Αυτό που με έκαιγε ήταν μήπως υπήρχαν τίποτα κρυφά χρέη και ανοίγματα από το Λαμπρινό. Μπορεί το λούστρο να εντυπωσίαζε εξωτερικά, όμως αν δε σιγουρευόμουν και για το μέσα, υπογραφές δεν έβαζα. Πώς το είχε πει κι ο θείος, ο αδελφός του πατέρα, να ζυγίζεις δυο και τρεις φορές τα πράγματα, γιατί είσαι νέος και δεν έχεις εμπειρίες, να αποφασίζεις μετά και τη δεύτερη σκέψη.

Αυτό είχα σκοπό να κάνω, καθυστέρησα λίγο και τη συγχώνευση της δικής μου εταιρείας αν και ήταν όλα έτοιμα, ακόμα και οι Αυστριακοί είχαν συμφωνήσει. Την πρόσβαση στα οικονομικά στοιχεία μου την έδωσε ο ίδιος ο Λαμπρινός τελικά. Καθώς αισθανόταν όλο και πιο αδύναμος και οι ώρες της παρουσίας του στο εργοστάσιο περιορίστηκαν, κάλεσε σε σύσκεψη τους πέντε διευθυντές των τμημάτων της επιχείρησής του και παρουσία μου, τους ανακοίνωσε την κατάσταση της υγείας του, τις αλλαγές που θα γίνονταν και ότι το διάστημα μέχρι να τακτοποιηθούν και νομικά οι αλλαγές, θα τον αντικαθιστούσα όταν απουσίαζε. Έτσι, απέκτησα πλήρη εικόνα των οικονομικών του και το συμπέρασμα ήταν καλό. Υπήρχαν κάποια ανοίγματα, αλλά για το μέγεθος της εταιρείας του και τον κύκλο εργασιών της ήταν απόλυτα διαχειρίσιμα. Δεν είχα λόγο να καθυστερώ περισσότερο τη συγχώνευση στη νέα εταιρεία χρωμάτων. Βάλαμε τις υπογραφές, το διασκεδάσαμε για ένα βράδυ και η νέα εποχή άρχισε, γεμάτη ελπίδες και προσδοκίες. Μέσα σε λίγες ημέρες έγινε και η μετεγκατάσταση της βιοτεχνίας του Γιάννη και του Κυριάκου στο εργοστάσιο στη Μεταμόρφωση. Το μόνο πρόβλημα που φαινόταν άλυτο ήταν, πού θα μέναμε με τη Δήμητρα μόλις παντρευόμαστε.

Ο Λαμπρινός φρόντισε να τακτοποιήσει την περιουσία του, όπως είχε υποσχεθεί. Το σπίτι στο Ψυχικό το έπαιρνε η Δήμητρα, με τον όρο να μένει σ’ αυτό η μητέρα της. Ένα τριάρι στο Χαλάνδρι θα πήγαινε στην Αφροδίτη και ένα δυάρι στο Κουκάκι, που νοίκιαζαν, στη μητέρα της. Ένα κατάστημα στο Κολωνάκι στη Δήμητρα και δυο γραφεία στη μητέρα της και την Αφροδίτη. Το κτήμα τεσσάρων στρεμμάτων στα Κιούρκα, με το σπίτι που βρισκόταν εκεί, το άφηνε μισό μισό στις δυο του κόρες. Καταθέσεις και τιμαλφή στα κορίτσια από σαράντα τοις εκατό στην κάθε μία και στη γυναίκα του το υπόλοιπο είκοσι. Οι μετοχές της επιχείρησης μοιράστηκαν, το εβδομήντα τοις εκατό στη Δήμητρα, το είκοσι τοις εκατό στην Αφροδίτη και το δέκα τοις εκατό στη μητέρα της Δήμητρας. Την προεδρία αναλάμβανε η Δήμητρα και τη διεύθυνση εγώ.

Ο γάμος έγινε κανονικά στις 29 Αυγούστου στην Αγία Σοφία. Ένα χρόνο ακριβώς μετά τη γνωριμία μας. Στη δεξίωση που ακολούθησε στον κήπο του σπιτιού στο Ψυχικό, υπήρχε κέφι αλλά και μούδιασμα. Πολλές οι ισορροπίες που έπρεπε να κρατηθούν. Το ξέφρενο γλέντι με την παρέα, που θέλαμε με τη Δήμητρα, θα έμενε όνειρο; Ο Λαμπρινός κάποια στιγμή αποσύρθηκε, τον ακολούθησε η μητέρα της Δήμητρας και μετά από λίγο η δική μου μητέρα. Οι περισσότεροι καλεσμένοι, κυρίως συνεργάτες και συγγενείς δεν άργησαν να μας ευχηθούν «βίον ανθόσπαρτο» και να μας καληνυχτίσουν. Νωρίς σχετικά, μείναμε καμιά δεκαπενταριά κολλητοί και αδέλφια. Να η ευκαιρία, δεν αργήσαμε να αποφασίσουμε πού θα συνεχίσουμε. «Φαντασία» με Στράτο Διονυσίου, Δούκισσα, Μιχάλη Μενιδιάτη. Ίσωμα το μαγαζί, μια φορά παντρεύεσαι άλλωστε, όλοι έτσι σκέφτονται εκείνες τις ώρες. Μας βρήκε η ανατολή στην παραλία. Εγώ, η Δήμητρα, η Αφροδίτη και η Ελένη, η ξαδέρφη μου η Μαρία, ο Στράτος, ο Δημήτρης κι ο Γιώργος, μια γκόμενα, δεν ήξερα ποιανού, μια ξαδέρφη της Δήμητρας, δυο φίλες της και ένας γκόμενος της μιας. Α, κι ο Γιάννης από τα χρώματα. Αυτούς θυμάμαι. Αν ήταν και κανένας άλλος, σε καλό του.

Πρωί πια, αφού δεν είχαμε σπίτι δικό μας, καταλήξαμε στο ατελιέ, που είχαμε πάει και όλα τα δώρα του γάμου. Φτιάξαμε καφέ και όταν κάπως συνήλθαμε από το μεθύσι, αρχίσαμε ν’ ανοίγουμε πακέτα και φακέλους. Τελικά μια από τις καλύτερες στιγμές του γάμου είναι αυτή. Η νύφη με το πέπλο ακόμα και το νυφικό της φόρεμα, ο γαμπρός με τη γραβάτα λυμένη, οι δυο τους να βλέπουν τα αισθήματα των δικών τους ανθρώπων μετουσιωμένα σε κάποιο αντικείμενο. Κραυγές ενθουσιασμού, επιφωνήματα συγκατάβασης, αλλά και «η καημένη αυτό μπορούσε, πόσο με συγκινεί». Η κοινωνία, η εκτίμηση, η αγάπη, η υποχρέωση, στα άψυχα αντικείμενα. Κοιμηθήκαμε αγκαλιασμένοι με τη Δήμητρα στον καναπέ. Ξυπνήσαμε το απόγευμα. Τρυφερά φιλιά, λόγια αγάπης και χάδια. Δεν άργησε να έρθει η κορύφωση του πάθους, η ολοκλήρωση του πόθου. Κάπου εκεί, γράφτηκε το τέλος της μέχρι τότε ξεχωριστής ζωής μας. Άρχιζε πλέον η κοινή μας ζωή και ό,τι μας περίμενε σ’ αυτή.

Ο Λαμπρινός δυσκολευόταν όλο και περισσότερο καθώς οι πόνοι γίνονταν αφόρητοι. Ο καθηγητής Βαρούτης μας είπε ότι οι μεταστάσεις έφερναν το τέλος πιο κοντά. Η παλιά μου επιχείρηση με τα χρώματα, λειτουργούσε πλέον με το Γιάννη και τον Κυριάκο κι εγώ προσπαθούσα να μάθω τα μυστικά της νέας μου δουλειάς στην υφαντουργία. Επειδή όμως ήμαστε και νιόπαντροι, πήρα τη Δήμητρα και φύγαμε για γαμήλιο ταξίδι πέντε ημερών στη Βιέννη. Ήταν ευκαιρία να έχω και μια επαφή με τους καλούς μου φίλους εκεί, που πέρα από την επικερδή συνεργασία μας, με στήριξαν ιδιαίτερα όταν τους χρειάστηκα με τη φωτιά. Έτσι, μεταξύ διακοπών, ξεγνοιασιάς και χαλάρωσης, συζητήσαμε και για το αν υπήρχε προοπτική, εκτός από τα χρώματα, να συνεργαστούμε και στο νέο επιχειρηματικό μου αντικείμενο, την υφαντουργία.

Η Δήμητρα μετά τη Βιέννη έμοιαζε να τα έχει λίγο χαμένα. Η καθημερινότητα και οι αναγκαιότητες που δεν καθόριζε η ίδια, την είχαν αποσυντονίσει. Ο πατέρας της έσβηνε και η μητέρα της ταξίδευε στον κόσμο της, η Αφροδίτη επέστρεψε στην Αμερική κι εγώ έλειπα διαρκώς απασχολημένος στο εργοστάσιο. Ούτε το πού θα μείνουμε μόνιμα, δεν είχε μυαλό να σκεφτεί. Προσωρινά το ατελιέ είχε γίνει το σπίτι μας. Δεν ήταν ό,τι καλύτερο, όσο όμως ο Λαμπρινός έδινε τις τελευταίες άνισες μάχες με την αρρώστια του και μέχρι να νικηθεί τελείως, δε θέλαμε να τον αφήσουμε. Η αίσθηση ότι ήμαστε κοντά του, του έκανε καλό, ανακούφιζε κάπως τους πόνους του. Ασυνήθιστο για τη ζωή ενός νιόπαντρου ζευγαριού σκηνικό. Ατέλειωτες ώρες δουλειάς και άγχος εγώ, βαριά ατμόσφαιρα στο σπίτι, μόνιμα ζωγραφισμένη θλίψη στο πρόσωπο της Δήμητρας και αναμονή ενός θανάτου. Πόσο θα επηρέαζαν αυτά το μέλλον της σχέσης μας; Πότε θα αναπληρώναμε το χρόνο που χανόταν; Στην αρχή της συμβίωσης δε μπαίνουν οι βάσεις για να χτιστεί κάτι στέρεο για πάντα; Τα αισθήματα, ο έρωτας, η κατανόηση, οι επιθυμίες, πότε θα εκφραστούν αν όχι στο ξεκίνημα της κοινής ζωής;

Ο Λαμπρινός τερμάτισε το βίο του στο σπίτι, όπως ήθελε. Η τελευταία ταλαιπωρία του σ’ αυτό τον κόσμο κράτησε ένα εφιαλτικό τριήμερο. Η κηδεία έγινε στο Α’ Νεκροταφείο της Αθήνας. Πολύς κόσμος τον τίμησε και τον οδήγησε στην τελευταία του κατοικία. Η Δήμητρα απαρηγόρητη. Η μητέρα της και η Αφροδίτη πιο ψύχραιμες. Η Αφροδίτη ήρθε για την κηδεία με τον άνδρα της από την Αμερική. Έτσι τον γνώρισα, μιας και δεν είχε έρθει στο γάμο, γιατί έκανε τότε κάτι πειράματα στο εργαστήριο και δεν μπορούσε να τα αφήσει στη μέση. Ωραίος τύπος ο Περικλής, χαλαρός, ψωνισμένος με την επιστήμη του. Μείνανε μερικές ημέρες και είχαμε την ευκαιρία να τα πούμε. Δεν τους ενδιέφερε καθόλου το εργοστάσιο και μας άφησαν τελείως ελεύθερους, να αποφασίζουμε και να το διοικούμε με τη Δήμητρα, όπως εμείς νομίζαμε. Μας διέθεσαν το τριάρι στο Χαλάνδρι αν θέλαμε να μείνουμε εκεί και γενικά μας προέτρεψαν να ζήσουμε τη ζωή μας, ιδιαίτερα τώρα στην αρχή. Το σπίτι τους ήταν ανοιχτό και στην Αμερική, όποτε αποφασίζαμε να πάμε. Καλά τα λέγανε τα παιδιά, δεν είχαν και πολλά να τους βαραίνουν. Το αντίθετο μάλλον. Είχαν τη δουλειά που ήθελαν, την όμορφη σχέση τους, οικονομική άνεση, χωρίς σκοτούρες και άγχη. Άσε και την απόσταση. Τελικά η απόσταση γιατρεύει, λειτουργεί όπως ο χρόνος...

Με το θάνατο του Λαμπρινού ολοκληρώθηκε μια εποχή στην επιχείρηση. Η καινούργια που άρχιζε, θα διατηρούσε φυσικά την επωνυμία ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗ ΛΑΜΠΡΙΝΟΣ ΑΕ, όμως σκόπευα ν’ αλλάξω αρκετά πράγματα. Χρειαζόταν εκσυγχρονισμός στα διάφορα τμήματα και καλύτερη συνεργασία μεταξύ τους. Η Δήμητρα συμφωνούσε και η καθημερινή πλέον παρουσία της δίπλα μου στο εργοστάσιο, έδειχνε την αποφασιστικότητα να προχωρήσουμε χωρίς καθυστερήσεις. Στα σπίτια, είχαμε γκρίνιες. Η μάνα μου γιατί με έχασε και με έβλεπε αραιά και πού και η μάνα της Δήμητρας που ήθελε να μείνουμε μαζί της και μας παρακαλούσε να πάει αυτή στο ατελιέ και να αφήσει όλο το άλλο σπίτι στη διάθεση μας. Αρκεί να μη φύγουμε και μείνει μόνη της. Πέρασε τόσος καιρός και δε λέγαμε να αποφασίσουμε. Επειδή όμως αποφάσεις, πιεστικές και πολλές, έπρεπε να πάρουμε στη δουλειά και αυτές δε μπορούσαν να περιμένουν, με βαριά καρδιά είπαμε το ναι στο σπίτι του Ψυχικού. Να δοθεί έστω προσωρινό τέλος. Να διαμορφώσει και η Δήμητρα τους χώρους που ήθελε, όπως ήθελε, για τη δική της οικογένεια.

Στο βάθος του «Καρβουνιάρη», στο τραπέζι που συνήθως καθόμαστε, άνοιξα την ψυχή μου στη Δήμητρα. Πήρα το χέρι της και το χάιδεψα, όπως το βράδυ που της έκανα πρόταση γάμου. Την κοίταξα κατευθείαν στα μεγάλα μάτια της κι έβγαλα το φωλιασμένο μέσα μου παράπονο.

«Γιατί, βρε αγάπη μου, δεν μπορούμε να απελευθερωθούμε; Να τρέξουμε σε μια αμμουδιά και να κάνουμε μπάνιο τη νύχτα γυμνοί; Να μείνουμε με τις ώρες αγκαλιασμένοι στο μεγάλο καναπέ, πίνοντας κόκκινο κρασί από το ίδιο ποτήρι, ακούγοντας Pink Floyd, Χαρούλα, Βαμβακάρη, Χατζιδάκι; Γιατί να μη στέκω ακίνητος, μοντέλο κι εσύ με τη γκρίζα πουκαμίσα σου να προσπαθείς να φτιάξεις τις ασχήμιες πάνω μου, ομορφιές στον καμβά; Γιατί να μη διαβάζεις Μπρεχτ, Όσκαρ Ουάιλντ, Μουρσελά, Ευριπίδη κι εγώ να σκηνοθετώ τα έργα τους για σένα;»

«Σε πιάσανε τα ρομαντικά σου γλυκούλη μου; Εντάξει, δεν είναι και τόσο τραγικά τα πράγματα».

«Κι όμως, αισθάνομαι ότι είμαστε παγιδευμένοι. Δουλειά, υποχρεώσεις, ανάγκες, να μείνουν όλοι ευχαριστημένοι, να μη στεναχωρήσουμε κανέναν. Οι κανόνες! Μ’ αυτούς θα πορευτούμε; Τα δικά μας τα θέλω, αυτά που γουστάρουμε, αν δεν περάσουν από τα φίλτρα του κάθε πρέπει, δεν έχουμε δικαίωμα να τα ζήσουμε;»

«Έλα και με βραχυκυκλώνεις μ’ αυτά που μου λες. Άσε που με "φτιάχνεις". Πάμε Σπέτσες το Σαββατοκύριακο; Να ξεφύγουμε και να χαλαρώσουμε;»

Μου’ ρθε λίγο ξαφνικό. Δυο χρόνια πάνε που ήμουν στις Σπέτσες με τη Νικόλ. Δε μου φάνηκε καλή ιδέα να ξαναπάω με τη Δήμητρα, τουλάχιστον όχι τόσο γρήγορα. Προσπάθησα ν’ αλλάξω κουβέντα αλλά η Δήμητρα επέμεινε.

«Σου υπόσχομαι ότι κάπου θα πάμε. Να δω πρώτα τις δουλειές και μετά αποφασίζουμε το πού». Ξέφυγα. Από τα συναισθηματικά φορτία του παρελθόντος να δω πώς θα ξέφευγα. Θα μπορούσα κιόλας;

 

Τα χρόνια που πέρασαν...

 

Ο

 Σεπτέμβρης του ‘81 έφτανε στο τέλος του, η δουλειά άφηνε ελάχιστο χρόνο ελεύθερο, κυρίως ανέμελο. Λιγότερο από μήνας έμενε για να έρθει το ΠΑΣΟΚ στην εξουσία. Η «Αλλαγή» που πίστεψε το μεγαλύτερο κομμάτι του ελληνικού λαού, περίμενε ανυπόμονα να έρθει η ώρα να πάει στο ραντεβού της με την ιστορία. Πήρα κι εγώ τη Δήμητρα και πήγαμε για Σαββατοκύριακο, στο Γαλαξίδι τελικά, μακριά από τις Σπέτσες.

Στο κλίμα των ημερών, θέλοντας και μη, μπήκα και σε κάποιες συζητήσεις με ανθρώπους του κλάδου που είχα αρχίσει να γνωρίζω. Άλλοι εκφράζανε προβληματισμό για την πολιτική αλλαγή, άλλοι αισιοδοξία και αρκετοί αισθάνονταν ήδη πίεση. Κράτησα χαμηλούς τόνους και κατάφερα να μην μπλέξω σε κομματικές αντιπαραθέσεις και οξύτητες. Με βοήθησε σ’ αυτό και η πάγια θέση του Λαμπρινού, να μην ανακατεύει την επιχειρηματική του δραστηριότητα με την πολιτική και τα κόμματα. Όλοι ήξεραν ότι η ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗ ακολουθούσε πολιτική ίσων αποστάσεων προς όλους. Έτσι φύλαξα για μένα τις αμφιβολίες που είχα, όχι μόνο για το ΠΑΣΟΚ, αλλά και για όλο το πολιτικό σύστημα, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά την πτώση της Χούντας. Τα πιστεύω μου, επηρεασμένα και από την ευρωπαϊκή αριστερά, για ένα σοσιαλισμό με δημοκρατία, ελευθερία και ανθρώπινο πρόσωπο, δε συμβάδιζαν με την ιδέα του σοσιαλισμού που παρουσίαζε ο Ανδρέας Παπανδρέου και έλεγε πως θα εφαρμόσει. Παρ’ όλα αυτά θα περίμενα να δω στην πράξη πώς και τι θα άλλαζε.

Οι εκλογές έγιναν, ο Ανδρέας θριάμβευσε και η σελίδα γύρισε. Θετικά και αρνητικά άρχισαν να φαίνονται. Αυτό πάντως που θα επηρέαζε τη δουλειά μας, εκτός από τις αποφάσεις της νέας κυβέρνησης, ήταν και οι συνέπειες λόγω της εισόδου μας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα. Η σταδιακή κατάργηση δασμών και κάθε προστασίας, με την ελευθερία που θα ερχόταν σε εισαγωγές και εξαγωγές, ήταν η πρόκληση που είχαμε ν’ αντιμετωπίσουμε. Ελάττωσα τα έξοδα και έκοψα τις περιττές δαπάνες, περιόρισα τις μη κερδοφόρες δραστηριότητες και έριξα το βάρος σε πιθανές συνεργασίες με το εξωτερικό. Μέχρι τότε η ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗ είχε αρκετές αγοραπωλησίες σε ευρωπαϊκές χώρες, περιστασιακές όμως. Στο νέο οικονομικό περιβάλλον που ανοιγόταν μπροστά μας, έπρεπε να κάνουμε σοβαρές συμμαχίες και μόνιμες συμφωνίες. Εξαιρετικά δύσκολη δουλειά, όλοι οι ανταγωνιστές μας πάνω κάτω το ίδιο επεδίωκαν. Όλοι για τα ίδια ψάχναμε. Καθένας με τα όπλα του. Δημιούργησα μια ομάδα από νέους υπαλλήλους και τους ανέθεσα να ασχοληθούν αποκλειστικά με το αντικείμενο αυτό.

Η ζωή με τη Δήμητρα, μεταξύ δουλειάς και μικρών απολαύσεων, είχε βρει έναν ήρεμο ρυθμό. Χωρίς εξάρσεις και απρόοπτα. Η μητέρα μου αισθανόταν απέραντη μοναξιά στα εκατόν δεκαπέντε τετραγωνικά του σπιτιού μας, ψηλά στο τέλος της Πανόρμου. Κάθε τόσο ανέβαινε στη Θεσσαλονίκη, με πρόσχημα να κάνει δουλειές και κανα φαγητό για την Ελένη, που βρισκόταν όλη την ημέρα στο πανεπιστήμιο. Τον άλλο καιρό τον πέρναγε συντροφιά με τη θεία Ματίνα. Η μητέρα της Δήμητρας με δυο τρεις φίλες της, ξημεροβραδιάζονταν παίζοντας κουμ καν, κάθε φορά και σε άλλο σπίτι. Η Δήμητρα σταδιακά περιόρισε τις επισκέψεις της στο εργοστάσιο προτιμώντας να περνά το χρόνο της στο ατελιέ κι εγώ έπαιρνα πλέον μόνος μου όλες τις αποφάσεις για την επιχείρηση. Την επιχείρηση, που όλα έδειχναν πως είχε ανοδική πορεία. Εκτός από τους αριθμούς, η ανάγκη να προσλάβουμε κι άλλους εργαζόμενους το επιβεβαίωνε. Άρχισαν να έρχονται και προτάσεις για συνεργασίες από την Ευρώπη. Η δουλειά της ομάδας είχε άμεσο αποτέλεσμα.

Είχα γίνει ένας τυπικός επιχειρηματίας. Μια μεγάλη επιχείρηση, μια όμορφη σύζυγος, ένα πλούσιο σπιτικό, ένα όνομα που συζητιέται στην αγορά. Το μόνο που δεν εντυπωσίαζε, ήταν η μάλλον συντηρητική ζωή μου. Η Δήμητρα, κόρη και κληρονόμος βιομηχάνου, σύζυγος επιχειρηματία και κουλτουριάρα. Πηγή συζήτησης, κουτσομπολιού, θαυμασμού και ζήλειας για τις περισσότερες γυναίκες. Αυτό ήμαστε κι αν δεν κρατιόμαστε, η Δήμητρα ξέφευγε πότε πότε -τα βιώματα βλέπεις- θα τα σπέρναμε αλάτι που έλεγε η θεία Ματίνα, σαν παροιμία από τον Οδυσσέα της Ιθάκης.

Τα παιδιά που ήρθαν στη ζωή μας, γέμισαν υπαρξιακά κενά και μας πρόσφεραν απλόχερα τις χαρές τους. Ο Μιχάλης γεννήθηκε τέλος του 1983. Είχαμε πάει πριν από τη γέννα στο γάμο της Ηρώς με τον Ορέστη, με την κοιλιά της Δήμητρας τούρλα. Όλα τα λεφτά οι ματιές της Δήμητρας με την Ηρώ στη χαιρετούρα «να ζήσετε». Φύγαμε λόγω εγκυμοσύνης και δεν πήγαμε στο τραπέζι μετά. Από τότε δεν ξαναείδα την Ηρώ. Η Άννα ήρθε στη ζωή μας τρία χρόνια μετά το Μιχάλη. Η Δήμητρα πέρασε και μια επιλόχειο κατάθλιψη που την ταλαιπώρησε για αρκετό διάστημα. Η ευτυχία μας λοιπόν συμπληρώθηκε με την Άννα, σύμφωνα μ’ αυτό που πιστεύουν οι περισσότεροι, με την άποψη που επικρατεί. Μόνο που εγώ δεν το ένιωσα έτσι, γιατί κάθε παιδί που έρχεται, είναι από μόνο του ολόκληρη ευτυχία, δε συμπληρώνει τίποτα άλλο. Ήταν και αυτό που απεχθανόμουν, που κυριολεκτικά σιχαινόμουν, από τα εφηβικά μου χρόνια, αυτή η δήθεν τακτοποίηση. Το σπίτι, η καλή σύζυγος, τα δυο τρία παιδιά, η οικονομική άνεση, η καθώς πρέπει συμπεριφορά, ο σεβασμός των ηθών, των εθίμων, των παραδόσεων, η ακολουθία των στερεότυπων, αυτά ήταν που σε έκαναν θέλεις δε θέλεις ευτυχισμένο. Κάθε παρέκκλιση, λοξοδρόμηση, αυτόματα σε έκανε αιρετικό, επαναστάτη, μη σου πω αναρχικό και σίγουρα αποτυχημένο.

«Και να, Λευτέρη, που έφτασες στο σημείο εσύ να είσαι το πρότυπο του επιτυχημένου. Ποιανού επιτυχημένου; Της κοινωνίας βέβαια. Το δικό σου ξέχνα το. Χάθηκε στο δρόμο των δικών σου αποφάσεων. Γι’ αυτό μην ψάχνεις δικαιολογίες και αναθέματα στο συντηρητισμό των ανθρώπων. Εσένα βλέπουν και θέλουν να σου μοιάσουν». Οι προσωπικές αντιφάσεις που με ακολουθούσαν, συγκρούονταν συνεχώς. Συναισθήματα από τη μια, η πραγματικότητα που δε σήκωνε παρεμβάσεις και αλλαγές, από την άλλη. Αυτά μπορεί να βασάνιζαν εμένα, είχαν όμως αντίκτυπο στην οικογένεια μου. Η συμπεριφορά μου στρυφνή, το ύφος μου έδειχνε πως δε με ευχαριστούσε τίποτα. Η Δήμητρα δε μίλαγε, μάλλον πίστευε ότι ήταν κάτι προσωρινό, κάτι προσωπικό που γρήγορα θα πέρναγε. Ένα από τα λίγα βράδια που συναντιόμαστε πια με το Στράτο, του είπα αυτά που αισθανόμουν. Ο Στράτος έχοντας ζήσει τα πράγματα από κοντά, από την εποχή που γύρισα από το Παρίσι, γνώριζε καλύτερα από κάθε άλλον αυτά που με προβλημάτιζαν. Παρά τα όσα και αυτός, κατά καιρούς μου έλεγε, διαπίστωνε ότι δεν μπορώ να ησυχάσω. Να κατασταλάξω, να ξεπεράσω τα διλήμματα.

«Γιατί, Λευτέρη μου, η σκηνοθεσία είναι πιο σημαντική από τη διεύθυνση μιας μεγάλης επιχείρησης, που παράγει, πουλά και δίνει δουλειά σε τόσες οικογένειες; Ποια είναι μεγαλύτερη επιτυχία; Η σκηνοθεσία μιας ταινίας ή μια αποδοτική επιχειρηματική κίνηση; Γιατί είναι ανήθικο να επιδιώκεις το κέρδος, ώστε να γίνεται καλύτερη η ζωή, η δική σου και όσων εργάζονται στη δουλειά σου; Ποιος έχει το δικαίωμα να κρίνει; Γιατί είναι σωστή αυτή η άποψη και όχι μια άλλη; Ξέρω, θα μου πεις ότι από το κέρδος ξεκινάμε και καταλήγουμε στην αδικία, την ανισότητα, την εκμετάλλευση. Μόνο που αυτά δεν μπορείς μόνος σου να τα καταργήσεις.

» Λευτέρη, πιο χοντρά και απόλυτα δεν μπορώ να τα πω και δεν πρόκειται να στα ξαναπώ. Απαντήσεις που να σε ικανοποιούν δε θα πάρεις ποτέ. Συνέχισε να κάνεις αυτό που κάνεις με επιτυχία, αφιέρωσε όσο περισσότερο χρόνο μπορείς στη Δήμητρα και τα παιδιά που το έχουν ανάγκη. Τη Δήμητρα την αγάπησες και μόνος σου αποφάσισες να ζήσεις μαζί της. Τα παιδιά τα ήθελες πολύ και είσαι τυχερός που τα απέκτησες. Είναι αχαριστία από τη μεριά σου να ψάχνεις συνεχώς τα γιατί και τα διότι. Αδικείς και την οικογένειά σου έτσι. Αν μετάνιωσες φίλε, ανάλαβε και τις ευθύνες...»

Είχε δίκιο ο Στράτος; Το σίγουρο ήταν ότι με ένα ναι ή ένα όχι δεν μπορείς να απαντήσεις στα ερωτήματα που έβαζε. Γι’ αυτό κι εγώ πάλευα μέσα μου. Για την οικογένεια όμως είχε απόλυτο δίκιο. Απομακρυνόμουν και η ευθύνη ήταν δική μου. Δικαιολογίες δεν υπήρχαν. Τα παιδιά μπορεί να ήταν μικρά ακόμα, η Δήμητρα όμως δεν είχε τη θαλπωρή, τη ζεστασιά και τη συμπαράσταση του συντρόφου της. Και δε μιλάμε για τη σχεδόν ανύπαρκτη ερωτική επαφή μας. Αναθεώρησα τις προτεραιότητές μου. Μπήκε πρώτη η οικογένεια. Η επιχείρηση άλλωστε δούλευε με την απλή εποπτεία μου στην καθημερινότητα και μόνο για δύσκολες συμφωνίες ή σε σοβαρά προβλήματα χρειαζόταν η παρέμβαση μου. Τα άλλα, τα άφησα, γιατί όπως είπε κι ο Στράτος απαντήσεις που να σε ικανοποιούν δε θα πάρεις ποτέ. Οι Κυριακές αφιερώθηκαν στα παιδιά. Πηγαίναμε μικρές εκδρομές και από την άνοιξη και μετά στο κτήμα στα Κιούρκα. Αυτό που πραγματικά δεν πίστευα, ήταν ότι κάναμε ξανά έρωτα με τη Δήμητρα με την ίδια ένταση σαν τις πρώτες μας φορές. Ήταν δείγμα ότι τα αισθήματά μας άντεχαν μέχρι τότε. Πόσα αποθέματα είχαμε όμως για το μέλλον;

Η ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗ μέχρι το τέλος της δεκαετίας του ‘80 συνέχιζε την αναπτυξιακή της πορεία. Κάθε ισολογισμός καλύτερος από τον προηγούμενο. Κάναμε δυο αυξήσεις στο μετοχικό κεφάλαιο και έτσι έγινα μέτοχος κι εγώ. Η πλειοψηφία παρέμεινε στη Δήμητρα, αν και το ποσοστό της περιορίστηκε, από το εβδομήντα στο πενήντα πέντε τοις εκατό. Μπορεί η ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗ να πήγε καλά στο σκληρό ανταγωνισμό που είχε ν’ αντιμετωπίσει, όμως η εταιρεία χρωμάτων κυριολεκτικά μεγαλουργούσε. Οι δυο φίλοι μου πια, ο Γιάννης κι ο Κυριάκος, αποδείχτηκαν άριστοι στη δουλειά τους, κουμαντάριζαν ιδανικά την επιχείρηση στην οποία διατηρούσαμε το οικογενειακό μας ποσοστό. Είχαν βάλει σε λειτουργία και δεύτερη μονάδα παραγωγής, συνέχιζαν τη συνεργασία με τους Αυστριακούς και είχαν ξεκινήσει και μια παρόμοια με μια μεγάλη ιταλική εταιρεία. Περνούσα τακτικά, τουλάχιστον μια φορά το μήνα, από το εργοστάσιο στη Μεταμόρφωση. Συζητούσαμε, ανταλλάσσαμε ιδέες και πληροφορίες, αλλά οι αποφάσεις ήταν αποκλειστικά δικές τους. Η μόνη μου παρέμβαση έγινε στην αρχή, όταν ζήτησα και πήρα μαζί μου στην ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗ, το Χρήστο, που του είχα απόλυτη εμπιστοσύνη και τον χρειαζόμουν στο άγνωστο περιβάλλον που συνάντησα εκεί. Σε μια από τις επισκέψεις μου στη Μεταμόρφωση έμαθα νέα και για τον Παναγιώτη. Μετά από δυο τρεις αποτυχημένες προσπάθειες να στεριώσει σαν πωλητής, τα παράτησε και πήρε το δρόμο της ξενιτειάς, μάλλον προς Νότιο Αμερική.

Όσο πιο γνωστός γινόμουν, τόσο και περισσότερες προτάσεις δεχόμουν, να βοηθήσω ή και να συμμετέχω ενεργά, σε παντός είδους συλλόγους, πολιτιστικούς, φιλανθρωπικούς, θρησκευτικούς, αθλητικούς, κοινωνικούς, φυσιολατρικούς. Όποιος μάθαινε κάτι παραπάνω για μένα, το νέο επιτυχημένο επιχειρηματία, που φυσάει και τον παρά, ερχόταν να ζητήσει και κάτι. Πότε στα ίσια και πότε πλαγίως. Πρώτοι φυσικά οι πολιτικοί και τα κόμματα. Άσε ότι με πλεύριζε ο κάθε αεριτζής να μου πουλήσει κάτι που ήταν «ευκαιρία» ή να μεσολαβήσει στον κύριο τάδε για να κονομήσει καμιά προμήθεια. Στη σειρά και οι ψεύτικοι αναξιοπαθούντες μαζί με όποιον, κάπου, κάποτε, είχαμε πει μια καλημέρα. Εκτός του πόσο εύκολο ήταν να την πατήσεις, άλλο τόσο εύκολο ήταν και να την «ψωνίσεις». Ευτυχώς, τα λίγα που άκουγα από μικρός σαν ιστορίες από τον πατέρα και η μικρή μου θητεία στα χρώματα, με είχαν κάνει επιφυλακτικό. Ελάχιστες φορές μπορώ να πω πως παρασύρθηκα, γιατί το καθόλου ήταν αδύνατον.

Τελικά η δεκαετία του ‘80, άφησε πίσω της σημαντικές και ενδιαφέρουσες αλλαγές στην Ελλάδα και τον κόσμο. Τον πολιτικό γάμο, το μονοτονικό, την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης, το Εθνικό Σύστημα Υγείας, τις μεταρρυθμίσεις στην παιδεία, την αναθεώρηση του Συντάγματος. Το 1988 ο Ανδρέας Παπανδρέου αρχίζει να κλονίζεται. Προβλήματα υγείας για τον ίδιο, έξαρση της τρομοκρατίας και οικονομικά σκάνδαλα, έντονα διχαστικό κλίμα και αλλεπάλληλες εκλογικές αναμετρήσεις, φέρνουν τελικά το 1990 στην πρωθυπουργία τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη. Ένα χρόνο πριν, το 1989, με την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, είχε ξεκινήσει η κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων και η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Οι ανακατατάξεις που ακολούθησαν, άλλες άμεσα κι άλλες σε βάθος χρόνου, ήταν καταλυτικές, όχι μόνο για την Ευρώπη. Τα νέα γεωπολιτικά δεδομένα, η παγκοσμιοποίηση, το άνοιγμα των αγορών, η επέλαση της Κίνας αργότερα και των άλλων χωρών που είχαν φτηνά προϊόντα, επηρέασαν άμεσα και ισοπεδωτικά πολλούς κλάδους. Ένας από τους πρώτους ήταν κι ο δικός μας, η υφαντουργία. Οι τιμές έπεσαν σε επίπεδα που ήταν δύσκολο να κρατηθούμε ακόμα και σε αγορές που είχαμε πολύχρονη παρουσία. Μαγικές λύσεις για να μείνουμε όρθιοι δεν υπήρχαν. Περιορισμός εξόδων και μείωση προσωπικού. Ό,τι δεν απέφερε ικανοποιητικό κέρδος καταργήθηκε, το προσωπικό περιορίστηκε σταδιακά στα εβδομήντα άτομα και οι πέντε διευθύνσεις συγχωνεύτηκαν σε τρεις. Μιας και οι δανειακές υποχρεώσεις ήταν σχετικά μικρές και το μετοχικό κεφάλαιο συμπαγές, καταφέραμε να επιβιώσουμε, έστω και με τεράστιες απώλειες σε τζίρο και κέρδη. Εκτός από την αγωνία, το άγχος, την αβεβαιότητα αν τελικά αντέξουμε, είχα ν’ αντιμετωπίσω και τον ανθρώπινο παράγοντα. Δεν ξεπερνιέται το γεγονός ότι όλα αυτά, τελικά, αφορούν ανθρώπους και τις ζωές τους. Το σκληρό συναίσθημα-μαχαίρι δε με άφησε ποτέ, δε με ξέχασε ποτέ.

Η Ελένη, παντρεύτηκε το 1988, έκανε αμέσως μια κόρη και ζούσε στη Θεσσαλονίκη με τον έρωτα της ζωής της, το Θεόφιλο. Ο Θεόφιλος ήταν παθολόγος και βοηθός στο πανεπιστήμιο. Η Ελένη τον είχε γνωρίσει όταν ήταν ακόμα στο τρίτο έτος. Μετά το πτυχίο της Ιατρικής, η Ελένη, πήρε ειδικότητα Μικροβιολογίας. Ήταν ευτυχισμένοι οι δυο τους και αποφάσισαν να μείνουν για πάντα στη Θεσσαλονίκη. Να πω πως δεν τους ζήλευα; Ψέματα θα πω. Στο γάμο τους, που έγινε χωρίς πολύ σαματά, γιατί είχε πεθάνει πρόσφατα ο πατέρας του Θεόφιλου και ήταν έγκυος η Ελένη, ανεβήκαμε στη Θεσσαλονίκη με τη Δήμητρα και τα μικρά, τη μάνα, την ξαδέρφη μου τη Μαρία και τη θεία Ματίνα. Δυο μέρες καθίσαμε μόνο, ούτε βόλτα στα παλιά μου στέκια δεν πρόλαβα να κάνω.

Τα πιτσιρίκια μεγάλωναν μ’ εκείνη τη χάρη που όσο κι αν την απολαμβάνεις, φεύγει τόσο γρήγορα. Για πότε περνούν οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, ούτε που καταλαβαίνεις. Ώσπου να χορτάσεις την εικόνα από τα πρώτα βήματα, βρίσκεσαι ξαφνικά να τρέχεις να προλάβεις μήπως κάποιο πέσει ή χαθεί. Και μετά, τα πρώτα λόγια. Και ύστερα οι ερωτήσεις, οι απορίες, τα πρώτα γράμματα και το πρώτο «μαλάκα», και «γιατί ή αδελφή μου έχει διαφορετικό πουλάκι από μένα». Πόσα βράδια δε γύρισα τρέχοντας στο σπίτι γιατί ο Μιχάλης είχε σαράντα πυρετό από τις αμυγδαλές και διάρροια η Άννα! Τι υπερηφάνεια, στη Λεωφόρο, να κρατώ από το χέρι το Μιχάλη που καμάρωνε με το πράσινο κασκόλ στο λαιμό! Και συγκίνηση η μικρή μου η Άννα να χτυπά τα πλήκτρα στο πιάνο του παππού και δίπλα η Δήμητρα να λιώνει στο κλάμα. Μετά, άρχισε άλλου είδους τρέξιμο. Από το σχολείο στα φροντιστήρια, τις ξένες γλώσσες και τις άλλες δραστηριότητες που δεν τους άφηναν καθόλου ελεύθερο χρόνο. Η Δήμητρα, στο λίγο δικό της που έμενε, προσπαθούσε να αποθέσει στον καμβά τα τελευταία κομμάτια των ονείρων της. Σαν οικογένεια βγαίναμε μόνο Χριστούγεννα και Πάσχα. Είναι ζήτημα αν με τη Δήμητρα, οι δυο μας, πηγαίναμε κάπου δυο τρεις φορές το χρόνο. Είχε σταματήσει από καιρό να έρχεται στο εργοστάσιο, πού να προλάβει, και έτσι συναντιόμαστε τα βράδια στο κρεβάτι, για ύπνο βέβαια. Και δεκαπέντε με είκοσι μέρες στις καλοκαιρινές διακοπές. Τα χρόνια αυτά, σταδιακά, περιορίστηκε το ενδιαφέρον μου για τον κινηματογράφο. Η καρδούλα μου το ήξερε. Προτιμούσα από το να περνάω ένα μικρό δράμα κάθε φορά, να το αποφεύγω τελείως. Λίγες ταινίες έβλεπα, πολύ λιγότερα διάβαζα στις εφημερίδες και παρακολουθούσα στην τηλεόραση. Η συνειδητή απόσταση ήταν η άμυνα μου στο χαμένο όνειρο. Αυτό πίστευα.

Οι χαρές των παιδιών, οι όποιες επιτυχίες στις ασχολίες τους και δικές μας χαρές. Της Αννούλας πολλές, του Μιχάλη πού και πού. Το πράγμα έδειχνε από την αρχή, η Αννούλα για τα πολλά, ο Μιχάλης άστο καλύτερα. Δε βόηθαγε και η αδυναμία της Δήμητρας «να μη στεναχωρηθεί το παιδί», οπότε... Κατά τα άλλα, η Αφροδίτη στην Αμερική συνέχιζε την αρμονική ζωή της με τον καθηγητή, το ίδιο και η Ελένη στη Θεσσαλονίκη, με το Θεόφιλο. Η επιχειρηματική δραστηριότητα ελάχιστα είχε επηρεάσει τον τρόπο ζωής που είχα πριν, αλλά και μετά τον ερχομό της Δήμητρας. Και η Δήμητρα; Ήταν τελικά ο μεγάλος μου έρωτας; Πώς να το πω; Να πω ναι; Να πω όχι; Να πω μπορεί; Έχει σημασία; Για ποιον; Και γιατί; Πρέπει να υπάρχει πάντα απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα; Και οι άλλοι έρωτες, αν τύχουν, τι είναι; Υπάρχει μέτρο και ορισμός για το μεγάλο έρωτα; Κι εκείνο το πονεμένο ξενύχτι, το μεθύσι, το κλάμα, για μια αγάπη που ήρθε ξαφνικά με παρέσυρε και πριν καν τη γνωρίσω έφυγε; Γιατί είναι ο μεγάλος έρωτας άλλος; Αυτός που ζήσαμε χρόνια μαζί, κάναμε πράγματα μαζί, κάναμε παιδιά μαζί, γεράσαμε μαζί; Θες η ρουτίνα, θες η συνήθεια, η αίσθηση ότι περνά ο καιρός και όλα είναι στάσιμα, η σχέση μου με τη Δήμητρα όλο και λιγότερο έμοιαζε μ’ αυτή των πρώτων χρόνων. Χωρίς κάποια σύγκρουση, κάτι σοβαρό που να μας έφερνε αντιμέτωπους. Σταδιακά χανόταν η έλξη, η επιθυμία του ενός για τον άλλο. Οι μικρές διαφορές που στην αρχή όταν τις διαπιστώναμε δεν τους δίναμε σημασία, τώρα μεγεθύνονταν και προκαλούσαν τριβές. Κυριαρχούσε, σαν γεροντικό πείσμα, ο εγωισμός του ποιος έχει δίκιο και για το πιο ασήμαντο πράγμα. Ευτυχώς τουλάχιστον που δεν τις αφήναμε να φουντώσουν, να φτάσουν στα άκρα. Τελικά ούτε η δική μας σχέση θα ξέφευγε από τον κανόνα της συνήθειας.

Πάντως, μετά από δεκαπέντε χρόνια γάμου, λίγες και μικρές οι παρασπονδίες, οι αμαρτίες μου. Άμα έχεις και κολλητό το Στράτο, πόσο ν’ αντέξεις! Στις αντιρρήσεις μου, πάντα είχε έτοιμη την απάντηση. «Έλα μωρέ, μην κολλάς στη θεωρία, χρειάζεται κι’ αυτό». Δυο φορές, λοιπόν, εξόκειλα. Ήταν η εποχή που πλημύρισε η νύχτα με γυναίκες, μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης. Εκεί, σε ένα σεπαρέ ενός μπαρ στα Μεσόγεια, μια με τη Ραΐσα και μια με την Ίνα, έφτασα από τον αισθησιακό χορό τους στα πόδια μου, στην ολοκλήρωση. Ήθελα να ξεχάσω, όμως όσο να’ ναι το λευκό, τρυφερό, λείο, νεανικό κορμί με ακολουθούσε σαν ζωντανή φαντασίωση. Ντρεπόμουν τη Δήμητρα, θα ‘θελα να μην είχε γίνει αλλά δε μετάνιωνα και που έγινε. Έμπαινε θέμα προσωπικής ηθικής, αλλά δεν ένιωθα πως έκανα και έγκλημα. Θα τρελαινόμουν βέβαια αν κάτι αντίστοιχο συνέβαινε με τη Δήμητρα. Αξεπέραστες αντιφάσεις, σε σημαδεύουν αν τις ζήσεις.

Το δρόμο για το καζίνο στο Λουτράκι, μου τον έδειξε κι’ αυτόν ο Στράτος. Δειλά την πρώτη φορά, διστακτικά. Πιο θαρραλέα καθώς η συχνότητα των επισκέψεων αύξανε, αφέθηκα στη σαγήνη του τζόγου. Θυμήθηκα ξανά, μετά τα φοιτητικά χρόνια, ένιωσα ξανά, την ένταση και την αδρεναλίνη να πλημυρίζει το σώμα μου. Πώς να ελέγξεις το πάθος! Αν δε βάλλεις όρια και δεν προσπαθείς συνέχεια να τα τηρείς, είσαι χαμένος, υλικά και ψυχικά. Αφιερώθηκα στη ρουλέτα, σ’ αυτό το παιχνίδι του διαβόλου. Στην μπίλια, που κάθε φορά που γυρνά αντίθετα από τα νούμερα στο ταμπλό, σε παρασύρει στον τρελό χορό της, μέχρι να καθίσει στον αριθμό που θα σε στείλει στα ουράνια ή τα τάρταρα. Μετά από αρκετή μελέτη και ανάλυση της ψυχολογίας των παικτών γύρω από το τραπέζι, κατέληξα σε ορισμένες αρχές που ελάχιστες φορές παραβίασα. Ίσως αυτό να με έσωσε. Τα χρήματα που έπαιζα ήταν πάντα συγκεκριμένα, όσα είχα διαθέσιμα και στην τσέπη μου, ποτέ με δανεικά. Κάποιες φορές κέρδιζα, τις περισσότερες έχανα, όπως όλοι. Στην τελική σούμα, αυτά που μου έλειπαν ήταν ευτυχώς μικρά σχετικά ποσά, που άντεχα να χάσω και τα έξοδα από το πηγαινέλα στο Λουτράκι. Αν υπάρχει μυστικό, είναι να βρίσκεις τη δύναμη να σταματάς και να φεύγεις όταν κερδίζεις, να μη συνεχίζεις ποντάροντας στη συνεχή εύνοια της τύχης. Όταν χάνεις, κάποια στιγμή αν δε σταματήσεις και ελπίζεις να ρεφάρεις, το πιθανότερο είναι να χάσεις και αυτά που δεν έχεις. Δύσκολο αυτά να τηρηθούν, γι’ αυτό είναι ωραίος και καταστροφικός ο τζόγος.

Έτσι λοιπόν, προστέθηκε στο πρόγραμμα η επίσκεψη στο «ναό» του τζόγου μια δυο φορές τη βδομάδα και όσο τα παιδιά μεγάλωναν εύρισκε ευκαιρία και η Δήμητρα να με ακολουθεί. Στην αρχή για βόλτα, μετά το ‘ριξε στο μπλακ τζακ και στα «μηχανάκια», τους κουλοχέρηδες. Αντί να πηγαίνουμε κάπου αλλού, κανα θέατρο, καμιά εκδήλωση, με φίλους, τρέχαμε να συναντήσουμε την πράσινη τσόχα. Τι ήταν αυτό που μας πήγαινε εκεί και όχι σε τόσα άλλα μέρη που θα μπορούσαμε να περάσουμε όμορφα, ήσυχα, να χαρούμε, να γελάσουμε, να μάθουμε, να γεμίσουμε την ψυχή μας, να απολαύσουμε τη φύση, να κουβεντιάσουμε και να έρθουμε πιο κοντά; Τι μας οδηγούσε στη χρυσή φυλακή χωρίς παράθυρα; Μήπως τελικά τα είχαμε βαρεθεί όλα αυτά; Καλά ήταν, μα στον εσωτερικό κόσμο κατέληγαν. Μήπως είχαμε ανάγκη να φύγουμε απ’ αυτόν; Έστω για λίγο και κάποιες φορές περισσότερο; Μόνο στο τυχερό παιχνίδι τα αφήνεις όλα στην άκρη. Δε σκέφτεσαι τίποτα άλλο, δεν υπάρχει τίποτα άλλο, μόνο αυτό. Η επίκληση της τύχης, η ικανότητα, ο υπολογισμός, η ελπίδα, η απογοήτευση στην ήττα και η χαρά και η αυτοεκτίμηση που φουντώνει στη νίκη την προσωρινή. Στο καζίνο οι συνταξιούχοι, καθημερινοί θαμώνες, περνούν εκεί τη μοναξιά τους και οι έξυπνοι που πάνε να γίνουν πλούσιοι, διάφοροι νταραβεριτζήδες, οι άρρωστοι τζογαδόροι, οι μοναχικοί και όσοι βασανιστικά αποθέτουν και το τελευταίο νόμισμα που διαθέτουν με κατάρες στην κακή τους τύχη. Κι εμείς, για να ξεχνιόμαστε μάλλον, ρισκάροντας να παρασυρθούμε. Το παιχνίδι πάντα κερδίζει.

Πενηνταρίζοντας, πολλά είχαν αλλάξει στις απόψεις μου για τη ζωή. Η εμπειρία έβαζε όλο και περισσότερο τη σφραγίδα της. Οι ιδέες των νεανικών χρόνων, στρογγυλεύονταν, μαλάκωναν, άφηναν περιθώρια για πιο χαλαρές ερμηνείες, το απόλυτο σχεδόν χανόταν. Μόνο οι θέσεις για ελευθερία, νομιμότητα, δικαιοσύνη και ανθρωπιά πάνω απ’ όλα, παρέμεναν αδιαπραγμάτευτα σταθερές. Στον κόσμο της ανισότητας, της εκμετάλλευσης και της αδικίας έμοιαζαν με ουτοπία, όμως αρνιόμουν να τις εγκαταλείψω. Η γνώση εμπλουτίστηκε με εμπειρίες που άλλες επιβεβαίωναν τα προσωπικά μου αξιώματα και άλλες τα διέψευδαν εξ ολοκλήρου. Οι παλιές προτεραιότητες έπαψαν να είναι τέτοιες, η επανάληψη περιόριζε τα ενδιαφέροντα και τη δίψα να ζήσω τα μικρά μου όνειρα που χάνονταν σιγά σιγά.

Στην επιχείρηση περιμέναμε, όπως όλοι, την είσοδο στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση και τον ερχομό του ευρώ. Αν και είχαμε σοβαρή κάμψη στις πωλήσεις, ήμαστε σε πολύ καλύτερη κατάσταση από άλλους που καταστράφηκαν από το κραχ του χρηματιστηρίου. Ευτυχώς που δεν ήμαστε μέσα γιατί ποιος ξέρει τι θα παθαίναμε κι εμείς. Ο δρόμος για φτηνό χρήμα άνοιξε, η θεαματική πτώση των επιτοκίων ήταν ευκαιρία, μα και παγίδα. Αν είχε κάποιος σκοπό να δανειστεί και να επενδύσει σε κάτι παραγωγικό, φυσικά και ήταν ευκαιρία. Αν όμως ήθελε να κάνει μεγάλη ζωή και «επενδύσεις» σε αγαθά για τη δική του απόλαυση, έπρεπε να έχει κατά νου ότι κάποια στιγμή θα ερχόταν η ώρα της αποπληρωμής. Είναι γλυκά όταν τα παίρνεις, πικρά όταν τα επιστρέφεις, δηλητήριο αν δεν τα έχεις. Η δική μας ανάγκη για δανεισμό δεν ήταν ιδιαίτερα μεγάλη κι έτσι δεν ανοίχτηκα υπερβολικά. Βέβαια, δεν απέφυγα κι εγώ απόλυτα την πρόκληση. Κάμποσα από τα δανεικά πήγαν σε πράγματα που κάθε άλλο παρά χρειάζονταν.

Ο Μιχάλης τέλειωσε με το ζόρι το λύκειο, την ίδια ώρα που η Αννούλα μάζευε από παντού επαίνους. Δεν ήταν κακό παιδί ο Μιχάλης, μάλλον μια σειρά από συγκυρίες τον έκαναν αδιάφορο, φυσικά η υπερβολική προστασία της Δήμητρας και η απόσταση που πάντα ένιωθε μαζί μου. Όχι γιατί δεν του αφιέρωσα χρόνο και αγάπη, το αντίθετο. Κατά περίεργο τρόπο όμως, από τότε που άρχισε να καταλαβαίνει, η σχέση μας ήταν ανταγωνιστική. Λες και πάντα υπήρχε κάποιο βραβείο που έπρεπε να κερδίσει ο ένας από τους δύο. Πολλές φορές υποχωρούσα και προσπαθούσα να συζητήσω, να του δώσω την άλλη άποψη χωρίς να θέλω να του την επιβάλλω κιόλας. Ακόμα και τότε, ακόμα κι αν προσωρινά συμφωνούσε, το έκανε για να τελειώσει τη συζήτηση. Δεν είχε σκοπό να δώσει εξετάσεις και δεν ήθελε να σπουδάσει οτιδήποτε, ούτε και να υπηρετήσει στρατιώτης. Δύσκολα διαχειρίζεσαι τέτοια ζητήματα, πόσο μάλλον του παιδιού σου. Δικαίωμά του, μα οι συνέπειες είναι φορτίο για όλους.

«Είναι δυνατόν να σκέφτομαι έτσι; Φορτίο τα δικαιώματα του Μιχάλη; Η άρνηση της ένταξης στον κόσμο που φτιάξαμε και τον φέραμε υποχρεωτικά να ζήσει;» Γιατί αυτό ήταν τελικά, και από την αρχή. Η διαφωνία, η αντίθεση, ακόμα και στο δικό μας σωστό, ήταν η άμυνά του, η αντίδρασή του. Το παρήγορο, αν υπήρχε τέτοιο, ήταν ότι ο Μιχάλης δε διάλεξε τη βία σαν διέξοδο. Προτιμούσε τη μουσική, να διαβάζει βιβλία επιστημονικής φαντασίας, τις βόλτες, τα μπαράκια, να μαθαίνει για τα παράξενα του κόσμου, να παίζει παιχνίδια στον υπολογιστή. Πόσο όμως απείχαν τελικά οι απόψεις του Μιχάλη από τις δικές μου στην ηλικία του; Μήπως ελάχιστα; Στην ουσία πάντα. Μήπως απλά είχαν αλλάξει οι εποχές και οι συνθήκες; Αν ο συντηρητισμός νίκησε -κακά τα ψέματα- τις αμφισβητήσεις της νιότης μου και τα θέλω μου έχασαν πανηγυρικά από τα πρέπει, αυτός δεν ήταν λόγος για να μην ακολουθήσει ο Μιχάλης τα δικά του. Το θέμα ήταν πως δεν είχε εκφράσει κανένα θέλω, μέχρι τότε τουλάχιστον. Και το ερώτημα «τι θα κάνει στη ζωή του ο Μιχάλης;» επειδή μου θύμιζε το ίδιο που ρώταγε η μάνα μου και μένα, απέφευγα και να το σκέφτομαι.

Ο θείος, ο αδελφός του πατέρα, πέθανε πριν κλείσει τα ενενήντα του χρόνια. Η μητέρα μετακόμισε στη Θεσσαλονίκη, στην Ελένη. Ήταν προτιμότερο από το να μένει και να γερνά μόνη της στην Αθήνα. Όσο κι αν τα παιδιά και η Δήμητρα την έβλεπαν συχνά, δε γέμιζε ο χρόνος της με τίποτα. Στη Θεσσαλονίκη είχε και να ασχοληθεί και κάτι να προσφέρει, στα τρία εγγόνια της και την Ελένη που εργαζόταν κανονικά στο μικροβιολογικό της εργαστήριο. Είχε και τη φροντίδα που χρειαζόταν για την ηλικία της. Οι επισκέψεις της στην Αθήνα περιορίστηκαν. Κατέβαινε κάθε τρεις τέσσερις μήνες για να πληρώσει λογαριασμούς του σπιτιού, να πάρει γυναίκα να το καθαρίσει και να δει τη Ματίνα που είχε χηρέψει κι αυτή. Η χαρά του Μιχάλη και της Άννας δεν κρύβονταν όταν ερχόταν η γιαγιά, το ίδιο και της Δήμητρας. Περίεργο μα περνώντας τα χρόνια, η μητέρα και η Δήμητρα, αν δεν αγαπήθηκαν, τουλάχιστον έδειχναν εκτίμηση και σεβασμό η μια στην άλλη.

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες και τα μεγάλα έργα, στάδια, Αττική Οδός, μετρό, αεροδρόμιο, η γέφυρα Ρίο Αντίρριο, έδωσαν ελπίδα για καλύτερο αύριο και εξισορρόπησαν τις πιέσεις που δεχόμαστε σαν κλάδος και είχαν αυξηθεί και πάλι, από την Κίνα και τις άλλες ασιατικές αγορές. Πήραμε την ανάσα που χρειαζόμαστε, κοιτάζαμε το μέλλον με αισιοδοξία. Αρχίσαμε να σχεδιάζουμε ξανά την ανάπτυξη της εταιρείας. Το μόνο που θέλαμε ήταν η οικονομική σταθερότητα στη χώρα να έχει διάρκεια.

Μπορεί η επιχείρηση να είχε πάντα ενδιαφέρον, η προσωπική μου ζωή όμως κανένα. Είχε έρθει η ώρα να πάρω ένα καλό μάθημα, να μην υποτιμώ εκ των προτέρων πράγματα που δε γνώριζα ή τα θεωρούσα χωρίς σημασία. Τα βράδια μου εγώ τα ξόδευα σε μια λέσχη στην Αχαρνών, με κουμ καν και πόκερ και η Δήμητρα, αφού βαρεθήκαμε τα δρομολόγια στο Λουτράκι, ανέβαινε στην Πάρνηθα, στον εκεί «ναό» του τζόγου και έψαχνε να βρει αν η τύχη της ήταν διαφορετική απ’ αυτή της προηγούμενης ημέρας. Η ζωή μας χωριστή, μίζερη, στάσιμη. Είχε περιοριστεί σε ελάχιστες κοινωνικές εκδηλώσεις που αναγκαστικά πηγαίναμε μαζί και στα μεσημέρια της Κυριακής, όταν τρώγαμε με τα παιδιά στο σπίτι ή κάπου έξω. Οι μικρές αποδράσεις στα Κιούρκα και κάποια ταξίδια είχαν απομείνει σαν ευκαιρία, να αισθανθούμε κάτι από τον παλιό μας έρωτα, να έρθουμε κάπως κοντά. Τη μόνη πραγματική ικανοποίηση μετά από πολύ καιρό, μας την έδωσε η κόρη μας η Άννα που πέτυχε στη Νομική, και αυτή στη Θεσσαλονίκη. Φαίνεται σαν κάποια δύναμη να μας οδηγεί εκεί, τουλάχιστον για σπουδές. Εγώ, η αδελφή μου η Ελένη και τώρα η Άννα. Πώς το λες αυτό; Σαν τρελή έκανε, χόρευε, πήδαγε, μας φιλούσε, έπαιρνε τηλέφωνα συνέχεια τη γιαγιά, τη θεία Ελένη, τα ξαδέρφια της. Τη συνοδεύσαμε στο πρώτο της ταξίδι με τη Δήμητρα. Η Άννα έμεινε φυσικά στο σπίτι της Ελένης με τη γιαγιά και τα τρία της ξαδέρφια. Εμείς σε ξενοδοχείο, στην πλατεία Αριστοτέλους.

Τους αφήσαμε να χαίρονται, να τσιρίζουν και να φωνάζουν και πήγαμε με τη Δήμητρα να φάμε σουτζουκάκια πολίτικα με μπούκοβο, πατάτες τηγανιτές κομμένες τσιπς και ρώσικη σαλάτα. Το αγαπημένο μενού της παλιάς μου ζωής στη Θεσσαλονίκη. «Μπύρα ή κόκκινο κρασί θα πιούμε αγάπη μου;» ήταν τόσο αυθόρμητο που η Δήμητρα σάστισε.

«Μπορείς να επαναλάβεις;»

«Γιατί όχι, αγάπη μου; Μπύρα ή κόκκινο κρασί;»

«Λευτέρη, θυμάσαι από πότε έχεις να μου το πεις;»

«Μάλλον από τότε που το άκουσα κι εγώ για τελευταία φορά από σένα!»

«Θέλω να βάλω τα κλάματα, όπως στο πρώτο μας ραντεβού, μα θα μοιάζω γελοία, φοβάμαι...»

«Κόκκινο κρασί παρακαλώ, φέρτε το τώρα, πριν το φαγητό».

Σκούπισε τα υγρά της μάτια με τη λευκή πετσέτα, ο χρόνος το μόνο που είχε προσθέσει πάνω τους, ήταν λίγες ρυτίδες. Το σχήμα, το μέγεθος και το χρώμα ήταν όπως τα ερωτεύτηκα, εκείνο το βράδυ στο Μικρολίμανο.

«Λευτέρη μου, σε γενικές γραμμές, καλά τα πήγαμε. Αν δεν έφτασα στην απόλυτη ευτυχία, που εδώ που τα λέμε, ούτε ξέρω ποια είναι και ούτε να ονειρευτώ δεν πρόλαβα, ίσως να οφείλεται και στο ότι, από τότε που σε γνώρισα, η πραγματικότητα μας οδήγησε εκεί που ήθελε αυτή. Ίσως να γινόταν και καλύτερα. Αυτό που έχει σημασία είναι το ότι είμαστε ακόμα μαζί και χαιρόμαστε για την κόρη μας. Αυτό φτάνει».

«Ξέρεις, Δήμητρα, η ζωή τελικά αξίζει αν μπορείς να ζεις τέτοιες στιγμές, αν σου δίνει την ευκαιρία να ζήσεις τέτοιες στιγμές. Και τις δίνει τις ευκαιρίες, έστω τσιγκούνικα σε κάποιους. Το κακό είναι ότι τις αφήνουμε να περνούν χωρίς να τους δίνουμε σημασία ή τη σημασία που τους πρέπει. Και βολευόμαστε στην επανάληψη του απλά υποφερτού και σίγουρου, στην καθημερινότητα που μας πάνε χωρίς σκέψη τα βήματα μας. Τα βήματα που προγραμματίσαμε μια φορά και βαριόμαστε ν’ αλλάξουμε τους κωδικούς από τότε».

«Πόσα χρόνια είχα να ακούσω αυτές τις περίπλοκες σκέψεις σου; Αυτό το μπλέξιμο που καταφέρνεις και με μαγεύει; Πόσο μου’ χει λείψει; Λευτέρη, το ξέρεις πως σ’ αγαπώ, ποτέ δεν έπαψα».

Μια νύχτα γεμάτη έρωτα, γλυκά λόγια, χάδια, φιλιά και παθιασμένο σεξ, όπως χρόνια πριν, στο τέλος της. Η παράδοση της κόρης μας στην πλανεύτρα νύμφη του Θερμαϊκού δεν μπορούσε παρά να ήταν ξεχωριστή. Και αλησμόνητη.

Ξυπνήσαμε το μεσημέρι, ήπιαμε καφέ και αφού φάγαμε από δυο κρουασάν ο καθένας στο ξενοδοχείο, κατεβήκαμε στην πλατεία Αριστοτέλους και πήραμε την παραλιακή περπατώντας αργά για το Λευκό Πύργο. Η ηρεμία του Θερμαϊκού, το χρώμα και η αύρα του, μας παρέσυραν σε μια ρομαντική αναπόληση και στιγμές από τα ταξίδια μας στην Ελλάδα και το εξωτερικό, που τελικά δεν ήταν και λίγα τα εικοσιπέντε χρόνια του γάμου μας. «Θυμάσαι αυτό στο Λονδίνο;» «Εκείνο στη Μόσχα;» «Το άλλο στην Κωνσταντινούπολη;» «Τι έγινε στη Ρώμη;» «Τα φαγητά που δεν τρώγαμε στη Μπανγκόκ;» «Τις πυραμίδες στην Αίγυπτο;» «Το μαυριδερό γονδολιέρη στη Βενετία;» «Την πανέμορφη Πράγα;» Τα καλοκαίρια στα νησιά, Κέρκυρα, Λευκάδα, Ζάκυνθο, Μήλο, Σαντορίνη, Σάμο, Ρόδο, Νάξο, Σκιάθο, Κρήτη. Τον άλλο χρόνο Παρνασσός, Αρκαδικά βουνά, Ζαγοροχώρια, Πήλιο, Γιάννενα, Καστοριά, Βόλο, Πάτρα, Ναύπλιο, Μονεμβασιά, Κύμη, Βουρβουρού και Ποσείδι στη Χαλκιδική. Σταθερή αξία και καταφύγιο, ιδίως όταν τα παιδιά ήταν πολύ μικρά, το σπίτι με το κτήμα, στα Κιούρκα. Το είχε διαλέξει ο Λαμπρινός και γιατί ήταν κοντά στην Αθήνα, αλλά και για το κλίμα του και το ζωογόνο αέρα που κατέβαινε από την Πάρνηθα. Φανταζόταν τα εγγόνια του να παίζουν, να μεγαλώνουν εκεί. Δεν πρόλαβε.

Αν δε διέκοπτε τη βόλτα μας η Άννα, με τα απανωτά της τηλεφωνήματα στη μάνα της και σε μένα, ακόμα θα περπατάγαμε. Κοντεύαμε να φτάσουμε στο άγαλμα του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Πήγαμε στο σπίτι της Ελένης όπου μας περίμεναν για φαγητό. Όλοι εκεί κι ο Θεόφιλος, με το όλο υπονοούμενα χιούμορ του. «Ααα... θα αναστενάξουνε τα έδρανα, θα πάρουν φωτιά τα κυλικεία!» πείραζε συνέχεια την Άννα και την έκανε να κοκκινίζει. «Γιατί μπαμπά;» ρώτησε ο δεκάχρονος Θανασάκης, ο δίδυμος αδελφός της Ειρήνης. «Είσαι μικρός, δεν καταλαβαίνεις» τον αποστόμωσε η μεγαλύτερη αδελφή του, η δεκαπεντάχρονη συνονόματη της δικής μας Άννας. «Ξέρεις ε... σχεδόν απέναντι είναι η Νομική από την Ιατρική, οπότε θα έχω το νου μου. Και μην κοιτάς που ο πατέρας σου το παίζει άνετος, μου είπε να σε προσέχω!» ακάθεκτος ο Θεόφιλος. Η επέμβαση της Ελένης να σταματήσει δεν έφερε αποτέλεσμα και όσο τα μικρά χαχάνιζαν δεν έλεγε να δώσει τέλος στην πλάκα.

Η Ελένη συνέχιζε να ζει ευτυχισμένη με τον άντρα της και τα παιδιά. Είχε και τη μητέρα κοντά, είχε τη δουλειά της, δεν της έλειπε τίποτα. Ο Θεόφιλος την υπεραγαπούσε, ήταν ο ιδανικός σύζυγος και πατέρας. Αυτό που ήθελε το είχε βρει. Η μητέρα, ικανοποιημένη κι αυτή, ήσυχη με δυο γιατρούς στο σπίτι, απέραντη στοργή από όλους και με την Άννα πλέον στη Θεσσαλονίκη, τι άλλο να θέλει! «Λευτέρη, τώρα που θα φύγει το κορίτσι από κοντά σας, να προσέχεις τη γυναίκα σου, θα χρειαστεί συμπαράσταση. Εμείς οι γυναίκες όταν φεύγουν τα κομμάτια μας, αδειάζουμε, μόνο η αγάπη βοηθά να γεμίζουν τα κενά» η συμβουλή της στον αποχαιρετισμό.

Αφήσαμε την Άννα κι επιστρέψαμε την επομένη στην Αθήνα. Στην πεζότητα, στις καθημερινές μας συνήθειες. Το μικρό διάλειμμα της Θεσσαλονίκης μας έκανε καλό, το είχαμε ανάγκη. Θα άλλαζε όμως κάτι στη ζωή μας; Θα μπορούσε να γίνει αφορμή για ένα νέο ξεκίνημα στη σχέση μας που είχε βαλτώσει από καιρό;

 

Ανθρώπινα όλα...

 

«Κ

ύριε Λευτέρη, να σας διακόψω; Ο κύριος Στράτος στο τηλέφωνο» μου είπε διστακτικά η καινούργια μου γραμματέας. Η Αντιγόνη, τριάντα δύο στα τριάντα τρία, μια ντελικάτη ψηλή με γαλάζια μάτια και ξανθά μπουκλωτά μαλλιά.

«Έλα ρε, πού χάθηκες; Όλες τις ώρες με την καινούργια τις περνάς;»

«Εγώ... εσύ έλειπες στη Θεσσαλονίκη, όλα καλά;»

«Σιγά, δυο μέρες έλειψα, όλα καλά η Άννα τρισευτυχισμένη, η γιαγιά, η Δήμητρα, η Ελένη, όλοι, όλοι καλά. Πότε θα τα πούμε;»

«Απόψε στη “Σουφάλα”, έχω συγκαλέσει γενικό “πολεμικό συμβούλιο” για να σας κάνω ανακοινώσεις. Θέλω και Δήμητρα μαζί, έτσι;»

«Ωχ, τι θα ακούσουμε πάλι...»

Εννιά και κάτι το βράδυ ήμαστε στην ταβέρνα. Ο Γιώργος ο γιατρός κι ο Γιάννης από τα χρώματα με τις γυναίκες τους, ο Δημήτρης ο φαρμακοποιός μόνος του, ο Στράτος με το νέο του αμόρε την Κλαίρη και μια φίλη της, τη Μαριάννα. Καλαμπούρια, πειράγματα, τα σεξουαλικά υπονοούμενα βροχή. Κάποια στιγμή και αφού είχαμε πιει κανα δυο κιλά κρασί, ο Στράτος το ξεφούρνισε. «Παιδιά, παντρευόμαστε με την Κλαίρη, το κατάφερε, με κατάφερε. Είμαι όλος δικός της, για πάντα». Παλαμάκια, φιλιά, φωνές και γέλια. Αυτό κι αν ήταν νέο, ο Στράτος γαμπρός! Ο γάμος, πολιτικός σε δυο Κυριακές, στο Δημαρχείο Αμαρουσίου. Μέσα στο χαμό και τη φασαρία, παρατήρησα ότι ο Δημήτρης ήταν κάπως απόμακρος, χαιρόταν αλλά δε συμμετείχε στην τρελή χαρά των άλλων. Τον ρώτησα, μου είπε ότι ήταν λίγο κουρασμένος και κακόκεφος. Δεν επέμεινα περισσότερο. Η Κλαίρη, μια εντυπωσιακή τριανταοχτάρα, ήταν διευθύντρια δημοσίων σχέσεων σε διαφημιστική εταιρεία, έδειχνε προσγειωμένη και συγχρόνως περπατημένη. Ένας ενδιαφέρον συνδυασμός που θα μπορούσε να ταιριάξει με το Στράτο. Βέβαια το πώς θα ανταποκρινόταν στις απαιτήσεις ενός γάμου, ο ιδιόρρυθμος χαρακτήρας και η ηλικία του Στράτου που ήταν ήδη στα πενήντα πέντε του χρόνια, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει. Θα το αποδείκνυε η ζωή. Η ζωή που κάθε άλλο φοβόταν ο Στράτος και μέχρι τότε τη δοκίμαζε και την προκαλούσε. Αντίθετα από μένα, που παρά τα όσα έλεγα, παραδόθηκα νωρίς.

Επιστρέφοντας με το αυτοκίνητο στο σπίτι, με τη γλυκιά ζαλάδα του κρασιού να κυριεύει το μυαλό μας, η Δήμητρα ακούμπησε το κεφάλι της στο ώμο μου. «Σε είδα που ρώταγες το Δημήτρη. Συμβαίνει κάτι; Τι σου είπε;» γαμώτο, μπορείς να μην αγαπάς αυτή τη γυναίκα; «Δεν ξέρω Δήμητρα, δε μου είπε τίποτα. Πάντως δεν τον είδα καλά». Ο Στράτος και η Κλαίρη ήταν η αφορμή για ένα μικρό ερωτικό ταξίδι με τη Δήμητρα, με ιδιαίτερο πάθος και πολύ συναίσθημα, μέχρι το πρωί. Ήρθε σαν συνέχεια αυτού που ζήσαμε πριν δυο μέρες στη Θεσσαλονίκη. Ο γάμος έγινε κανονικά μετά δόξης και τιμής, στο Δημαρχείο Αμαρουσίου και ακολούθησε το γλέντι. Οι πιο κοντινοί φίλοι μαζί με το Στράτο το γλεντήσαμε και στο μπάτσελορ την παραμονή του γάμου, σε κέντρο της παραλιακής. Εκεί τα δώσαμε όλα. Το κάναμε «καλοκαιρινό» το μαγαζί. Φύγαμε μπουσουλώντας στα τέσσερα, θαύμα που καταφέραμε να πάμε στην ώρα μας στο γάμο. Πώς ν’ αντέξουμε και δεύτερο τέτοιο βράδυ! Τα χρόνια βλέπεις, δεν ήμαστε και τριάντα! Παρ’ όλα αυτά σταθήκαμε στο ύψος μας και τιμήσαμε το φίλο μας και τη γυναίκα του.

Την επομένη του γάμου, τηλέφωνο από το Δημήτρη, ραντεβού στον «Καρβουνιάρη», να πάω μόνος μου. Πήγα, ο Γιώργος κι ο Δημήτρης εκεί. Χωρίς πολλές περιστροφές ο Δημήτρης μας ανακοίνωσε πως έχει επιθετικό καρκίνο στο πάγκρεας και δε θα προλάβαινε ούτε διαθήκη να κάνει. Παγωμάρα, μαχαιριά στο στήθος, γροθιά στο στομάχι, θόλωμα στο μυαλό. Τα λόγια παρηγοριάς περιττά. Γυναίκα και δυο κορίτσια αγγελούδια, να υποστούν τη σκληρότητα της μοίρας. Κι ο ίδιος να φύγει τόσο γρήγορα. Γιατί γαμώτο; Ερωτήματα χωρίς απαντήσεις. Το μόνο που μπορέσαμε να πούμε με το Γιώργο, ήταν πως αν χρειαζόταν οτιδήποτε θα ήμαστε κοντά του και ότι δε θα εγκαταλείπαμε την οικογένεια του. Τόσο κλάμα δεν είχε τρέξει ποτέ μέχρι τότε από τα μάτια μου.

Βαριές οι μέρες μέχρι να φύγει ο Δημήτρης. Ο Στράτος διέκοψε το ταξίδι του μέλιτος στην Ευρώπη, μόλις το έμαθε. Γύρισε αμέσως και με την επιμονή της Κλαίρης. Δείγμα του χαρακτήρα του Δημήτρη, αν και το ήξερε μέρες πριν, δεν είπε τίποτα για να μη χαλάσει τις χαρές του γάμου του Στράτου. Αφού κανόνισε όσες εκκρεμότητες μπορούσε, αναζητούσε όλο και περισσότερο τη συντροφιά μας. Απέφευγε να περνά τις ώρες του με την οικογένεια του. Αισθανόταν άσχημα, σαν να ήταν υπεύθυνος που θα τους άφηνε, λες και έφταιγε αυτός. Φοβερό το συναίσθημα. Να ξέρεις ότι φεύγεις κι εσύ να νοιάζεσαι πιο πολύ για τους ανθρώπους που αφήνεις πίσω σου. Απέραντη δύναμη ψυχής. Στις συναντήσεις μας, για να τον κάνουμε να ξεχνιέται, θυμόμαστε τα παλιά, στιγμές και γεγονότα, καλαμπούρια και τρέλες που σφράγισαν τα φοιτητικά μας χρόνια. Έφυγε ήσυχα, με βουβό κλάμα. Δεκάδες συμφοιτητές, φίλοι, συνάδελφοι, όλοι κάτι είχαν να θυμηθούν από το χαμογελαστό Δημήτρη. Ήταν ο πρώτος πραγματικός φίλος που έχανα. Πόσο να λυπηθείς, πόση μοναξιά να νιώσεις; Από τότε που κατάλαβα τον κόσμο μαζί, συνοδοιπόροι στις χαρές και τις λύπες. Οι σκέψεις στα όρια της λογικής. Ποιος είναι τελικά ο τυχερός; Μήπως αυτός που φεύγει; Αυτός που μένει κουβαλά και τη ζωή των άλλων. Υπάρχει ζωή χωρίς τους άλλους; Πηγαίνοντας στον τάφο να του ρίξουμε λίγο χώμα, αναρωτήθηκα αν θα άντεχα να ξαναζήσω το ίδιο και για άλλο αδελφικό φίλο. Τόσο πολύ, τόσο βαθιά είχα επηρεαστεί από την απώλεια του.

Πέρασε καιρός μέχρι να συνέλθουμε κάπως, να συνειδητοποιήσουμε ότι η ζωή συνεχιζόταν χωρίς το Δημήτρη. Ο χαμός του όμως είχε αφήσει βαριά τη σκιά του. Ούτε στις ταβέρνες που συνήθως βρισκόμαστε όλοι οι φίλοι δεν είχαμε όρεξη να πηγαίνουμε. Εγώ προτιμούσα να περνάω τα βράδια μου στη λέσχη. Εκεί τουλάχιστον ξεχνιόμουν, ξέφευγα από τις σκέψεις, χανόμουν στην αναζήτηση του άσσου και του βαλέ. Η σχέση μου με τη Δήμητρα, επανήλθε στο σημείο που βρισκόταν πριν από τη μικρή παρένθεση της Θεσσαλονίκης και του γάμου του Στράτου. Μάλλον κανείς από τους δυο μας δεν ήθελε τελικά να τη βγάλει από τη ρουτίνα της.

Μια από τις λίγες ημέρες που κι εγώ και η Δήμητρα βρεθήκαμε νωρίς στο σπίτι και βλέπαμε τηλεόραση, μπήκε τρεκλίζοντας και γελώντας ο Μιχάλης. Ακούμπησε στον τοίχο δίπλα στην πόρτα, μας πέταξε ένα «η ζωή είναι ωραία» και προσπάθησε να φτάσει μέχρι το διάδρομο δεξιά, που οδηγούσε στο δωμάτιο του. Σκουντούφλησε στον τοίχο του διαδρόμου, διπλώθηκε στα δυο από τα γέλια και συνέχισε πιάνοντας τον απέναντι τοίχο. Η Δήμητρα τρομαγμένη προσπάθησε να τον βοηθήσει να σταθεί όρθιος. Την απομάκρυνα, έπιασα το Μιχάλη από τις μασχάλες και τον ξάπλωσα στο κρεβάτι του. Πριν καλά καλά τον σκεπάσω, είχε ξεραθεί με βαθύ ροχαλητό.

«Τι έπαθε το παιδί, Λευτέρη; Τόσο πολύ μέθυσε;»

«Το πιθανότερο είναι εκτός από ποτό να ήπιε και κάτι άλλο».

«Τι είναι αυτά που λες! Τι να ήπιε κάτι άλλο; Πού ξέρεις εσύ;»

«Δήμητρα, καταρχάς ψυχραιμία, είπα ότι μπορεί να ήπιε κάτι άλλο γιατί η εμφάνιση και οι αντιδράσεις του Μιχάλη αυτό δείχνουν. Κι εγώ τις δυο φορές που κάπνισα χασίς και είχα πιεί και ποτό, κάπως έτσι ήμουν απ’ ό,τι θυμάμαι και μου είπανε μετά».

«Θα το πάθω το εγκεφαλικό, πότε κάπνισες εσύ χασίς; Κι ο Μιχάλης γιατί;»

«Μια φορά φοιτητής στη Θεσσαλονίκη κι άλλη μια μετά στο Παρίσι. Δεν υπάρχει απάντηση στο γιατί. Μάλλον, υπάρχουν πολλές, αλλά δεν είναι της ώρας».

Η Δήμητρα είχε μείνει αποσβολωμένη. Τι είδε και άκουσε! Πώς να τα χωνέψει έτσι ξαφνικά που της ήρθαν!

«Λοιπόν Δήμητρα, σίγουρα δεν είναι ευχάριστο, αλλά δεν είναι και το τέλος του κόσμου. Ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος είναι, αν βέβαια ισχύει, θα το αντιμετωπίσουμε» προσπάθησα να την καθησυχάσω.

«Αύριο που θα ξυπνήσει, να με πάρει τηλέφωνο στο εργοστάσιο να τον κουβεντιάσω. Κοίταξε μήπως θέλει κάτι και πάμε να ξαπλώσουμε κι εμείς».

Μεσημέρι πια, η Αντιγόνη μου δίνει τη γραμμή που με καλούσε ο Μιχάλης.

«Έλα, πατέρα, μου είπε η μαμά ότι με θέλεις».

«Ναι, θέλω να τα πούμε λίγο, στα μέρη σου. Μια φορά ρε Μιχάλη δεν είπες να κεράσεις ένα ποτό τον πατέρα, ευκαιρία είναι το βράδυ, αν δεν έχεις κάτι καλύτερο να κάνεις».

«Γιατί όχι; Εγώ θα σε κεράσω κι εσύ θα πληρώσεις. Κατά τις δέκα στο Μπλε, ξέρεις, πίσω από το Χίλτον. Να βρεθούμε πριν πλακώσουν οι δικοί μου».

Δέκα και τέταρτο μπήκα στο Μπλε, ο Μιχάλης στην άκρη της μπάρας χαϊδευόταν με ένα νεαρό ξανθομάλλη που είχε κολλήσει σαν στρείδι πάνω του. Κοντοστάθηκα, «Λευτεράκο, κάνε πως δεν τρέχει τίποτα και προχώρα».

«Γεια σας, παιδιά». Μετά τη χαιρετούρα ο νεαρός εξαφανίστηκε.

«Πατέρα, δεν είμαι γκέι, το ξέρεις, με γκόμενες πάω, δεν έχω τίποτα με το παιδί, αν και εμείς τα έχουμε ξεπεράσει αυτά... καταλαβαίνεις» με πρόλαβε, διαπιστώνοντας την έκπληξή μου. Τι να καταλάβω; Πίστευα πως η ερωτική επιλογή είναι ανθρώπινο δικαίωμα και δε θα άλλαζα άποψη βλέποντας το Μιχάλη με το νεαρό. Όμως ξαφνιάστηκα, ένιωσα κάπως περίεργα. Παράγγειλα ένα διπλό ουίσκι σκέτο, τη στιγμή που σκεφτόμουν πώς ν’ αρχίσω την κουβέντα. Θα την άρχιζα από το θέμα που γι’ αυτό κυρίως είχα έρθει στο μπαρ.

«Μιχάλη, είσαι πολύ μεγάλος πια για να σου κάνω μάθημα, εδώ δε με άκουγες που ήσουν μικρός. Δυο λόγια θα σου πω, βγαλμένα από την εμπειρία και τη γνώση μου, απ’ αυτά που έζησα σαν νέος και έμαθα από τη χημεία που σπούδασα. Κι εγώ έχω καπνίσει χόρτο, μερικές φορές, για την παρέα, να κάνουμε κέφι, να τη βρούμε και κάπως αλλιώς, αλλά μέχρι εκεί. Χωρίς να γίνει συνήθεια, εξάρτηση, πάθος, καταστροφή. Ποτέ χάπια κι άλλες ουσίες, ούτε συνδυασμούς που δεν ξέρει κανείς πού μπορεί να σε οδηγήσουν. Μακριά από τις άσπρες σκόνες, τις ενέσεις. Μια φορά, η πρώτη, φτάνει, ακόμα και για δοκιμή, την πάτησες, δεν υπάρχει επιστροφή. Εφιάλτης, εξαθλίωση, και μετά, αργά, βασανιστικά, μέχρι το θάνατο. Χαμένη ζωή, στα σκουπίδια». Ήπια μονορούφι το διπλό ουίσκι που είχε βάλει μπροστά μου ο μπάρμαν και παράγγειλα ακόμη ένα.

«Πατέρα, τα ξέρω αυτά, μην ανησυχείς, ελέγχω την κατάσταση, προσέχω».

«Όλους αυτούς που βλέπεις πιασμένους στο δίχτυ, πρόσεχαν κι αυτοί. Όλοι προσέχουν, μέχρι να έρθει η μοιραία στιγμή. Δεν είναι μια διαδικασία που κρατά χρόνια, που μπαίνεις και βγαίνεις όποτε θέλεις, και ένα λεπτό αδυναμίας είναι αρκετό. Άκουσέ με. Περιόρισέ το όσο μπορείς και προσπάθησε να το κόψεις τελείως. Πίστεψέ με, δε θα στερηθείς τίποτα».

«Εντάξει, ρε πατέρα, μη νομίζεις ότι δεν κάνουμε κι άλλη δουλειά. Φέρνει πότε πότε κάποιος φίλος κανα τσιγαριλίκι και τραβάμε δυο τρεις τζούρες ο καθένας. Τα σκληρά τα φοβάμαι, οπότε μη φοβάσαι και συ».

«Έχεις δεσμό με κάποια κοπέλα; Κάποια που να σε γεμίζει, να τη βρίσκεις μαζί της και να θέλεις να είσαστε μαζί;»

«Έλα, ρε πατέρα, τόσες γκόμενες υπάρχουν στην παρέα, γιατί να μπλέξω με μία; Δε θέλω δεσμεύσεις, πού πήγες και τι έκανες. Δε γουστάρω έτσι».

«Σκέφτεσαι ν’ αλλάξεις κάτι από τη ζωή που κάνεις τώρα; Υπάρχει κάτι που να σε τραβάει, που να σου αρέσει, κάποια σχέδια για το μέλλον;»

«Μπα, τίποτα. Τι να μου αρέσει! Ούτε τις μπίζνες γουστάρω, ούτε κουλτουριάρης θα γίνω. Τα έχουμε πει αυτά πατέρα».

«Δεν είναι όμως δυνατόν να μη σε συγκινεί τίποτα! Να μην υπάρχει κάτι που να το θέλεις! Μέχρι πού θα πάει η ζωή σου έτσι;» ήπια και το δεύτερο μονορούφι. Παράγγειλα και το τρίτο.

«Πατέρα, μου κάνεις και τον προοδευτικό. Αυτά είναι μύθοι που φτιάξατε εσείς και ακολουθούν οι ανεγκέφαλοι. Γιατί υποχρεωτικά πρέπει να κάνω -να διαλέξω- κάτι απ’ αυτά που εσείς θέλετε; Ποιος με ρώτησε αν συμφωνώ μ’ αυτά; Ακόμα κι εσύ τώρα, με πιέζεις, με βάζεις να σου πω τι θα κάνω. Πώς δηλαδή και πότε θα μπω στο σύστημα. Αρκεί να μπω, αυτή είναι η ουσία. Αυτό θέλεις».

«Βρε Μιχάλη, όλοι οι νέοι έχουν τις αντιρρήσεις για τον κόσμο που έφτιαξαν οι προηγούμενοι και πρέπει να ζήσουν σ’ αυτόν και οι ίδιοι. Και εγώ πρώτος στην ηλικία σου. Εμείς λες δεν προβληματιστήκαμε στα νιάτα μας; Όμως, αν δεν μπεις στη διαδικασία να δημιουργήσεις κάτι ο ίδιος, για τον εαυτό σου και την κοινωνία -γιατί πώς αλλιώς αυτή θ’ αλλάξει;- δεν έχει νόημα το να ζεις. Υπάρχουν τόσα που μπορείς να κάνεις, χωρίς να συμμετέχεις σ’ αυτά που δεν εγκρίνεις. Ξέρεις πόσο θα χαιρόμουν αν μου έλεγες ότι φεύγεις εθελοντής σε κάποια χώρα της Αφρικής να βοηθήσεις μικρά παιδιά να ζήσουν; Ότι έγινες ορειβάτης ή φωτογράφος σπάνιων πουλιών; Το να κοιμάσαι όλη μέρα και να πίνεις όλη νύχτα, χωρίς να κάνεις τίποτα άλλο...»

«Έχει πολύ κήρυγμα ακόμα;»

«Τελειώνω, με κάτι που με βασανίζει από καιρό. Αυτά που λες, που πάντα έλεγες, και με τα περισσότερα συμφωνώ, μήπως είναι το πρόσχημα; Μήπως φοβάσαι τελικά τη ζωή γιατί δεν πιστεύεις στον εαυτό σου;»

«Πατέρα, μέχρι τώρα καλά τα πήγαμε, αλλά πας την κουβέντα αλλού και μου το χαλάς, λοιπόν ώρα να το διαλάμε, έρχονται και τα παιδιά!»

«Αν δεν είχες λεφτά, ας πούμε ότι χρεωκοπούσαμε και δεν υπήρχε φράγκο ούτε για ψωμί, τι θα έκανες;»

«Γι’ αυτό σου λέω, άστο πατέρα. Πλήρωσε τα ποτά και πήγαινε. Σε περιμένει και η Δήμητρα στο σπίτι».

Σηκώθηκα από το σκαμπό που καθόμουν, κατέβασα και το τρίτο, πλήρωσα και βγήκα στο δρόμο. Άντε τώρα, μετά το Μιχάλη ν’ αντιμετωπίσω και τη Δήμητρα.

«Τι έγινε, Λευτέρη, με το παιδί; Τι είπατε;» μόλις μπήκα και έκλεισα πίσω μου την πόρτα.

«Τα είπαμε, μέσες άκρες συμφωνούμε αλλά και κάπου διαφωνούμε».

«Λευτέρη, άσε τους γρίφους και λέγε».

«Ο Μιχάλης είναι ευχαριστημένος με τη ζωή του και θα συνεχίσει να ζει έτσι».

«Ναι, για τα ναρκωτικά τι είπατε;»

«Μην τα μεγαλοποιείς κι εσύ, βρε Δήμητρα, γνωρίζει τους κινδύνους, του είπα να προσέχει, μου είπε ότι προσέχει. Αυτά».

«Δε μου τα λες καλά, ο Μιχάλης σε μέθυσε;»

«Όχι, μωρέ σιγά που μέθυσα. Τρία διπλά ουίσκι σκέτα, απανωτά... τα ήπια!»

«Δηλαδή μια τρύπα στο νερό έκανες!»

«Κοίταξε, είπαμε και για το μέλλον, τι θα κάνει στη ζωή του. Για την ώρα δεν τον απασχολεί, αργότερα ίσως σκεφτεί κάτι».

«Ωραία, τώρα... ησύχασα!»

«Πού να σου’ λεγα και τα άλλα!» ψιθύρισα καθώς ανέβαινα τις σκάλες για τα πάνω δωμάτια. Ευτυχώς που δε με άκουσε. 

 

 «Δε σας βλέπω καλά σήμερα κύριε Λευτέρη» τα λόγια της Αντιγόνης μετά την καλημέρα.

«Φαίνομαι, ε! Πώς να είμαι καλά κοπέλα μου. Τι να σου λέω και σένα! Δικά μου, εσώψυχα».

«Αν θέλετε, χωρίς να επεμβαίνω, δεν επιτρέπεται άλλωστε, μπορείτε να μου μιλήσετε».

Από το χαμό του Δημήτρη και μετά, δεν είχα άνθρωπο να βγάζω την ψυχή μου. Ο Γιώργος αφοσιώθηκε στην επιστήμη, ο Στράτος αφιερώθηκε στην Κλαίρη που ήταν και έγκυος, ο Γιάννης από τα χρώματα -που μου ταίριαζε- μέρα νύχτα στη δουλειά. Χαθήκανε όλοι, χαθήκαμε με όλους. Έμενε η Αντιγόνη να ακούει πότε πότε αυτά που δεν έλεγα πια με τους φίλους μου. Θα μου πεις τι ήταν η Αντιγόνη; Μια απλή υπάλληλός μου. Ήταν όμως κι ο άνθρωπος που πέρναγα μαζί του τις περισσότερες ώρες της ημέρας και, κυρίως, ο πιο κοντινός που έδειχνε να νοιάζεται πραγματικά για μένα.

«Άστο, Αντιγόνη, ίσως άλλη φορά. Για φέρε κανα χαρτί να δούμε πού βρισκόμαστε με τη δουλειά. Τα πράγματα δεν τα βλέπω και πολύ καλά. Αυτή η τραλαλά κατάσταση με τρομάζει. Πολλά ανοίγματα, δε μου αρέσουν καθόλου».

Μάγος δεν ήμουν, επιχειρηματίας ήμουν με πολύχρονη εμπειρία στην αγορά. Αυτό που έβλεπα ήταν ότι η δυναμική από τους Ολυμπιακούς Αγώνες και τα μεγάλα έργα σταδιακά χανόταν και αύξανε υπέρμετρα η πίεση από την Ανατολή, με την πλημμύρα φτηνών προϊόντων να μας σκεπάζει. Συγχρόνως, το πλαστικό χρήμα και τα δανεικά πήγαιναν σύννεφο. Αργά ή γρήγορα θα ερχόταν η ύφεση. Μικρή; Μεγάλη; Αδύνατο να το προβλέψω, μόνο ευχή να κάνω. Να είναι σύντομη και μικρή.

Μπαίνοντας το 2008, η επιχείρηση αντιμετώπισε μεγάλη πτώση στις πωλήσεις. Ό,τι και να κάναμε η καθοδική πορεία δε σταμάταγε με τίποτα. Πολλαπλασιάστηκαν και τα φέσια και σύντομα βρεθήκαμε να έχουμε πρόβλημα ρευστότητας. Υπήρχε ακόμη περιθώριο για τραπεζικό δανεισμό, όμως ήξερα καλά, από παλιά, ότι όσο περισσότερο δανείζεσαι, τόσο και σφίγγεις τη θηλιά στο λαιμό σου. Εξάντλησα κάθε δυνατότητα. Για πρώτη φορά, μετά τα σχεδόν τριάντα χρόνια επιχειρηματικής δραστηριότητας, βρισκόμουν σε τόσο δύσκολη θέση. Κυρίως γιατί δεν υπήρχε ελπίδα για γρήγορη ανάκαμψη. Από παντού έρχονταν μαύρες προβλέψεις. Μόνο οι πολιτικοί μας ήταν αισιόδοξοι ή μας κορόιδευαν.

Τα γνωστά μέτρα μπήκαν σε εφαρμογή. Συμμάζεμα, οικονομία, απολύσεις. Φτάσαμε να λειτουργούμε την επιχείρηση με πενήντα και εξήντα άτομα και στην ουσία χωρίς κέρδη. Μέσα σ’ αυτό το περίεργο κλίμα γενικής ευφορίας από τη μια και φόβου από την άλλη, εγώ προσπαθούσα να περισώσω την κάποτε κραταιά ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗ. Το εργοστάσιο δούλευε πια με μια γραμμή παραγωγής, εκεί που κάποτε δούλευαν τρεις και τέσσερις. Άρχισαν και οι πρώτες εντάσεις με το σωματείο εργαζομένων της επιχείρησης. Αιτία οι απολύσεις και το σφίξιμο στις παροχές που αναγκαστικά έγιναν. Με το σωματείο ποτέ δεν είχαμε προβλήματα από τότε που ανέλαβα την εταιρεία. Οι καλοί μισθοί, οι άδειες, η βοήθεια σε όποιον είχε έκτακτη ανάγκη, ο σεβασμός στα δικαιώματα, οι ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, η πολύχρονη εργασιακή σχέση με τους περισσότερους, έκαναν το σωματείο να επιδιώκει πάντα τη συνεννόηση από τη σύγκρουση. Αυτό που δεν ήθελα με τίποτα να συμβεί στην επιχειρηματική μου ζωή, η σύγκρουση με τους εργαζόμενους, για πρώτη φορά, είχε έρθει πολύ κοντά. Ποτέ δεν μπέρδεψα τους ρόλους, με πρόφαση την καλή συμπεριφορά απέναντι τους. Γνώριζα ως που φτάνει το κοινό μας συμφέρον. Εγώ ήμουν το αφεντικό, ο εκπρόσωπος της οικονομικής ελίτ, ο πλούσιος εργοδότης. Οι εργαζόμενοι, ακόμα και οι υπάλληλοι των γραφείων, οι μισθοσυντήρητοι άνθρωποι της εργατικής τάξης και κάποιοι λίγοι μικροαστοί. Αυτό ήταν ξεκάθαρο και καθόλου δεν ενδιέφερε, ίσως μόνο εμένα, το γιατί και πώς βρέθηκα σ’ αυτή τη θέση και την αποδεχόμουν χρόνια τώρα.

Η Δήμητρα βλέποντας την ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗ να κλονίζεται, εξαγριώθηκε. Χωρίς να έχει πάρει χαμπάρι τι είχε συμβεί και κυρίως τι ερχόταν, έριξε την ευθύνη πάνω μου. Ξανάρχισε να έρχεται στο εργοστάσιο, να γυρίζει όλη την ημέρα στους διάφορους χώρους, να μαλώνει και να παρατηρεί όποιον κατά τη γνώμη της δεν έκανε καλά τη δουλειά του. Καταστάσεις πρωτοφανείς, το ρεζιλίκι το έφαγα, έκανα υπομονή όμως. Έπρεπε να σώσω την επιχείρηση και τους ανθρώπους. Τα καπρίτσια και οι ακρότητες της Δήμητρας κάποια στιγμή θα τέλειωναν. Έκανα τη δουλειά μου, όπως είχα μάθει, κουβαλώντας τόσων χρόνων εμπειρία. Οι στιγμές ήταν κρίσιμες, δε σήκωναν πανικό και βεβιασμένες ενέργειες. Είχα και κάποιους άσους που τους κρατούσα για τα χειρότερα. Τα χειρότερα που ευτυχώς δεν ήρθαν. Κατεβάζοντας συνολικά το οικονομικό επίπεδο στην ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗ σε προσωπικό, παραγωγή, έξοδα, πωλήσεις, κατάφερα να τη σταθεροποιήσω. Φυσικά χωρίς κέρδη, με μικρή μάλλον χασούρα, που άφηνε περιθώρια για ανάκαμψη, μόλις οι συνθήκες καλυτέρευαν. Εκείνο που δεν μπορούσα να χωνέψω ήταν η αλλαγή της Δήμητρας. Λες και βρήκε ευκαιρία ό,τι απωθημένο είχε μέσα της, να βγει στην επιφάνεια. Ακόμα και στην έκρηξη του θυμού, δεν μπορούσα να δεχτώ το «άχρηστε» που μου απηύθυνε. Δεν μπορούσα να καταπιώ την αχαριστία, πέρα από τα χρόνια του γάμου μας, τα παιδιά και ό,τι άλλο κάναμε μαζί. Δε δικαιολογούνταν ούτε και από το ότι εδώ και καιρό η σχέση μας ξέφτιζε. Η ψυχρότητα και η τυπικότητα θα συνόδευαν πλέον την κοινή μας ζωή.

Η Αντιγόνη, ζούσε από κοντά τις φουρτούνες, που βρήκαν τη δουλειά και μένα. Μαζεμένη, με ύφος που έδειχνε κατανόηση στις επιθέσεις που είχα δεχτεί από τη Δήμητρα, δίσταζε και να μου μιλήσει. Περίμενε να της απευθύνω το λόγο ή κάποια ερώτηση για να μου απαντήσει. Τη φώναζα εγώ όποτε ήθελα κάτι να της πω.

«Που λες Αντιγόνη, χθες η Αννούλα μου, που σε κανα χρόνο τελειώνει τη Νομική, μου είπε στο τηλέφωνο πως αποφάσισε να μείνει μόνιμα στη Θεσσαλονίκη και να ζήσει εκεί. Της είπα πως αν το θέλει πραγματικά και πιστεύει πως θα είναι ευτυχισμένη, με την ευχή μου. Καλά δεν έκανα; Όποιος έφυγε τελικά, βρήκε το δρόμο του. Η αδελφή μου η Ελένη, η κουνιάδα μου η Αφροδίτη, η κόρη μου η Άννα, ακόμα και η γιαγιά. Μόνο εγώ γύρισα...»

«Μη μου λέτε τέτοια, κύριε Λευτέρη, ξεχνάτε πως είμαι γυναίκα!»

«Ε, και;»

«Τι και... Συγκινούμαι!»

Πρώτη φορά στα τόσα χρόνια δουλειάς έκανα τέτοια υπέρβαση. Της χάιδεψα τρυφερά το μάγουλο. Το δέχτηκε, αμέσως μετά σηκώθηκε και πήγε στο γραφείο της. Ένα ξεψυχισμένο «συγνώμη», δεν το άκουσε.

Πριν προλάβω να συνέλθω, η Δήμητρα στο κινητό. Πανικόβλητη. «Λευτέρη η μητέρα μου κάτι έχει πάθει. Κάνει σαν λυσσασμένη, τα γκρέμισε όλα στο σπίτι. Έλα γρήγορα, δεν μπορώ να την κάνω καλά».

Τηλεφώνησα στο Γιώργο, τον παρακάλεσα να έρθει και αυτός στο σπίτι. Άφησα την Αντιγόνη να απορεί με όσα συνέβαιναν και τρέχοντας, μπήκα στο αυτοκίνητο. Ο Γιώργος είχε φτάσει πριν από μένα. Κατάφεραν με τη Δήμητρα να την ακινητοποιήσουν και να της κάνει μια ένεση, που ήδη την είχε ηρεμήσει αρκετά. Την ξαπλώσαμε στο κρεβάτι της, δίπλα της η γυναίκα, που από την εποχή που ζούσε ο Λαμπρινός βρισκόταν κοντά της και τη φρόντιζε. Η διάγνωση του Γιώργου, απ’ αυτά που είδε, ακραία επιθετική συμπεριφορά πιθανόν αποτέλεσμα του χρόνιου αλκοολισμού της. «Περισσότερα ο ψυχίατρος παιδιά. Αν θέλετε να σας στείλω σε έναν καλό φίλο, στο Δρομοκαΐτειο. Για την ώρα είναι εντάξει η γιαγιά, όμως μπορεί να το ξανακάνει. Και συ, Λευτέρη, σαν πολύ καιρό δεν έχεις να κάνεις εξετάσεις; Για κανόνισε πότε μπορείς, θα περιμένω».

Αυτό μας έλειπε τώρα. Ανοίξαμε δουλειές. Έπρεπε όμως να κάνουμε ό,τι χρειαζόταν για τη μητέρα της Δήμητρας και αυτό κάναμε. Δυο μέρες μετά κλείσαμε ραντεβού με το γιατρό στο Δρομοκαΐτειο. Η Δήμητρα δεν πήγαινε αν δεν πήγαινα κι εγώ μαζί της. Μπήκαμε μέσα στο χώρο του νοσοκομείου με τη Mercedes, δίπλα μου η Δήμητρα και πίσω η μητέρα της με τη γυναίκα που τη φρόντιζε. Πάρκαρα δίπλα στα Εξωτερικά Ιατρεία. Το μεγάλο αυτοκίνητο προκάλεσε το ενδιαφέρον σε όσους το έβλεπαν. Απέραντο πράσινο και ηρεμία. Ακόμα και τα κτήρια που ξεπροβάλουν από τα δέντρα ενσωματωμένα αρμονικά στο περιβάλλον. Κάγκελα παντού στα παράθυρα. Ανθρώπινες φιγούρες ξεπηδούσαν από τις γωνίες. Το απόλυτο δράμα, γυναίκες, άνδρες, νέα παιδιά και γέροι, άλλοι με γρήγορο βήμα, άλλοι αργά. Κάποιοι μονολογώντας, κάποιοι άλλοι χειρονομώντας. Μερικοί γέλαγαν, πλησίαζαν και ζητούσαν τσιγάρο ή κανα δεκάλεπτο. Όλοι γύρω από το κυλικείο, για έναν καφέ, χυμό, τσιγάρο και μετά στο παγκάκι. Υπάλληλοι να κυκλοφορούν πηγαίνοντας στη δουλειά τους. Να μιλούν με αγάπη στους ασθενείς, με τα μικρά τους ονόματα κι εκείνοι ν’ ανταποδίδουν και να χαίρονται με την αγνότητα των παιδιών. Οι περισσότεροι φτωχικά ντυμένοι, ναυάγια ξεχασμένα, παρατημένα στο περιθώριο της ζωής. Ένα βάρος για την κοινωνία, που κάποιοι αντέχουν να το σηκώνουν. Αραιά και πού μια κραυγή από κάποιο θάλαμο, σου ματώνει την ψυχή. Σκίζονται τα σωθικά σου, πώς και πόσο να την αντέξεις τέτοια δυστυχία! Μάθημα ζωής που αν δεν το δεις εκεί, όπως εγώ, δεν το καταλαβαίνεις.

Ο γιατρός αφιέρωσε πάνω από μια ώρα στη μητέρα της Δήμητρας. Μου έκανε εντύπωση. Περίμενα μια τυπική εξέταση δημόσιου νοσοκομείου. Πόσο μάλλον για μια γερασμένη, πάνω από ογδόντα πέντε ετών, αλκοολική. Δεν αντιστάθηκα να το πω στο γιατρό. «Για μας, ο ασθενής είναι ο άνθρωπος που χρειάζεται βοήθεια. Έχουμε καθήκον να του προσφέρουμε όση ανακούφιση μπορούμε, ανεξάρτητα από ηλικία και χωρίς καμιά διάκριση, οικονομική, φυλετική, οποιαδήποτε... Ξέρετε, η μεγαλύτερη ανταμοιβή μας είναι όταν βλέπουμε στα πρόσωπά τους την ικανοποίηση πως τους φερθήκαμε με σεβασμό, με χαμόγελο, με ανθρωπιά. Είμαστε για πολλούς οι δικοί τους άνθρωποι, οι μοναδικοί τους άνθρωποι. Τώρα, στην ηλικία της γιαγιάς δεν μπορούμε να κάνουμε και πολλά. Ταλαιπωρία θα είναι και για την ίδια. Της γράφω κάτι χάπια για να ελέγχουμε τη συμπεριφορά της και σεις από την πλευρά σας κάντε ό,τι μπορείτε να πίνει λιγότερο. Θα τα ξαναπούμε σε δυο μήνες, αν έχουμε και πάλι κάποια κρίση θα ήθελα να με ειδοποιήσετε αμέσως. Τα τηλέφωνά μου βρίσκονται πάνω στη συνταγή».

Ευχαρίστησα το γιατρό, μπήκαμε στο αυτοκίνητο και πριν ξεκινήσουμε μας πλησίασε μια κοπέλα, ήταν δεν ήταν τριάντα χρονών. Έξω από το κλειστό τζάμι μου έκανε νόημα να της δώσω τσιγάρο. Κατέβασα το τζάμι και της έδωσα όλο το πακέτο που είχα ανοιχτό. Αυτό ήταν, πλησίασαν κι άλλοι, άνοιξα την πόρτα και βγήκα. Η Δήμητρα τρόμαξε, φοβήθηκε, χώθηκε κυριολεκτικά στο κάθισμα της. Τους είπα να με ακολουθήσουν στο κυλικείο. Τους κέρασα όλους από κάτι. Θα ‘ταν επτά με οκτώ. Πόσα «ευχαριστώ» μου είπανε, πόσες ευχές μου δώσανε! Είδα στα πρόσωπά τους αυτό που μου είχε πει ο γιατρός και γέλασα. Πόσοι άραγε το ξέρουν; Εδώ υπάρχει σεβασμός στην ανθρώπινη ύπαρξη. Μόνο έτσι νικιέται το δράμα.

Φύγαμε, ανάμικτα συναισθήματα και ευγνωμοσύνη, για τον ψυχίατρο, τους υπαλλήλους και τον Περικλή, τη Φούλα και τη Σμαράγδα, που μου χάρισαν το χαμόγελο τους και το «ευχαριστώ» τους. Η Δήμητρα αφού ξεπέρασε το μικρό σοκ που έπαθε, φαινόταν συγκινημένη. Δε μιλήσαμε καθόλου μέχρι το σπίτι. Την επομένη τηλεφώνησα στο Γιώργο, να μου κλείσει τα ραντεβού στο νοσοκομείο για τις εξετάσεις που έπρεπε να κάνω. Στο σπίτι, η Δήμητρα μου ανακοίνωσε ότι θα χρειαστεί και δεύτερη γυναίκα για τη μητέρα της και πως ειδοποίησε την Αφροδίτη, για την κατάσταση της.

Οι εξετάσεις στο Νοσοκομείο Αλεξάνδρα άρχισαν νωρίς το πρωί. Μικροβιολογικές, παθολογικές και τέλος καρδιολογικές. Αίμα, ούρα, υπέρηχοι, ψηλάφηση, ακτινογραφία θώρακος, τρίπλεξ, τεστ κοπώσεως και στο τέλος μου βάλανε και ένα χόλτερ να μετρήσουμε την πίεση για ένα εικοσιτετράωρο. Ο Γιώργος έδειχνε σε γενικές γραμμές ικανοποιημένος. Ο Σέργιος ο παθολόγος, παλιός φίλος από τη Θεσσαλονίκη κι αυτός, το ίδιο. Θα περιμέναμε και τα αποτελέσματα που θα έβγαιναν την επομένη για να έχουμε την ακριβή εικόνα. Τους πήρα με το ζόρι να πιούμε έναν καφέ απέναντι από το νοσοκομείο. Τα είπαμε λίγο, θυμηθήκαμε τα παλιά, ιδιαίτερα με το Σέργιο που είχα να τον δω και κάμποσα χρόνια. Την άλλη μέρα το μεσημέρι πήγα για τις απαντήσεις. Τίποτα το πολύ ανησυχητικό, με φόρτωσαν όμως με φάρμακα για την πίεση, τη χοληστερίνη, το ουρικό οξύ, μου είπαν ότι πρέπει να χάσω δέκα κιλά, να κόψω το τσιγάρο, να ελαττώσω αλάτι και ζάχαρη και φυσικά το αλκοόλ. Δηλαδή φαντάσου να είχα και τίποτα σοβαρό! Ευχαρίστησα τους φίλους, μου δώσανε ένα μεγάλο φάκελο που είχε μέσα όλες τις εξετάσεις που είχα κάνει και πήρα το δρόμο για το φαρμακείο του Δημήτρη στο Γαλάτσι, να πάρω τα φάρμακα.

«Γεια σας, με γνωρίζετε...» δεν πρόλαβα να τελειώσω τη φράση και η κουκλάρα μεγάλη κόρη του Δημήτρη είχε πέσει στην αγκαλιά μου, μ’ έσφιγγε και δε σταμάταγε να με φιλά.

«Κύριε Λευτέρη, γιατί χαθήκατε... Μας λείπετε, και στη μαμά. Ο κύριος Γιώργος, ο κύριος Στράτος, τι κάνουν; Σας σκεπτόμαστε πολλές φορές».

«Έχεις δίκιο κορίτσι μου, αλλά οι δουλειές, οι υποχρεώσεις, μη νομίζεις πως βλεπόμαστε και με τους άλλους όπως παλιά. Η μαμά τι κάνει; Η μικρή σου αδελφή; Στο όνομα σου είναι πλέον το φαρμακείο;»

«Ναι, κύριε Λευτέρη, στο όνομα μου, η μητέρα είναι καλά, όσο μπορεί εδώ που τα λέμε, της λείπει ο πατέρας μου, όπως και σε μας. Έρχεται κάθε μέρα στο φαρμακείο, περνάει και την ώρα της. Η μικρή σπουδάζει στην Πάτρα και αυτή Φαρμακευτική και περιμένω να τελειώσει και να έρθει να δουλέψουμε μαζί».

Ετοίμασε τα φάρμακα, μου έδωσε τις οδηγίες, κόντεψα να κλάψω από τη συγκίνηση, αγκαλιαστήκαμε, φεύγοντας της υποσχέθηκα να ξαναπεράσω σύντομα να δω και τη μητέρα της. Επιστρέφοντας το βράδυ στο σπίτι εισέπραξα ένα τυπικό «πώς πήγαν οι εξετάσεις;» και απάντησα με ένα σκέτο «καλά». Τηλεφώνησα στην Ελένη και το Θεόφιλο, τους διάβασα τις διαγνώσεις, τις εντολές και τα φάρμακα και συμφώνησαν απόλυτα μ’ αυτά που μου είχαν πει ο Γιώργος κι ο Σέργιος.

«Καλημέρα, κύριε Λευτέρη, αν κρίνω από την όψη σας, μάλλον είμαστε καλά, έτσι δεν είναι;»

«Προς το παρόν θα ζήσω, αργότερα βλέπουμε. Φτιάξε μου καφέ και φέρε αν υπάρχει κανα κουλουράκι, παξιμαδάκι, φρυγανιά, ό,τι να’ ναι. Έφυγα χωρίς πρωινό από το σπίτι».

Η μέρα πέρασε όπως όλες τον τελευταίο καιρό στο εργοστάσιο. Χωρίς κάτι το ιδιαίτερο. Σκεφτόμουν επιστρέφοντας στο σπίτι, ότι είχε έρθει η ώρα να μιλήσω στη Δήμητρα, για τη σπατάλη που συνέχιζε να γίνεται, σαν να ήμαστε ακόμα στις καλές εποχές, με τη μεγάλη οικονομική άνεση. Η Δήμητρα ήταν σπίτι, ντυμένη έβλεπε τηλεόραση. Έβαλα ένα ουίσκι, κάθισα δίπλα της στον καναπέ και ξεκίνησα:

«Δήμητρα, επειδή οι εποχές άλλαξαν, το διαπίστωσες κι εσύ που ερχόσουν τελευταία στο εργοστάσιο, πρέπει όσο μπορούμε να περιορίσουμε τα έξοδα. Η δεύτερη γυναίκα για τη μητέρα σου, να έρχεται μόνο το πρωί, το χαρτζιλίκι του Μιχάλη που είναι όσο να ζήσουν δυο οικογένειες, να πάει στο μισό, δε χρειάζεται κάθε μέρα εσύ να ανεβαίνεις στην Πάρνηθα κι εγώ να πηγαίνω στη λέσχη, ρούχα και αξεσουάρ έχουμε για τρεις γενιές, δε χάθηκε ο κόσμος αν δεν πάρουμε καινούργια για ένα διάστημα, ούτε θα πάθουμε τίποτα αν ελαττώσουμε λίγο το ηλεκτρικό, το νερό και τα τηλέφωνα».

Όση ώρα μίλαγα παρατηρούσα τη Δήμητρα να βράζει. Φουρτούνα, βγήκαν τα κύματα στη στεριά.

«Να κόψεις το λαιμό σου και να βρεις λεφτά. Ούτε από τη μάνα μου ούτε από το γιο μου θα στερήσω τίποτα. Αν εσύ αποδείχτηκες ανίκανος να διευθύνεις μια επιχείρηση σαν αυτή που μας άφησε ο Λαμπρινός, εμείς δε φταίμε. Πήρες μια αυτοκρατορία και την κατάντησες ψιλικατζίδικο. Σου δώσαμε μια εταιρεία που δούλευαν εκατόν είκοσι άνθρωποι και τώρα δουλεύουν εξήντα. Αλλά το λάθος είναι δικό μου που σε άφησα εν λευκώ να διαχειρίζεσαι την περιουσία όλων μας. Αντί να κρατάς τα κέρδη, εσύ τα μοίραζες στους εργάτες για να τους παριστάνεις τον καλό. Αμ, έτσι, δεν προκόβουν οι επιχειρήσεις! Με παρέσυρες με τα όμορφα λόγια. Σαν τώρα τα θυμάμαι μη σκεφτείς ότι μπορεί να σου κάνω κομπλιμέντα για να κερδίσω κάτι από σένα. Δεν υπάρχει περίπτωση να σε κοροϊδέψω για να πετύχω οτιδήποτε. Χαζή που ήμουνα! Σε πόσες άλλες είπες τα ίδια; Και σ’ αυτό το τσουλί που μάζεψες για γραμματέα, τέτοια του λες; Λοιπόν για να τελειώνουμε, ανέθεσα σε μεσίτη την πώληση του ακινήτου στο Κολωνάκι, όχι πως σε αφορά, απλά να ξέρεις πως δε σ’ έχω ανάγκη. Ας είναι καλά ο Λαμπρινός, εκεί που βρίσκεται. Εσύ φρόντισε να μην κάνεις τα πράγματα χειρότερα».

Δε μίλησα. Σηκώθηκα και έβαλα ένα ακόμη ουίσκι. Προτίμησα να μην απαντήσω. Ήταν φανερό πως δεν μπορούσε να γίνει διάλογος. Σκληρά και άδικα τα λόγια της Δήμητρας. Δε λέγονται για τον άνθρωπο που πέρασες μαζί του ολόκληρη ζωή. Που έχεις παιδιά μαζί του, που ερωτεύτηκες και σ’ ερωτεύτηκε! Και καλά οι απόψεις της για τις ικανότητες μου, πώς όμως να δεχτώ τις κατηγορίες για υποκρισία και συμφέρον! Είναι δυνατόν να αμφισβητεί και τις προθέσεις μου; Τόσο βαριές κουβέντες δε φανταζόμουν πως θα τις άκουγα από άνθρωπο στη ζωή μου. Να τις ακούω από τη Δήμητρα; Μετά από τριάντα χρόνια; Τα έχει ξεχάσει όλα; Πριν πέντε χρόνια στη Θεσσαλονίκη δε μου είπε Λευτέρη μου, σε γενικές γραμμές, καλά τα πήγαμε... Ίσως να γινόταν και καλύτερα. Αυτό που έχει σημασία είναι το ότι είμαστε ακόμα μαζί και χαιρόμαστε για την κόρη μας. Αυτό φτάνει. Να θυμηθώ και το πρώτη φορά αισθάνομαι έτσι, νιώθω γεμάτη με τόσο διαφορετικά συναισθήματα, χάρη σε σένα όταν πρωτογνωριστήκαμε; Κι εκείνο το Λευτέρη μη συνεχίσεις, παραδίνομαι. Ποιος καλός θεός σε έφερε στο δρόμο μου; Αμ, το άλλο όταν της έκανα πρόταση γάμου: Ο ερχομός σου, είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορούσα να περιμένω στη ζωή μου. Όλα στο σφουγγάρι της λήθης!

«Λυπάμαι, Λευτέρη, αλλά αυτή είναι η αλήθεια. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, πρέπει να δεχτούμε ότι κέρδισες πολύ περισσότερα απ’ αυτά που άξιζες. Οι λέξεις μπορεί να πληγώνουν στην υπερβολή τους, αλλά η ουσία δεν αλλάζει. Αποδείχτηκες τελικά λίγος».

Ήταν ήδη όρθια όταν τα έλεγε αυτά, άνοιξε την πόρτα, είπε «καληνύχτα» και έφυγε. Ήταν το τέλος της σχέσης μας. Ο δρόμος, τον οποίο τον τελευταίο καιρό περπατούσαμε παράλληλα, έγινε διπλός. Ο καθένας θα έπαιρνε το δικό του. Αν δε χωρίσαμε, ήταν μόνο γιατί υπήρχαν δεσμεύσεις και υποχρεώσεις, που κανένας δεν είχε τη διάθεση να μπλέξει για να τις ξεμπλέξει.

 

Η αναμονή...

 

Έ

νιωσα ένα χέρι στον ώμο μου και συγχρόνως άκουσα τη φωνή της Αντιγόνης:

«Κύριε Λευτέρη, είστε καλά; Μόνος είστε εδώ; Η κυρία Δήμητρα πώς είναι;»

«Ήρθες Αντιγόνη! Μόνος είμαι, περιμένω κάποιο νέο. Η Δήμητρα είναι στο χειρουργείο».

«Πόση ώρα είναι στο χειρουργείο, πότε συνέβη το ατύχημα; Κοντεύει να ξημερώσει!»

«Με ειδοποίησαν κατά τις τέσσερις, ήρθα αμέσως, πάνω από ώρα είναι μέσα».

«Δε σας είπαν κάτι συγκεκριμένο;»

«Όχι, υπομονή και θα δούμε».

«Πάμε να ρωτήσουμε, κάποιο νέο θα υπάρχει, δεν μπορεί!»

Ανεβήκαμε στα χειρουργεία και περιμέναμε ν’ ανοίξει η πόρτα που έγραφε «απαγορεύεται η είσοδος» για να ρωτήσουμε όποιον έβγαινε από εκεί. Δεν περιμέναμε πολύ. Ο νεαρός γιατρός που σε λίγο βγήκε, ηλικίας γύρω στα τριάντα πέντε, ήταν αρκετά κατατοπιστικός, μα καθόλου αισιόδοξος. Η Δήμητρα είχε ένα κάταγμα στο χέρι, ένα ελαφρύτερο στο πόδι και τρία πλευρά σπασμένα, που δεν τους ανησυχούσαν ιδιαίτερα. Ευτυχώς δεν είχε χτυπήσει στο κεφάλι, υπήρχε όμως μια σοβαρή διπλή κάκωση στη σπονδυλική στήλη, που θα ξεκινούσαν να χειρουργήσουν μόλις ερχόταν -τον περίμεναν από στιγμή σε στιγμή- ο διευθυντής της κλινικής, ο καθηγητής Χρυσοστόμου. Δεν μπορούσε να κάνει καμία πρόβλεψη για την εγχείρηση και επειδή το χειρουργείο θα κράταγε πολλές ώρες, μας συνέστησε να ηρεμήσουμε και να οπλιστούμε με υπομονή. Θα μας ειδοποιούσε αυτός για κάθε εξέλιξη.

Κατεβήκαμε, πήραμε από έναν καφέ στο κυλικείο και καθίσαμε σε έναν πάγκο στην είσοδο του νοσοκομείου. Το μάτι μου συνέχεια στο ρολόι. Περίμενα να περάσει λίγο η ώρα για να ειδοποιήσω τους δικούς μας για το ατύχημα και ότι η Δήμητρα είχε χτυπήσει και βρισκόταν στο χειρουργείο. Σηκώθηκα, αισθανόμουνα τα νεύρα μου τεντωμένα και ένα σφίξιμο στο κεφάλι. Παρακάλεσα την Αντιγόνη να με πάει μέχρι την Τροχαία Κηφισιάς να μας πουν τι έγινε, να δω το αυτοκίνητο και να πάρω τα προσωπικά είδη της Δήμητρας. Πηγαίνοντας, άρχισα να τηλεφωνώ. Πρώτα στην Ελένη, της ζήτησα να πάρει και την Άννα να την ενημερώσει κι αν μπορούσαν να έρχονταν, αν ήταν δυνατόν την ίδια μέρα. Μετά πήρα την Αφροδίτη στην Αμερική. Το Στράτο, το Γιώργο, που μου είπε πως θα ερχόταν αμέσως, μια φίλη της Δήμητρας την Κορίνα και στο εργοστάσιο να πω τα νέα και πως δε θα πήγαινα. Μίλησα με το διευθυντή παραγωγής, που τον είχα στην ιεραρχία μετά από μένα και του ανέθεσα να αποφασίζει αυτός για τα τρέχοντα θέματα της εταιρείας. Μόνο αν υπήρχε κάτι πολύ σοβαρό να μ’ ενοχλούσε. Δε χρειαζόταν φιλοσοφία για να καταλάβω ότι μια νέα περιπέτεια μόλις άρχιζε. Με τόση εμπειρία, στα εξήντα, αν δεν ξέρεις ακριβώς, υπολογίζεις τι περίπου έρχεται.

Το αυτοκίνητο κατεστραμμένο, ο Αξιωματικός της Τροχαίας, μαζί με τις ευχές του, μου είπε πως είναι θαύμα που ζει. Είχε ολισθηρότητα ο δρόμος, μα ούτε κάποιος την έκλεισε, ούτε υπήρχε φρενάρισμα στο δρόμο. Μου έδωσε την τσάντα της, ταυτότητα και δίπλωμα. Το αυτοκίνητο θα έμενε εκεί, όποτε ήθελα να έστελνα να το πάρουν. Τον ευχαρίστησα και πήραμε το δρόμο της επιστροφής για το ΚΑΤ.

«Κύριε Λευτέρη, τα πέντε χρόνια που είμαι κοντά σας, έχω ακούσει πολλά, μου έχετε πει πολλά και έχω καταλάβει περισσότερα. Ξέρω ότι εδώ και καιρό η σχέση σας με την κυρία Δήμητρα ήταν τελείως τυπική. Δεν το λέω γιατί μου πέφτει λόγος ή για κάτι άλλο. Μήπως αυτό το ατύχημα ήρθε μετά από κάποιο τσακωμό σας, μήπως ήταν σε κατάσταση που δεν μπορούσε να ελέγξει τις αντιδράσεις της; Χωρίς να θέλω να σας ρίξω ευθύνη, χωρίς να υπονοώ τίποτα».

«Αντιγόνη, περισσότερο από ένα χρόνο έχουμε ν’ ανταλλάξουμε κουβέντα με τη Δήμητρα. Δυο τρεις φορές μόνο, λόγω των παιδιών, μιλήσαμε. Δεν έχουμε κοινή ζωή, δεν κοιμόμαστε μαζί, δεν τρώμε μαζί, δεν κάνουμε τίποτα μαζί, δε μας ενδιαφέρει τι κάνει ο άλλος, ζούμε σε διαφορετικούς κόσμους. Για πολλά μπορώ να κατηγορήσω τον εαυτό μου, όχι γι’ αυτό. Η Δήμητρα γύριζε από την Πάρνηθα. Δεν ξέρω αν είχε χάσει και πόσα, θα μάθω βέβαια».

«Συγγνώμη, κύριε Λευτέρη, πήρα θάρρος που δεν έπρεπε. Χαζή που είμαι να πιστέψω ότι μπορώ να ξέρω τι γίνεται μέσα στη ζωή ενός ζευγαριού απ’ αυτά μόνο που ακούω!»

Την ώρα που φτάσαμε στο νοσοκομείο, έφτανε κι ο Γιώργος. Του είπα τα της Τροχαίας και μπήκε στο χειρουργείο. Ο καθηγητής Χρυσοστόμου είχε έρθει και ήταν ήδη μέσα. Τσιγάρο και καφές, ξανά τσιγάρο και καφές. Αυτό το αδυσώπητο εξαντλητικό περίμενε. Τι; Να ακούσεις την είδηση, που αφορά αυτόν που βρίσκεται στο χειρουργείο. Κι εσύ, να αγωνιάς και να ελπίζεις. Δεν μπορεί τόση ατυχία… Γιατί, Θεέ μου! Γιατί σε μας; Όλοι στον ίδιο παρονομαστή, έξω από τα χειρουργεία του ΚΑΤ. Ο Στράτος κατέφθασε και προσπάθησε να δώσει ένα τόνο αισιοδοξίας. Ο ξάδερφός του που είχε κάτι παρόμοιο και τουμπάρισε με τη μηχανή και... Το σταμάτησε. Τα τηλεφωνήματα από φίλους και γνωστούς, που μάθαιναν το νέο και έπαιρναν να μάθουν λεπτομέρειες, το ένα μετά το άλλο. Μέσα στην κατάσταση που είσαι, να πρέπει να επαναλαμβάνεις και να απαντάς στις ίδιες ερωτήσεις και με διάθεση μεταξύ στεναχώριας και αισιοδοξίας.

Πνιγόμουν, έβλεπα την Αντιγόνη καρφωμένη πάνω μου. Αισθανόταν ηλίθια μ’ αυτά που μου είχε πει. Με παρατηρούσε, με παρακολουθούσε σαν να προσπαθούσε να ερμηνεύσει ακόμα κι εκείνα, που κι εγώ μετά από τόσα χρόνια δυσκολευόμουν να καταλάβω για τον ίδιο μου τον εαυτό. Λες και είχε βάλει πείσμα, στοίχημα, να βρει ό,τι κρυβόταν πίσω από τον καθώς πρέπει κύριο Λευτέρη. Θα το κατάφερνε σε τέτοιες στιγμές, που οι αδυναμίες βγαίνουν στον αφρό και το συναίσθημα φανερώνει ό,τι κρύβει με επιμέλεια ο μύθος, η τάξις, οικονομική και κοινωνική. Η Ελένη μου είπε στο τηλέφωνο ότι το απόγευμα θα ήταν στην Αθήνα με την Άννα. Η Αφροδίτη ότι κατάφερε να βρει εισιτήριο και θα έφθανε την επομένη από τη Νέα Υόρκη. Ήρθε και η Κορίνα με μια άλλη φίλη της Δήμητρας. Αιώνας οι ώρες της αναμονής. Ακόμα κι ο Γιώργος, που βγήκε από το χειρουργείο μετά από αρκετή ώρα, δε μας φώτισε και πολύ, απλά μας καθησύχασε ότι προσπαθούν να κάνουν το καλύτερο. Τηλεφώνησα στο Μιχάλη, το σήκωσε και του είπα τα νέα. Θα έπινε έναν καφέ και θα ερχόταν με ταξί.

Κόντευε μεσημέρι, επιτέλους βγήκε ο καθηγητής Χρυσοστόμου από το χειρουργείο, ο νεαρός γιατρός που τον συνόδευε του είπε ποιος είμαι. Οι απαντήσεις στα πολλά ερωτήματα σαφείς και σύντομες. «Αποφύγαμε το μοιραίο, θα χρειαστεί πολύς χρόνος για να αποκατασταθούν τα κατάγματα κι άλλα χειρουργεία. Δεν ξέρουμε ακόμα το μέγεθος της ζημιάς στη σπονδυλική στήλη και το νωτιαίο μυελό. Είμαι συγκρατημένα αισιόδοξος ότι μπορεί να γλιτώσει την ολοκληρωτική παράλυση στα κάτω άκρα». Πάγωσα, όσο κι αν από το πρωί έβαζα στο μυαλό μου όλα τα ενδεχόμενα, το τελευταίο που άκουσα με συγκλόνισε. Η Δήμητρα ανάπηρη, σε καρότσι! «Σε περίπου μισή ώρα θα βγει από το χειρουργείο και θα πάει στη μονάδα. Μετά από δυο ώρες, θα μπορέσετε να τη δείτε. Φυσικά θα είναι σε καταστολή. Σας εύχομαι καλό κουράγιο, θα τα ξαναπούμε» τα λόγια του.

Γύρισα το κεφάλι και είδα το Μιχάλη δακρυσμένο. Τον αγκάλιασα, ούτε και θυμόμουν από πότε είχαμε ν’ αγκαλιαστούμε. Έκλαιγε ασταμάτητα. «Γιατί ρε πατέρα; Γιατί στη μαμά;» Τον άφησα με την Κορίνα και τη φίλη της. Η Αντιγόνη είχε αποτραβηχτεί από κοντά μας. Δεν ήξερε τι να πει και τι να κάνει. Κατέβηκα και βγήκα έξω. Κάθισα μόνος μου σε ένα παγκάκι που το προστάτευε παχύς ίσκιος.

«Πώς να τ’ αντέξει αυτό η Δήμητρα; Κι εγώ; Έλεγα ότι έχω περάσει τόσα! Σκατά, τίποτα δεν ήταν μπροστά σε τούτο. Αυτή είναι πραγματική δοκιμασία. Της ψυχής πρώτα». Κουρασμένος όπως ήμουν, έγειρα λίγο το κεφάλι, έκλεισα τα μάτια, πήγα πίσω, ταξίδεψα εκεί που ήθελα να ταξιδέψω. Στη θάλασσα, στο σινεμά, στα Τέμπη, στο Γοργοπόταμο, στο κυλικείο του Χημείου με τους συμφοιτητές μου, στα αμφιθέατρα, στην ελπίδα που γεννιόταν από τους αγώνες, εκείνα τα χρόνια των διαδηλώσεων, του ξεσηκωμού, της πίστης για ένα καλύτερο αύριο που προδόθηκε. Και μετά στο Παρίσι, στην ελευθερία, στην έκφραση του υπερβατικού, στη Νικόλ, στο όνειρο. Στην επιστροφή, τον πατέρα, τα χρώματα, τη φωτιά, τη Δήμητρα και το Λαμπρινό, τη μεγάλη επιχείρηση, τα παιδιά. Στην παρακμή της χώρας, του Λευτέρη, του έρωτα. Όλα και τίποτα το ταξίδι. Εκείνο το ζεϊμπέκικο στο «Χάραμα» με τις τελευταίες πενιές του Τσιτσάνη σε τούτη τη ζωή και τη Δήμητρα να μου χτυπά παλαμάκια.

Λες η τελευταία της χαρά να ήταν στην ορκωμοσία της Άννας για το πτυχίο της Νομικής στο πανεπιστήμιο; Τότε που πήγε με το Μιχάλη στη Θεσσαλονίκη κι εγώ μόνος μου; Μέχρι και σε χωριστά ξενοδοχεία μείναμε, αυτοί στην Αριστοτέλους κι εγώ στο ABC απέναντι από τη Νομική! Ιδιαίτερες οι στιγμές, κάθε γονιός νιώθει περήφανος για το παιδί του, που κάτι σπουδαίο πέτυχε. Ήρθε και κάθισε ο Μιχάλης δίπλα μου. «Πατέρα, θέλω να ξέρεις πως σε αγαπώ, και τη μαμά αγαπώ πολύ. Τι θα γίνει; Θα μείνει ανάπηρη; Τι θα κάνουμε;»

«Καταρχάς θα πρέπει να περιμένουμε και να έχουμε υπομονή. Σημασία έχει ότι ζει, τα υπόλοιπα με τη σειρά τους. Μόνο που πρέπει κι εσύ να βοηθήσεις, θέλω να γίνεις πιο υπεύθυνος. Να συνεννοούμαστε και να κάνεις ό,τι πρέπει. Ό,τι θα χρειαστεί από δω και πέρα». Πρώτη φορά έβλεπα το Μιχάλη να είναι τόσο σοβαρός, έδειχνε να έχει πλήρη συνείδηση του τι είχε συμβεί και του τι θα ακολουθούσε. Μια ζωή δεν έπαιρνε τίποτα στα σοβαρά, σημασία δεν έδινε ακόμα και στα πιο σημαντικά. Σαν να είχε ωριμάσει απότομα. Τα ερωτήματα του Μιχάλη, ήταν και δικά μου. Πολύ νωρίς όμως για να απαντηθούν.

Το τηλέφωνο να χτυπά ασταμάτητα. Ίδια τα λόγια μετά το ευχαριστώ. «Αποφύγαμε τα χειρότερα για τη ζωή της και θα περιμένουμε να δούμε πώς θα αντιδράσει μετά το χειρουργείο». Η αλήθεια δηλαδή, μέχρι εκείνη την ώρα. Ήρθε κι ο Γιάννης από τα χρώματα, επέστρεψε κι ο Στράτος που είχε φύγει για λίγο. Η Κορίνα και η άλλη φίλη, εκεί. Η Αντιγόνη αμίλητη, μόνη της, καθόταν σε μια καρέκλα στο κυλικείο κρατώντας ένα πλαστικό κύπελλο καφέ. Το σκηνικό της βασανιστικής αναμονής που επαναλαμβάνεται ώρες, μέρες, χρόνια, στους διαδρόμους του ΚΑΤ.

Περίμενα να περάσει η ώρα για να μπω στην εντατική, που ήδη είχαν μεταφέρει τη Δήμητρα από το χειρουργείο. Οι συνεχείς κουβέντες όλων που βρίσκονταν απ’ έξω, δε με άφηναν να σκεφτώ τίποτα πια. Οι οδηγίες σαφείς, εκτός από ρόμπα, κάλυμμα στα παπούτσια, σκούφο και μάσκα, λίγη ώρα και καμία επαφή με την ασθενή και προσπάθεια επικοινωνίας. Μπήκα, με λαχτάρα και φόβο. Ευτυχώς το πρόσωπό της ήταν καθαρό, δεν είχε κανένα τραύμα, μια πρώτη ανακούφιση. Σκεπασμένη, με ηλεκτρόδια στο στήθος, οξυγόνο, ορούς και μόνιτορ δεξιά κι αριστερά. Κλειστά τα μάτια, σε βαθύ ύπνο. Έπνιξα τα λόγια που πήγαν να ξεφύγουν. Κάθισα μερικά λεπτά, σηκώθηκα, της χάιδεψα το χέρι. «Σ’ αγαπώ, είμαι εδώ, μαζί σου». Βγήκα, προετοίμασα όσο μπορούσα το Μιχάλη, που θα ήταν ο δεύτερος που επιτρεπόταν να μπει. Δεν άντεξε πολύ, κλαίγοντας έσπρωξε δυνατά την πόρτα βγαίνοντας. Κατέρρευσε, οι γυναίκες προσπάθησαν να τον μαλακώσουν, κλαίγοντας κι αυτές. Στο τηλέφωνο η Ελένη με την Άννα, μόλις είχαν φτάσει με την πτήση από Θεσσαλονίκη. Τους είπα πού θα μας έβρισκαν. Κάθε λεπτό που πέρναγε για να έρθει το επόμενο φαινόταν αιώνας, το ίδιο και το επόμενο. Ο Στράτος με κοίταζε σιωπηλός, καταλάβαινε πώς ένιωθα. Ένα χτύπημα στην πλάτη και μέχρι εκεί.

Επιτέλους η Ελένη με την Άννα κάποια στιγμή έφτασαν και στο νοσοκομείο. Αγκαλιές και δάκρυα. Τους είπαμε πώς είχαν τα πράγματα και η Ελένη, κάνοντας χρήση της ιδιότητας του γιατρού, μπήκε στο γραφείο της εντατικής. Η Αννούλα, πότε σφιχτά πάνω μου και πότε στο Μιχάλη. Πέρασαν άλλα είκοσι λεπτά -αιώνες- μέχρι να βγει η Ελένη. Τα νέα που μας είπε ήταν πως θα έπρεπε ν’ αρχίσουμε να συνηθίζουμε στην ιδέα, πως η Δήμητρα, είχε μεγάλο αγώνα μπροστά της, για να καταφέρει να ξεπεράσει τις συνέπειες του τραυματισμού της και ότι πιθανόν, δε θα ξαναπερπατούσε ποτέ πια στη ζωή της. «Σας τα λέω ψυχρά, ωμά, γιατί πρέπει όλοι μας και πρώτα ο Λευτέρης και τα παιδιά, να οπλιστούν με δύναμη, που θα τη μεταδώσουν και στη Δήμητρα, όταν με το καλό συνέλθει και επικοινωνήσουμε κανονικά μαζί της. Όλοι είμαστε συγκλονισμένοι, όμως σε τέτοιες περιπτώσεις το κλάμα είναι βουβό, χωρίς δάκρυα, μόνος του με τον εαυτό του ο καθένας. Η Δήμητρα θέλει συμπαράσταση για να κερδίσει ένα στοίχημα. Το στοίχημα μιας νέας ζωής. Διαφορετικής από την προηγούμενη, με άλλες προτεραιότητες κι άλλες ανάγκες. Έχει δικαίωμα να τη ζήσει κι εμείς υποχρέωση να σταθούμε δίπλα της. Λοιπόν περίσκεψη και συνεχίζουμε».

«Ελένη μου την είδες; Πώς σου φάνηκε; Η δική σου η γνώμη ποια είναι;»

«Λευτέρη, μόλις σας είπα. Δεν έχω κάτι περισσότερο. Τα κατάγματα θα φτιαχτούν, μόνο που θέλουν χρόνο και προσπάθεια. Ακόμα δεν αρχίσαμε, μην τα σκέφτεσαι. Να ενημερώσω και την Αννούλα που θα πάει αργότερα να δει τη μαμά της. Όσο για τη δική σου μαμά είναι καλά, στεναχωρήθηκε, αν και δεν της είπαμε λεπτομέρειες για το ατύχημα. Έχεις τη συμπαράσταση του Θεόφιλου και πολλά φιλιά από τα παιδιά. Ούτε και τα είδα, στο τηλέφωνο μιλήσαμε».

«Να’ σαι καλά βρε Λενάκι μου, τι θα έκανα χωρίς εσένα!»

«Έλα! Το αντίθετο θέλεις να πεις. Εγώ τι θα έκανα χωρίς εσένα!»

«Καλά, ας συμβιβαστούμε στη μέση, πες μου πώς είστε, εσύ, ο Θεόφιλος, τα παιδιά, η μητέρα!»

«Είμαι ευτυχισμένη, δε μου λείπει τίποτα. Ο Θεόφιλος είναι σε όλα του εντάξει και με το παραπάνω, η δουλειά μας καλά, τα παιδιά μια χαρά, μεγαλώνουν όμορφα με τα προβλήματα της εφηβείας τα μικρά, η μεγάλη στην Ιατρική, θέλει να πάει να μείνει μόνη της. Η μητέρα, διακριτική, δε μας ενοχλεί ιδιαίτερα, πίσω από τα παιδιά τρέχει. Η ζωή της η έννοια τους. Εσείς τι κάνετε; Εκτός του συμβάντος!»

«Εμείς εδώ, η δουλειά άστα, ο Μιχάλης άστα, προβλήματα με τη Δήμητρα και τώρα αυτό. Γενικώς χάλια».

«Σταμάτα να γκρινιάζεις, εσύ πάντα τα καταφέρνεις, δε σε φοβάμαι».

«Δεν ξέρω αυτή τη φορά!»

Όση ώρα μιλούσαμε με την Ελένη, η Άννα μίλαγε με τον αδελφό της.

«Τι λένε εδώ τα αδελφάκια;» τους διέκοψα την κουβέντα.

«Τι να λέμε, βρε μπαμπά! Τι θα γίνει με τη μαμά! Και με σένα» απάντησε η Άννα δίνοντας μου και ένα φιλί στο μάγουλο.

«Αφήστε με εμένα. Ο Μιχάλης θέλω να αποφασίσει με κάτι να ασχοληθεί, τώρα που είσαι κι εσύ εδώ συζητήστε το. Τη μητέρα σας θα την προσέχω εγώ, θα κάνω ό,τι χρειαστεί. Εσύ πώς πας με την άσκηση; Είσαι ευχαριστημένη στο δικηγορικό γραφείο που είσαι; Αν θέλεις κάποια βοήθεια να μου πεις!»

Ο Στράτος, η Κορίνα και η άλλη φίλη, έφυγαν. Δεν υπήρχε λόγος να καθίσουν περισσότερο. Το ίδιο και η Αντιγόνη, που την είδα κάπως σφιχτή από τη στιγμή που ήρθαν η Ελένη με την Άννα. Εμείς θα περιμέναμε την ώρα που θα επιτρεπόταν να μπούμε στην εντατική, να δει τη μητέρα της και η Άννα και να έρθει κι ο Γιώργος, μήπως μάθουμε και τίποτα νεότερο. Ήρθε ο Γιώργος, πέρασε και η ώρα και μπήκε πρώτα η Άννα να δει τη μητέρα της. Συγκινημένη και δακρυσμένη, αμίλητη βγήκε από την εντατική. Στη συνέχεια μπήκα εγώ. Η εικόνα της Δήμητρας ίδια. Ο Γιώργος κάποια στιγμή και αφού είχε μιλήσει με τους γιατρούς της μονάδας, μας ενημέρωσε πως η κατάσταση της είναι σταθερή, δεν υπήρχε κάτι ανησυχητικό και δεν υπήρχε και λόγος να μείνουμε άλλο εκεί, αφού δε θα μπορούσαμε και να την ξαναδούμε. Φύγαμε όλοι μαζί. Πήγαμε πρώτα την Ελένη με την Άννα στο σπίτι της Πανόρμου, εκεί θα έμεναν οι δυο τους κι εγώ με το Μιχάλη γυρίσαμε στο σπίτι στο Ψυχικό.

Αποκαμωμένος, ούτε στο μπάνιο δεν είχα κουράγιο να πάω. Έβαλα ένα ουίσκι, πήρα ένα μπολ με λίγα φιστίκια και ξάπλωσα στον καναπέ. Τι να σκεφτώ πρώτο, δεύτερο, ατέλειωτος ο κατάλογος. Ευτυχώς τουλάχιστον που τα παιδιά έδειξαν ωριμότητα. Ξέσπασαν τη λύπη τους, αλλά κράτησαν την ψυχραιμία τους. Κατάλαβαν το τι μας περίμενε. Τη μητέρα τους πρώτα. Ο Μιχάλης, έβαλε κι αυτός ένα ουίσκι και κάθισε δίπλα μου.

«Πατέρα, είδα τη γιαγιά για λίγο στο δωμάτιο της, δεν της είπα τίποτα για τη μαμά. Τι βλέπεις; Τι θα κάνουμε;»

«Μιχάλη, αυτό που συνέβη, είναι από τα πράγματα που εύκολα γίνονται, αλλά ποτέ δεν τα βάζεις στο νου σου ότι μπορεί να συμβούν σε σένα. Δυστυχώς έτυχε σε μας, στη μητέρα σου. Αυτό σημαίνει ότι η ζωή όλων αλλάζει, μια απίστευτη ταλαιπωρία μας περιμένει, βασικά τη μητέρα σου. Οι οικονομικές συνέπειες, όσο κι αν δεν μπαίνουν στη ζυγαριά με τη ζωή και την υγεία, θα μας επηρεάσουν επίσης και δεν ξέρω σε ποιο βαθμό. Αν μπορώ να ζητήσω κάτι, είναι να περιορίσεις τη σπατάλη, να είσαι κοντά στη μητέρα σου, να σκεφτείς επιτέλους πώς κι εσύ θα φανείς χρήσιμος τουλάχιστον στην οικογένεια σου».

«Θα το κάνω πατέρα».

Το πρωί ξύπνησα αργά, θα ‘ταν έντεκα που έφτασα στο εργοστάσιο. Η Ελένη με την Άννα είχαν πάει στο ΚΑΤ από νωρίς και έτσι είπα να περάσω πρώτα από το εργοστάσιο και μετά να πάω κι εγώ εκεί. Η Αντιγόνη κουμπωμένη, με παραξένεψε το ύφος της. Δεν ήταν όμως ώρα για τέτοιες ψυχαναλύσεις. Μπήκα στο γραφείο μου, ήρθε και ο διευθυντής παραγωγής να με ενημερώσει, έκανα δυο τρία τηλεφωνήματα, έμεινα λίγη ώρα ακόμη κοιτάζοντας κάποιους λογαριασμούς και έφυγα για το ΚΑΤ. Η μετεγχειρητική κατάσταση της Δήμητρας εξελισσόταν ομαλά, χωρίς προβλήματα. Αρχίσαμε να συζητάμε με την Ελένη και την Άννα, τα βήματα που θα κάναμε όταν συνερχόταν η Δήμητρα, μετά που θα μάθαινε τα σκληρά νέα. Θα χρειαζόταν οπωσδήποτε ένας έμπειρος ψυχολόγος για την ίδια αλλά και για μας. Η Αφροδίτη θα έφτανε από την Αμερική το απόγευμα. Τηλεφώνησα στο Μιχάλη να έρθει με ταξί μέχρι το ΚΑΤ, να πάρει το αυτοκίνητο και να πάει στο αεροδρόμιο να υποδεχτεί τη θεία του. Έτσι κι έγινε. Η Αφροδίτη με το Μιχάλη έφτασαν στο ΚΑΤ σχεδόν βράδυ. Την άφησαν να μπει αμέσως στην εντατική. Όταν βγήκε, κλαμένη αλλά νηφάλια, μας είπε πως θα έκανε ότι ήταν ανθρωπίνως δυνατό ώστε η Δήμητρα να ξαναπερπατήσει. Θα την έπαιρνε και στην Αμερική αν χρειαζόταν. Πήγαμε όλοι στο σπίτι στο Ψυχικό. Παραγγείλαμε να μας φέρουν κάτι να φάμε και μετά η Ελένη με την Άννα έφυγαν για την Πανόρμου. Μείναμε οι δυο μας με την Αφροδίτη. Ο Μιχάλης ήταν στο δωμάτιο του. Παρά την κούραση και τη ζαλάδα από το ταξίδι, τη συγκίνηση που κουβάλαγε από το ΚΑΤ, η Αφροδίτη ήθελε να κουβεντιάσουμε.

«Λευτέρη, πρέπει να πούμε τα πράγματα όπως είναι, δεν έχει αξία να κρυβόμαστε, ούτε να παριστάνουμε ότι θα αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα όλοι μαζί. Το πρόβλημα το έχει η Δήμητρα, εμείς στο βαθμό που μπορούμε και θέλουμε, θα βοηθήσουμε. Ξέρω ότι ο γάμος σας έχει τελειώσει εδώ και αρκετά χρόνια, παρά τις κάποιες καλές στιγμές κατά καιρούς. Επίσης ξέρω ότι η σχέση σας τον τελευταίο καιρό ήταν τελείως εχθρική. Με ενημέρωνε τακτικά η Δήμητρα. Συζούσατε μόνο και μόνο για το κοινό οικονομικό συμφέρον. Δεν καταλογίζω ευθύνες, δεν έχω το δικαίωμα. Όταν φτάνει εκεί ένα ζευγάρι που κάποτε ερωτεύτηκε, έκανε παιδιά και όνειρα για τη ζωή, πάει να πει ότι και οι δυο έχουν τις ευθύνες τους. Μπορεί όχι ίδιες, όμως έχουν και οι δυο. Άλλωστε πάντα υπάρχει και το ενδεχόμενο απλά να ήρθε ο κορεσμός, η σχέση να έκανε τον κύκλο της. Στην ουσία τώρα, σ’ αυτό που έχουμε μπροστά μας. Το ακίνητο στο Κολωνάκι, όπως ξέρεις, δεν πουλήθηκε τελικά γιατί οι τιμές που μας έδιναν, μετά τη γενική πτώση της ζήτησης, ήταν πολύ χαμηλές. Επειδή όμως θα χρειαστούν χρήματα και λόγω της ύφεσης στην οικονομία -που οι Αμερικάνοι τη βλέπουν μακροχρόνια- το εργοστάσιο θα χαροπαλεύει, θα πουλήσουμε όσο όσο το ακίνητο στο Κουκάκι, δεν έχει μεγάλη αξία, αλλά είναι μια πρώτη βοήθεια τώρα στην αρχή...»

«Για στάσου, βρε Αφροδίτη, μοιάζει σαν να θέλεις να με παραμερίσεις, σαν να προδιαγράφεις την πορεία μου, ακόμα και τα αισθήματα μου!»

«Όχι, Λευτέρη, ξέρεις ότι πάντα σε σεβόμουν, σε εκτιμώ και δεν αμφισβητώ τις προθέσεις σου. Όμως χρειάζεται σιγουριά και μετρημένες κινήσεις το πρόβλημα της Δήμητρας. Για να έχει ελπίδες, να συνεχίσει τη ζωή της υποφερτά και με ό,τι θα της αφήσει το ατύχημα. Δεν υπάρχει χρόνος για πολλές σκέψεις και καθυστερήσεις. Όλα πρέπει να προβλεφθούν από τώρα, αν είναι δυνατόν πριν καν ξυπνήσει».

«Τι προτείνεις; Τι κατά τη γνώμη σου πρέπει να κάνουμε!»

«Εγώ κι ο άντρας μου, αφιερωθήκαμε στην επιστήμη μας και την έρευνα. Αποφασίσαμε πριν από χρόνια να μην κάνουμε παιδιά, περνάμε τον καιρό μας ήρεμα σε εκδρομές και στις διακοπές μας πηγαίνουμε να γνωρίσουμε κάθε φορά και ένα διαφορετικό μέρος. Είμαστε αγαπημένοι και ευχαριστημένοι από τη ζωή μας, έχουμε αρκετά χρήματα και από την Ελλάδα, τον πατέρα και το μερίδιο στην επιχείρηση και μπορούμε να καλύψουμε το μεγαλύτερο μέρος απ’ αυτά που θα χρειαστούν για τη Δήμητρα. Τώρα, επειδή και τα έξοδα της μητέρας είναι πολλά και καλό είναι να περιοριστούν πριν αρχίσουμε να ξοδεύουμε, είπα να πουλήσουμε το σπίτι στο Κουκάκι. Δεν υπάρχει λόγος να το κρατάμε, έχουμε τόσα άλλα ακίνητα. Αν χρειαστεί θα πουλήσω και το δικό μου σπίτι στο Χαλάνδρι. Για μένα άχρηστο είναι».

«Δεν έχω αντίρρηση, άλλωστε δικό σας είναι, της μητέρας σου. Αισθάνομαι λίγο άβολα, αλλά θα μου περάσει!»

«Λευτέρη, σε καταλαβαίνω απόλυτα. Πίστεψε με, θέλω να σε βγάλω, όσο γίνεται, από το οικονομικό και συναισθηματικό βάρος που σου φορτώθηκε με το ατύχημα της Δήμητρας. Δε φταις και δεν πρέπει να νιώθεις ενοχές. Μην παραλογιζόμαστε κιόλας!»

Φώναξα το Μιχάλη. Συμφώνησε και η Αφροδίτη. Ήταν μια καλή ευκαιρία να τα πει με τη θεία του, κυρίως να του τα πει. Πέρα από τα συνηθισμένα. Να μιλήσουν για ευθύνη. Περίπου στη ηλικία του Μιχάλη εγώ γύρισα από το Παρίσι για να αναλάβω τη δουλειά του νεκρού πατέρα μου.

«Μιχάλη, η θεία σου θέλει να τα πείτε λίγο. Εγώ σας αφήνω».

Τους άφησα. Ανέβηκα στο δωμάτιο μου. Γδύθηκα και ξάπλωσα στο κρεβάτι. Ήταν φανερό ότι η Αφροδίτη μου έδειχνε την έξοδο. Προφανώς είχε αποφασιστεί με τη Δήμητρα πριν το ατύχημα. Θα με ανέχονταν σαν διαχειριστή γιατί δεν υπήρχε άλλος. Ή μέχρι να αποφασίσουν διαφορετικά. Με πλειοψηφία ογδόντα τοις εκατό στην εταιρεία, έκαναν ό,τι ήθελαν. Χωρίς καν να με ρωτήσουν, έστω για τους τύπους. Μόνο που μια ξαφνική απομάκρυνσή μου μόνο κινδύνους μπορεί να έκρυβε για την επιχείρηση.

Το πρωί που σηκώθηκα, ο Μιχάλης ήταν ήδη στην κουζίνα και έπινε καφέ.

«Πώς και έτσι νωρίς Μιχάλη! Ποιος φούρνος γκρεμίστηκε;»

«Πατέρα θα’ ρθω μαζί σου στο εργοστάσιο, η θεία Αφροδίτη θα κοιμηθεί καμιά ώρα ακόμα και μετά θα πάνε στο νοσοκομείο, με τη θεία Ελένη και την Άννα. Εμείς πάμε το μεσημέρι. Δε με θέλεις μαζί σου;»

«Για να είμαι ειλικρινής είχα απογοητευτεί, πίστευα ότι δε θα ερχόσουν ποτέ. Φυσικά και σε θέλω».

Στο δρόμο άλλη μια έκπληξη από το Μιχάλη. «Πατέρα, είναι δύσκολο να μάθει κάποιος, εγώ ας πούμε, να διοικώ το εργοστάσιο;»

«Δύσκολο δεν είναι τίποτα στη ζωή. Αν υπάρχει θέληση και κάποιες εννοείται προϋποθέσεις. Με προσπάθεια και επιμονή, όλα γίνονται. Υπάρχει πάντα κι ο άγνωστος χ, αλλά μην το μπερδεύουμε τόσο. Γιατί όμως ρωτάς;»

«Αυτό που έγινε με τη μαμά, οι συζητήσεις, το μέλλον που φαίνεται αβέβαιο ακόμα και για μας, το μέχρι πότε θα ζω έτσι, να κάνω κάτι χρήσιμο, που λες και συ, για μένα και για μας. Να, αυτά. Να μου μάθεις τη δουλειά στο εργοστάσιο!»

 «Καταλαβαίνω αλλά είσαι σίγουρος ότι πραγματικά το θέλεις αυτό; Αν είσαι σίγουρος και δεν έχεις απλά επηρεαστεί από το ατύχημα και αυτά που σου λέμε, τότε να προσπαθήσουμε. Αλλιώς, μπορείς να έρχεσαι όποτε θέλεις στο εργοστάσιο, να περνάς την ώρα σου και να έχεις και μια ενδιαφέρουσα απασχόληση. Το να φτάσεις όμως να διοικήσεις την επιχείρηση, είναι σύνθετο, καθόλου απλό. Χρειάζεται συνέπεια, προσήλωση, αυστηρά ωράρια, γνώση. Μη βλέπεις εμένα τώρα, μετά από τριάντα χρόνια. Φαντάσου με στην αρχή, με καλύτερα όπλα στη μάχη απ’ αυτά που διαθέτεις εσύ. Στα λέω αυτά πριν ξεκινήσουμε, για να μη νομίζεις ότι επειδή ο πατέρας σου την ξέρει τη δουλειά, θα στη μάθει και σένα στα γρήγορα και μετά θα κάτσεις στην πολυθρόνα του γραφείου να διατάζεις. Δε γίνονται αυτά τα πράγματα Μιχάλη μου. Αυτή η δουλειά δεν έχει εκπτώσεις και είναι πολύ σκληρή για τους αισθηματίες. Δική σου η απόφαση».

«Πατέρα το πρώτο μάθημα το κατάλαβα. Για ν’ αντιμετωπίσεις οτιδήποτε χρειάζεται υπευθυνότητα. Αυτό δεν ήταν;»

«Καλά ξεκινήσαμε. Και γιατί, ρε Μιχάλη, μας φάγανε τόσα λεφτά οι δάσκαλοι στα φροντιστήρια;»

Φτάσαμε στο εργοστάσιο, κατευθείαν πήγα το Μιχάλη στη γραμμή παραγωγής. Τον παρέδωσα στο μαστρο-Γιώργη, τον πιο παλιό εργάτη που είχαμε στη δουλειά. Από την εποχή του Λαμπρινού. Εγώ ανέβηκα στο γραφείο. Η Αντιγόνη με καλημέρισε και ρώτησε για τη Δήμητρα. Μου φάνηκε με διάθεση να τονώσει τη δική μου. Η πιο δύσκολη μέρα και είχε ξεκινήσει τόσο καλά! Το πώς θα τέλειωνε είχε σημασία, αλλά και το πώς θα έφτανε μέχρι εκεί.

 

Εναλλαγές...

 

Α

ργά το μεσημέρι, πήρα το Μιχάλη και πήγαμε στο ΚΑΤ. Συμπληρωνόταν η δεύτερη μέρα της Δήμητρας στην εντατική σε καταστολή. Αγωνία για το πώς θα ξυπνήσει, πώς θα μάθει τα νέα. Κοντά της η Ελένη κι ο Γιώργος, να δει γνωστά πρόσωπα στην επιστροφή της, να γίνει πιο ομαλή η επάνοδος στην πραγματικότητα. Κοντά κι ο ψυχολόγος, το γενικό πρόσταγμα ο διευθυντής της μονάδας κι ο καθηγητής Χρυσοστόμου. Όλα πήγαν καλά, η θολούρα θα έκανε ώρες για να φύγει, όμως σχετικά γρήγορα συνειδητοποίησε τι είχε συμβεί και γιατί βρισκόταν εκεί, χωρίς βέβαια να θυμάται λεπτομέρειες. Ζήτησε τα παιδιά και την αδελφή της. Εμένα πολύ αργότερα, όταν είχε συνέλθει αρκετά και ήθελε να συζητήσουμε για το τι θα ακολουθούσε.

Μπήκα τελευταίος, είχαν περάσει αρκετές ώρες, λίγο πριν τελειώσει το επισκεπτήριο της ημέρας. Μουδιασμένος, σχεδόν δεν ήξερα τι να της πω, πώς να της μιλήσω. Καθώς την πλησίασα, με κοίταξε διερευνητικά με τα μεγάλα αμυγδαλωτά της μάτια. «Να προσέχεις τα παιδιά, να μη στεναχωρηθούν» τα πρώτα της λόγια και αμέσως μετά:

«Δε θέλω να μου το πουν οι γιατροί, εσύ θέλω. Τα πόδια μου είναι ξερά, δεν τα νιώθω. Δε θα ξαναπερπατήσω, τουλάχιστον τα χέρια μου θα μπορώ να τα κινώ; Αλήθεια! Όχι θα δούμε και θα κάνουμε εγχειρήσεις και θεραπείες. Πες μου!»

«Δήμητρα, μη βιάζεσαι, μέχρι να ολοκληρωθεί η πρώτη φάση, καλό είναι να περιμένουμε, να είμαστε αισιόδοξοι».

«Όταν σε γνώρισα ήσουν αλλιώς. Ευθύς, ξεκάθαρος, πώς στο καλό κατάντησες έτσι! Δεν έχεις το θάρρος να πεις τα πράγματα όπως είναι; Κατάλαβα...»

«Άκουσε με, μόλις συνήλθες και μου ζητάς να παραδεχτώ ότι αυτό είναι το τέλος; Χωρίς ούτε καν να έχουμε ξεκάθαρη εικόνα του προβλήματος και του τι μπορούμε να κάνουμε για να το αντιμετωπίσουμε; Λέω αντιμετωπίσουμε, γιατί δεν έχω σκοπό να παραιτηθώ, ακόμα κι αν εσύ δε θέλεις. Θα το κάνω για τα παιδιά μας και για τη ζωή που περάσαμε μαζί. Σου το χρωστάω και το χρωστάω και στον εαυτό μου. Κανείς δεν μπορεί να μου το απαγορέψει αυτό, ούτε εσύ».

«Λόγια, Λευτέρη, απ’ αυτά που πάντα έλεγες. Μόνο που δεν απάντησες. Η ζωή μου από δω και πέρα θα είναι πάνω σε ένα καρότσι; Και τα χέρια μου; Θα μπορώ τουλάχιστον να ζωγραφίζω;» η αγωνία της δεν κρυβόταν με τη σκληρότητα και την επιθετικότητα που έβγαζε.

«Ειλικρινά δεν μπορώ να σου απαντήσω. Δεν υπάρχει τελική διάγνωση για τις συνέπειες, ούτε τι θεραπείες θα χρειαστούν, ούτε πόσο μπορεί να βελτιωθούν οι βλάβες. Με βάζεις να λέω πράγματα που μόνο οι γιατροί γνωρίζουν και πρέπει να απαντούν. Δεν ξέρω κι αν αυτά που λέω είναι σωστά. Κάνε λίγο υπομονή, σου υπόσχομαι ότι μόλις έχουμε κάτι σίγουρο από τους γιατρούς, θα στο πω εγώ ο ίδιος, αμέσως».

«Μου το υποσχέθηκες!» η τελευταία της κουβέντα πριν φύγω, με την παρέμβαση της νοσηλεύτριας, που ευγενικά αλλά και αυστηρά μου έδειξε την έξοδο. Μόνο ο ψυχολόγος θα έμπαινε για λίγο να μιλήσει με τη Δήμητρα. Εμείς, φύγαμε και πήγαμε όλοι στο σπίτι στο Ψυχικό. Ήρθε κι ο Γιώργος μαζί, αλλά κι ο Ανδρέας, ένας καλός φίλος του Γιώργου που τον γνώριζα κι εγώ, ορθοπεδικός. Είχε επικοινωνήσει με τους συναδέλφους του στο ΚΑΤ και τον είχαν ενημερώσει για την κατάσταση της Δήμητρας. Ο Στράτος πήγε και έφερε σουβλάκια, καθίσαμε και τρώγοντας αρχίσαμε τη συζήτηση. Ο λόγος στους τρεις γιατρούς που ήταν εκεί. Το Γιώργο, τον Ανδρέα και την Ελένη. Τα πράγματα ξεκαθάριζαν. Το μέλλον της Δήμητρας θα ήταν πάνω σε καρότσι. Δεν υπήρχε βλάβη σε κάποιο όργανο και με τη σχετική εκπαίδευση θα μπορούσε να λειτουργεί απόλυτα το σώμα της πάνω από τη μέση και φυσικά τα χέρια της. Το δεύτερο στη συνέχεια πιο φορτισμένο εικοσιτετράωρο της ζωής μου είχε φτάσει στο τέλος του.

Τις επόμενες τρεις ημέρες που έμεινε ακόμα στην εντατική, σκεφτόμαστε τα πράγματα που θα άλλαζαν στη ζωή μας. Η Δήμητρα γνώριζε πλέον το πρόβλημα και λίγο πίστευε τα λόγια ελπίδας που όλοι της λέγαμε. Με τη βοήθεια του ψυχολόγου, προσπαθούσε να διαχειριστεί τις επιπτώσεις στον ψυχισμό της και πώς θα το αντιμετώπιζε στο μέλλον. Ήταν ψύχραιμη και φαινόταν δυνατή. Έβγαζε διάθεση για να το παλέψει. Μαθήματα στο πώς να συμπεριφερόμαστε στη Δήμητρα από εκεί και πέρα αλλά και οδηγίες για ν’ αντιμετωπίσουμε από συναισθηματικής πλευράς το γεγονός, έδωσε και σε μας ο ψυχολόγος. Προετοιμαζόμαστε όσο καλύτερα γινόταν για να τη βοηθήσουμε. Κακά τα ψέματα όμως, η Δήμητρα είχε τον ανήφορο. Μεταφέρθηκε σε θάλαμο, ευτυχώς με δυο μόνο κρεβάτια. Η μετεγχειρητική της κατάσταση εξελισσόταν ομαλά. Εκτός του ψυχολόγου, που την επισκεπτόταν κάθε μέρα, άρχισαν και οι φυσιοθεραπείες, πρωί και απόγευμα. Έτσι, χωρίς καθυστέρηση, ξεκίνησε η νέα ζωή της Δήμητρας στο ΚΑΤ, και η δική μας με τη σκέψη συνέχεια εκεί. Μοιράσαμε τις ώρες που θα βρισκόμαστε κοντά της, μέχρι να φύγουν πρώτα η Ελένη με την Άννα για Θεσσαλονίκη και αργότερα η Αφροδίτη για την Αμερική. Με την επιθυμία του Μιχάλη να έρχεται στο εργοστάσιο πέρναγα κι εγώ τις περισσότερες ώρες στη δουλειά. Στη Δήμητρα πήγαινα νωρίς το βράδυ.

Για μια ακόμη φορά η ζωή μου φύλαγε μιαν έκπληξη. Τον Μιχάλη, ήταν δυνατόν αυτό που συνέβη στη μητέρα του να τον άλλαξε τόσο; Δεν υπήρχε αμφιβολία ότι τέτοια γεγονότα σε κάνουν να σκεφτείς αξίες και προτεραιότητες, ν’ αναθεωρείς πράγματα που είχες αδιαπραγμάτευτα μέχρι χθες, να ψάχνεις να βρεις αυτά που αξίζουν περισσότερο. Σε επηρεάζουν σε βαθμό που να αποφασίζεις να πάρεις άλλη ρότα; Μπορεί, ο Μιχάλης πάντως μέσα σε μια βδομάδα είχε γίνει άλλος άνθρωπος. Ό,τι θετικό κουβαλούσε βγήκε στην επιφάνεια. Θάφτηκαν με μιας όλα του τα στραβά, κυρίως η ελαφρότητα. Τόση σοβαρότητα ήθελα να’ ξερα που την έκρυβε. Το χαιρόμουν βέβαια, αλλά είχα και τις επιφυλάξεις μου. Πόσο προσωρινό θα ήταν; Αν δεν ήταν, έπρεπε να προσαρμόσω κι εγώ τη δική μου ρότα. Η Δήμητρα συνέχιζε με θέληση και τις φυσιοθεραπείες και τις ελαφρές κινησιοθεραπείες που είχαν αρχίσει κι αυτές. Στο κάταγμα του χεριού της είχε τοποθετηθεί νάρθηκας μέχρι να περάσουν λίγες ημέρες για να μπει και πάλι στο χειρουργείο. Ευτυχώς που τελικά θα χρειαζόταν μόνο μια μικρή επέμβαση στην ουσία για ταχύτερη αποκατάσταση. Η Ελένη και η Άννα αποχαιρέτησαν τη Δήμητρα με συγκίνηση και τη διαβεβαίωσαν ότι θα ξαναέρχονταν όσο γινόταν πιο σύντομα. Η Αφροδίτη θα έμενε κι άλλο, ήταν και η μόνη που θα της πρόσφερε συνεχή και ουσιαστική βοήθεια. Εγώ, ο Μιχάλης, οι φίλες και οι φίλοι, μόνο λίγη συντροφιά μπορούσαμε να της κάνουμε. Τη δική μου, ούτε που την ήθελε.

Μεσημέρι στο εργοστάσιο, κουρασμένος και βαριεστημένος. Το τηλέφωνο με απόκρυψη, το σήκωσα. «Ο κύριος Λευτέρης;» μια φωνή βαριά. «Ναι, τι θέλετε; Ποιος είστε;»

«Ένας γνωστός της κυρίας Δήμητρας».

«Τι γνωστός!»

«Μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό, κάτι οικονομικές δοσοληψίες είχαμε».

«Οικονομικές δοσοληψίες; Τι δοσοληψίες μπορεί να είχε μαζί σας η Δήμητρα;»

«Κοιτάξτε, κύριε Λευτέρη. Έχω κάτι γραμμάτια και επιταγές της κυρίας Δήμητρας από κάποια δανεικά που μας χρωστάει».

«Τι είναι αυτά που λέτε κύριε! Αν θέλετε να μ’ εκβιάσετε λάθος πόρτα χτυπήσατε...»

«Μην κλείσετε, κύριε Λευτέρη, μιλάω σοβαρά. Έχουμε τρία γραμμάτια, δυο επιταγές και μια ιδιόχειρη απόδειξη της κυρίας Δήμητρας για λεφτά που της δανείσαμε».

«Πότε; Γιατί;»

«Τον τελευταίο καιρό, διευκόλυνση της κάναμε για να έχει να παίζει. Αλλά μάθαμε ότι είχε το ατύχημα -καλά να είναι η γυναίκα- και όπως καταλαβαίνετε θέλουμε τα λεφτά μας. Οι δυο επιταγές ήδη έληξαν και τα γραμμάτια το επόμενο δεκαήμερο. Απ’ αυτά μένει και ένα χαρτζιλίκι για μας. Οπότε...»

«Τι λες, ρε τοκογλύφε, που κάθομαι και σ’ ακούω! Αν νομίζεις ότι...»

«Κύριε Λευτέρη, τα λεφτά θα τα πάρουμε. Τα χαρτιά είναι έγκυρα και δε φαντάζομαι να θέλετε να γίνουν πρωτοσέλιδα! Καταλαβαινόμαστε νομίζω. Σας στέλνω φωτοτυπίες να τα δείτε και τα πρωτότυπα θα τα πάρετε με την πληρωμή. Χωρίς κόλπα, καθαρές δουλειές».

«Και πόσα λέτε πως σας χρωστάει;»

«Δε λέμε, τόσα είναι! Πενήντα χιλιάρικα».

«Μου φαίνεται δεν είσαι καλά! Πενήντα χιλιάρικα; Υπάρχουν τόσα λεφτά σήμερα; Λοιπόν, αν είναι εντάξει τα χαρτιά και δε μου βγάλετε και τίποτα άλλα μετά, έχω να σας δώσω πέντε, το πολύ έξι χιλιάδες. Δεν υπάρχουν περισσότερα».

«Κύριε Λευτέρη, τα χαρτιά λένε πενήντα, πενήντα θα πάρουμε. Ούτε σαράντα εννιά, ούτε πενήντα ένα. Δεν κάνουμε παζάρια, αυτά γίνονται στο Μοναστηράκι. Δείτε τα χαρτιά και θα σας πάρω τηλέφωνο σε δυο μέρες, να δώσουμε ραντεβού να πάρουμε τα λεφτά. Φυσικά όλα. Γεια σας, κύριε Λευτέρη».

Μάλιστα, τώρα εξηγούνται τα κατά καιρούς ξεσπάσματα της Δήμητρας που ζητούσε λεφτά όταν εγώ μίλαγα για οικονομία. Κάποια στιγμή μάλλον ξέφυγε, έμπλεξε με τους τοκογλύφους και αντί να σταματήσει, να βάλει φρένο, συνέχισε με γκάζι. Πόσα να έχασε, πόσα να της έφαγαν! Ποιος ξέρει και πώς να μάθω. Το τελευταίο πράγμα που θα της έλεγα, στην κατάσταση που βρισκόταν, θα ήταν αυτό. Δεν είχα, για μια ακόμη φορά στη ζωή μου, άλλη επιλογή. Θα τους πλήρωνα, να τελειώσει κι αυτό μια ώρα αρχύτερα, με περίμεναν τόσα άλλα. Μόνο που έπρεπε να βρω πενήντα χιλιάρικα. Από την εταιρεία δεν μπορούσαν να βγουν. Τα ζήτησα και μου τα έδωσε η Ελένη.

Ο φάκελος ήρθε, τα αντίγραφα από τα γραμμάτια και τις επιταγές ήταν μέσα, σύνολο πενήντα χιλιάδες ευρώ. Μου τηλεφώνησαν, δώσαμε ραντεβού, με προειδοποίησαν να μην κάνω καμιά βλακεία με την αστυνομία, πήρα μαζί μου το Χρήστο και πήγα. Αντάλλαξα τα λεφτά με τα χαρτιά και έμεινα με την ελπίδα να τέλειωσε εκεί ο μικρός εφιάλτης. Εκτός από την Ελένη, κανένας άλλος δε θα μάθαινε για το γεγονός. Την όρκισα μάλιστα να μην της ξεφύγει κουβέντα, ειδικά στην Άννα που συναντιόντουσαν συχνά στη Θεσσαλονίκη. Μόνο που εμένα μ’ έκαιγε, δεν μπορούσα να το χωνέψω, πώς παρασύρθηκε αφού ήξερε τις συνέπειες! Από την αρχή, από τότε που πηγαίναμε μαζί στο καζίνο, ήταν όρος, δεν δανειζόμαστε για να παίξουμε, ιδίως από τοκογλύφους. Η Αντιγόνη με έβλεπε που έβραζα και δεν κρατήθηκε:

«Κύριε Λευτέρη, έχετε πολύ καιρό να μου μιλήσετε και αισθάνομαι ότι αν και υπάρχουν πράγματα που θέλετε να μου πείτε, για κάποιο λόγο το αποφεύγετε. Μιλήστε μου, θα σας κάνει καλό. Πείτε αυτά που δε θεωρείτε μυστικά σας. Είστε πολύ πιεσμένος, φαίνεται, χρειάζεται να ξεθυμάνετε».

«Τι να σου πω, ρε κορίτσι μου, και σένα. Ευχαριστώ για το ενδιαφέρον σου, μα... τι να σου λέω! Φτάσαμε στα εξήντα και δε μάθαμε τίποτα. Μήπως δε μου έτυχαν τόσα! Ε, και; Η ρουφιάνα η ζωή είναι ανεξάντλητη. Δε φτάνει μια ζωή για να τα μάθεις όλα!»

«Αυτά είναι που μου λέτε και με κάνετε να σας ερω...» το έκοψε η Αντιγόνη. Το κατάλαβα εγώ. Δεν το προχώρησα, μου άρεσε όπως το μισοείπε. Σαν να ντράπηκε λίγο, αν δεν ήταν κόλπο! Έδωσα προσωρινό τέλος αλλάζοντας κουβέντα.

«Ξέρεις κάποια σχολή γραμματέων, στελεχών επιχειρήσεων, κάτι τέτοιο, ιδιωτική, που να μπορεί να πάει ο Μιχάλης να παρακολουθήσει θεωρητικά μαθήματα; Έστω και ας έχουν ξεκινήσει. Θα το κοιτάξεις; Θέλω να πάρει μια ιδέα, παράλληλα μ’ αυτά που μαθαίνει στο εργοστάσιο, σχετικά με την οργάνωση και την ορολογία που χρειάζεται για να λειτουργήσει μια επιχείρηση. Κάνε μου και μια άλλη χάρη, βρε Αντιγόνη. Ξεχάσαμε να πάρουμε το αυτοκίνητο από την Τροχαία στην Κηφισιά. Θα το φροντίσεις κι αυτό; Να έρθει εδώ στο εργοστάσιο».

«Μείνετε ήσυχος. Και σχολή θα βρούμε και το αυτοκίνητο θα έρθει εδώ. Αν δε με θέλετε κάτι άλλο, πηγαίνω...» κοντοστάθηκε και αφού δεν της μίλησα, έφυγε.

Το χειρουργείο για το χέρι της Δήμητρας δεν ξεπέρασε τις δυο ώρες και πήγε καλά. Έτσι, χωρίς άλλο πρόβλημα και επιπλοκές, συνεχίστηκαν οι φυσιοθεραπείες και η ψυχολογική υποστήριξη. Έφτασε η ώρα που θα έπρεπε να φύγει η Αφροδίτη. Πήρε αντίγραφα του ιστορικού της Δήμητρας, τις γνώμες των γιατρών και ό,τι άλλο πίστευε πως θα της φαινόταν χρήσιμο για να το δείξει στους ειδικούς, που εν τω μεταξύ είχε βρει ο Περικλής στην Αμερική.

Παραμονή που θα έφευγε, είχαμε μια μικρή συζήτηση στο σπίτι. Από τη μεριά μου της είπα να φύγει ήσυχη. Ό,τι χρειαζόταν η Δήμητρα θα της το πρόσφερα. Αυτή, μου είπε την αγωνία της, ότι μέχρι να επιστρέψει δε θα ασχολιόταν με τίποτα άλλο, εκτός από το θέμα της Δήμητρας. Με ενημέρωσε πως ο μεσίτης την ειδοποίησε ότι είχε βρεθεί αγοραστής για το σπίτι στο Κουκάκι και ότι θα μου έστελνε πληρεξούσιο για τη μεταβίβαση. Με παρακάλεσε να προσέχω και τη μητέρα της και πως αν χρειαζόμουν χρήματα να μη δίσταζα να της ζητήσω. Τα είπαν και με το Μιχάλη, χωρίς εγώ να είμαι μπροστά. Είναι γεγονός πως η Αφροδίτη έπαιξε σημαντικό ρόλο στη μεταμόρφωση του Μιχάλη.

Το επόμενο πρωί, πήγα την Αφροδίτη και το Μιχάλη στο ΚΑΤ. Τους άφησα και το αυτοκίνητο, γιατί η πτήση της Αφροδίτης ήταν αργά το μεσημέρι και έπρεπε να πάνε στο αεροδρόμιο. Εγώ πήρα ταξί για το εργοστάσιο. Φώναξα τους διευθυντές να εξετάσουμε την κατάσταση. Η λιτότητα που είχε επιβληθεί με το μνημόνιο μας επηρέαζε όλο και περισσότερο. Η ύφεση δεν κάνει διακρίσεις, χτυπά μάλιστα περισσότερο τους πιο συνεπείς. Περιθώρια για άλλες απολύσεις δεν υπήρχαν. Είχαμε φτάσει στο κατώτατο ανθρώπινο όριο που ήταν αναγκαίο για την παραγωγή. Μια δεύτερη μείωση των μισθών θα γινόταν μόνο και αυτή σε μικρό ποσοστό. Είχαμε ήδη κάνει μία οριζόντια 20% σε όλους. Τώρα πρότεινα μια κλιμακωτή, οι υψηλόμισθοι 12% και οι χαμηλόμισθοι 6%. Στην ουσία παυσίπονο στον ετοιμοθάνατο έμοιαζε. Αν δεν αυξάνονταν οι πωλήσεις δεν ξέρω πώς θα επιβιώναμε. Δεν μπορούσα να σκεφτώ κάποια λύση.

Σ’ αυτό το ζοφερό περιβάλλον, το μόνο παρήγορο ήταν η μετάλλαξη του Μιχάλη. Ποιος να το φανταζόταν! Το χαιρόμουν αλλά δεν το πανηγύριζα όπως θα ήθελα. Με φρέναραν βλέπεις τα άλλα. Με το Στράτο, το Γιώργο και το Γιάννη από τα χρώματα συνεχίσαμε να συναντιόμαστε και να τα λέμε. Όποτε βέβαια είχαν χρόνο. Τα βράδια δεν ήξερα τι να κάνω. Άρχισα να βγαίνω με το Μιχάλη και για να του λέω πράγματα και να συζητάμε για τη δουλειά, αλλά και γιατί έβλεπα ότι οι παλιοί του φίλοι τον αναζητούσαν, τον πίεζαν με συνεχή τηλεφωνήματα. Είχαν χάσει τη χρυσοφόρα κότα. Πού θα έβρισκαν παιδί σαν το Μιχάλη, να κερνάει συνέχεια και να πληρώνει και κάτι παραπάνω για τα σπέσιαλ.

Η Δήμητρα ανέβαινε βήμα βήμα τον ανήφορο. Αυτή η γυναίκα ήταν φτιαγμένη από πολύ σκληρό μέταλλο. Το πάθος της για ζωή ήταν εντυπωσιακό. Πάλευε καθημερινά με τις ασκήσεις και τα εσώψυχα της και περίμενε την ώρα που θα έβγαινε από το νοσοκομείο. Ήθελε να αφιερωθεί στη ζωγραφική, τη μουσική και το διάβασμα. Ήθελε να ζήσει, να βλέπει τα παιδιά της να προκόβουν, να είναι ευτυχισμένα. Μου τα είπε ένα απόγευμα, ήμαστε οι δυο μας στο δωμάτιο καθώς η προηγούμενη συγκάτοικος της είχε φύγει και περίμενε την καινούργια. «Ούτε η πρώτη ούτε η τελευταία είμαι, δεν ξόφλησα, δεν παραιτούμαι, θα ζήσω...»

Μια βδομάδα πριν πάρει εξιτήριο η Δήμητρα, τρεις μήνες μετά από το μοιραίο βράδυ που μπήκε στο ΚΑΤ, έφτασε η Αφροδίτη από την Αμερική. Ήρθε για να είναι εκεί όταν θα έβγαινε η Δήμητρα για να γυρίσει επιτέλους στο σπίτι της. Εκείνη την ημέρα ήρθαν από τη Θεσσαλονίκη και η Ελένη με την Άννα. Κάτι σαν πάρτι έγινε στο σπίτι. Περίεργο κλίμα, χαρά και λύπη μαζί. Για το χειρότερο που δεν ήρθε, για το καλύτερο που έφυγε. Η Δήμητρα χαμένη πάνω στο αναπηρικό καρότσι της, πνιγμένη στις αγκαλιές και τα φιλιά. Είκοσι, μπορεί και παραπάνω, άτομα: αδέλφια, παιδιά, φίλοι, ένα κουβάρι. Κι εγώ στη γωνία, παρέα με ένα μπουκάλι μαύρο “Johnnie” να μονολογώ, «τελικά αυτή τη γυναίκα άξιζε να την αγαπήσω».

Η Αφροδίτη ήθελε να την πάρει μαζί της στην Αμερική, πιστεύοντας ότι μπορεί να βελτιωνόταν περισσότερο η κατάσταση της, όμως η Δήμητρα της το απέκλεισε. Ήταν ικανοποιημένη που ήδη είχε τη δυνατότητα να μπορεί να χρωματίζει στον καμβά τις εικόνες που έφτιαχνε στο μυαλό της τις ατέλειωτες ώρες στο ΚΑΤ και να είναι κοντά στα παιδιά της. Αυτό τελικά έγινε, η Δήμητρα θα έμενε εδώ. Καθημερινά στο σπίτι ερχόταν ο φυσιοθεραπευτής, δυο τρεις φορές τη βδομάδα ο ψυχολόγος, δυο γυναίκες τη φρόντιζαν, η μία εσωτερική και η άλλη για μισή μέρα, που έκανε και τις άλλες δουλειές του σπιτιού.

Τα νέα δεδομένα με τη Δήμητρα, το Μιχάλη και τις δυσκολίες της επιχείρησης τα συζητήσαμε διεξοδικά με την Αφροδίτη. Ήμουν προετοιμασμένος. Μετά την προ τριών μηνών συζήτηση μας, είχα πάρει τις αποφάσεις μου. Της μίλησα όπως θα μίλαγε ο Λαμπρινός. Στεγνά και ψυχρά, από τη στιγμή που ήμουν μια μικρή μειοψηφία στην επιχείρηση και καβατζάρισα και τα εξήντα, λίγο μ’ ενδιέφερε το τι θα γινόταν στο μέλλον η ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗ ΛΑΜΠΡΙΝΟΣ ΑΕ. Εγώ άλλωστε γι’ αλλού ξεκίνησα. Η κόρη μου είχε βρει το δρόμο της μακριά από δω κι ο γιός μου το πάλευε και θα τον βοηθούσα να σταθεί στη ζωή. Η Αφροδίτη δεν περίμενε τέτοια αντίδραση, πίστευε ότι θα συνέχιζα να είμαι το πιόνι στη σκακιέρα της οικογένειας Λαμπρινού. Η καυτή πατάτα και οι αποφάσεις πέρασαν στην πλευρά τους. Οι επιλογές τους ανύπαρκτες. Αν με παραμέριζαν, τα κοράκια περίμεναν να τις κατασπαράξουν. Πού να γλιτώσουν! Η μόνη τους επιλογή θα ήταν η πώληση της ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗΣ, αλλά και σ’ αυτή την περίπτωση, ούτε την αγγελία πώλησης δε θα προλάβαιναν να βάλουν. Δε με βασάνισε καθόλου το αν ήταν έντιμο. Εντιμότατο ήταν, με τους κανόνες πάντα παίζεις, όχι μ’ αυτά που εσύ θα ήθελες. Αυτό θα έλεγε κι ο Λαμπρινός. Η Αφροδίτη μου πρότεινε να αναλάμβανα εγώ την προεδρία κι ο Μιχάλης να γινόταν κάτι σαν εκτελεστικός διευθυντής. Παράλληλα την αύξηση του ποσοστού μου στην εταιρεία στο σαράντα τοις εκατό. Δελεαστική πρόταση για κάποιον επαγγελματία του κλάδου, του χώρου. Μόνο που εγώ δεν ήμουν τέτοιος. Μπορεί να το λέει αυτό κάποιος πιστός υπηρέτης για τόσα χρόνια αυτού του συστήματος; Γιατί όχι; Είναι γραμμένο κάπου ότι αυτό που ακολουθείς, άσχετα από τους λόγους, δεν μπορείς κάποια στιγμή να το αλλάξεις; Τελικά, η Αφροδίτη, με συμφωνία προφανώς της Δήμητρας, μου ανέθεσε εν λευκώ να έκανα ό,τι ήθελα, αρκεί να έμενε ζωντανή η επιχείρηση που ίδρυσε ο Λαμπρινός. Κατάλαβαν και αποδέχτηκαν, έστω και με πολύ νερό στο κρασί τους και οικογενειακή υποχώρηση, ότι στην κατάσταση που βρισκόταν η Δήμητρα και με δεδομένη την απουσία της Αφροδίτης στην Αμερική, ήταν αδύνατο να ελεγχθεί η λειτουργία της ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗΣ απ’ αυτές. Άλλη λύση δεν υπήρχε και ας μην το πίστευαν λίγο καιρό πριν. Δέχτηκα μόνο και μόνο γιατί έβλεπα ότι ο Μιχάλης το ήθελε. Αν όμως διαπίστωνα ότι ο Μιχάλης ξαναγύρναγε στον παλιό του εαυτό, θα τα παράταγα. Στο κάτω κάτω καθένας είναι υπεύθυνος για τη δική του ζωή.

Δυο μέρες πριν να φύγει για την Αμερική η Αφροδίτη, με ξύπνησε πρωί πρωί η γυναίκα που έκανε συντροφιά στην πεθερά μου. Κοιμόμουν πια στο δωμάτιο της Άννας, καθώς η Δήμητρα από την ημέρα που ξαναγύρισε σπίτι, εγκαταστάθηκε στην κρεβατοκάμαρα μας, που είχε μετατραπεί σε ένα μικρό φυσιοθεραπευτήριο.

«Κύριε Λευτέρη, η μητέρα της κυρίας Δήμητρας... Τη σκουντάω και δεν κουνιέται, της μιλάω και δεν αποκρίνεται... Κάτι συμβαίνει!»

Σηκώθηκα, πήγα στο δωμάτιο της, ήταν κάτασπρη, κοκαλωμένη, με μισάνοιχτο στόμα και μισόκλειστα μάτια. Της έπιασα το σφυγμό, την κούνησα, της μίλησα δυνατά. Τίποτα, όλα έδειχναν ότι είχε φύγει. Τηλεφώνησα στο Γιώργο. Από την περιγραφή που του έκανα, συμπέρανε ότι μάλλον είχα δίκιο. Θα ερχόταν αμέσως. Ξύπνησα την Αφροδίτη και το Μιχάλη. Βεβαιωθήκαμε ότι είχε πεθάνει και μέσα στη συγκίνηση έπρεπε να δούμε πώς θα το λέγαμε και στη Δήμητρα. Βρήκα τον ψυχολόγο στο τηλέφωνο, μου είπε ότι θα ερχόταν όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Σκεπάσαμε με ένα σεντόνι τη γιαγιά, η Αφροδίτη έπνιγε τ’ αναφιλητά της, να μην ακούσει η Δήμητρα κι ο Μιχάλης δακρυσμένος αναρωτιόταν: «Γιατί τώρα κι αυτό!»

Ο Γιώργος ήρθε, υπέγραψε τα χαρτιά για το θάνατο και σε λίγο έφτασε κι ο ψυχολόγος. Η Δήμητρα ακούγοντας την πρωινή ασυνήθιστη φασαρία, άρχισε να φωνάζει και να ρωτά τι συνέβαινε. Αφροδίτη, Γιώργος και ψυχολόγος μαζί, της είπαν το μαντάτο. Κλάμα, λυγμός, μια μάνα έφυγε. Μετά το πρώτο σοκ, αρχίσαμε να ειδοποιούμε τους συγγενείς. Έπρεπε να βρούμε γραφείο κηδειών και να σκεφτούμε ό,τι άλλο θα χρειαζόταν για την κηδεία, θα την κηδεύαμε στον οικογενειακό τάφο στο Α’ Νεκροταφείο. Το ζήτημα που αμέσως μπήκε, ήταν αν η Δήμητρα θα ερχόταν στην κηδεία. Δεν ήταν έτοιμη ν’ αντιμετωπίσει κόσμο και μάλιστα σε μια κηδεία, στην πρώτη της έξοδο πάνω στο αναπηρικό της καρότσι. Αποφασίσαμε να την πιέσουμε να μείνει στο σπίτι, με συντροφιά την κόρη μας, την Άννα. Η Άννα, με την Ελένη και τη μικρότερη συνονόματη Άννα, την κόρη της, ήρθαν από τη Θεσσαλονίκη το βράδυ. Μαζευτήκαμε στο σπίτι αρκετοί φίλοι, συγγενείς, κανα δυο από τις φίλες της μακαρίτισσας που ζούσαν ακόμα. Κάτι να θυμηθούν, κάτι να πολυλογήσουν, πέρασε η ώρα. Η κηδεία την επομένη, στις έντεκα το πρωί. Στη μία είχαμε επιστρέψει. Η Δήμητρα μας περίμενε, δίπλα της η Άννα. Το κακό ήταν ότι την επομένη θα έφευγε η Αφροδίτη και σε δυο μέρες η Άννα. Η Αφροδίτη προσπάθησε ν’ αλλάξει το εισιτήριό της ώστε να φύγει λίγες ημέρες αργότερα, αλλά δεν το κατάφερε.

Μόλις έφυγαν όλοι, κάναμε αλλαγές στο σπίτι. Φτιάχτηκε ράμπα που ένωσε τον κήπο με το ατελιέ και αναβατόριο, σαν ανοιχτό ασανσέρ, για να μπορεί εύκολα η Δήμητρα, ν’ ανεβοκατεβαίνει στο σπίτι. Τον περισσότερο χρόνο της, θα τον πέρναγε πλέον στο ατελιέ και τον καλό καιρό στον κήπο. Αυτή ήταν η απόφαση της. Εκεί στο ατελιέ, μεσημέρι αργά, κατέβηκα και κάθισα στον καναπέ. Η Δήμητρα με την παλέτα και το πινέλο στα χέρια, ζωγράφιζε ένα τελάρο στο καβαλέτο.

«Δήμητρα, μπορώ να σου πω κάτι που θέλω εδώ και πάρα πολύ καιρό;»

«Σε ακούω...»

«Θυμάσαι που με χαρακτήρισες άχρηστο και ανίκανο γιατί απέτυχα να πολλαπλασιάσω τον πλούτο του Λαμπρινού, ενώ θεωρητικά είχα αυτή τη δυνατότητα; Θα σου απαντήσω τώρα, γιατί όταν το έθιξες αρχικά το απέφυγα, για να μη γίνουν χειρότερα τα πράγματα. Με κατηγορείς επίσης για την κατάληξη της σχέσης μας, του γάμου μας. Θα ήθελα να ακούσω γιατί ακριβώς με κατηγορείς».

«Για συνέχισε...»

«Αν κρίνομαι για τις επιχειρηματικές επιδόσεις μου, όλα αυτά τα χρόνια, όχι απλά πέρασα τις εξετάσεις, αλλά πήρα και καλό βαθμό. Και στο μικρό εργοστάσιο χρωμάτων που οι επιλογές μου, παρά τις αναποδιές, το έκαναν να είναι σήμερα μια υγιέστατη επικερδής επιχείρηση και στο μεγάλο του Λαμπρινού, που με τόσες θύελλες, τη στιγμή που κατέρρευσαν και εξαφανίστηκαν ακόμα και κολοσσοί του κλάδου, κατάφερα να το κρατήσω όρθιο. Αυτό που φρόντιζα πάντα, ήταν να μη στερηθεί τίποτα η οικογένεια μου και να περνάμε όσο γινόταν καλύτερα. Τα πλούτη που εσύ από κάποια στιγμή και μετά ονειρεύτηκες, εμένα δε με ενδιαφέρουν ούτε μ’ ενδιέφεραν ποτέ. Δεν είχα σκοπό στη ζωή μου να κλείνομαι τα βράδια στο σπίτι και να μετράω τις λίρες. Αυτό νομίζω ότι δε στο έκρυψα. Το ήξερες από την αρχή. Το ωραίο είναι ότι πέτυχα σ’ αυτά που δε διάλεξα εγώ, τα χρώματα και την υφαντουργία και απέτυχα παταγωδώς στη μία και μοναδική απόφαση μου, που την εγκατέλειψα πριν καν φτάσω στη μέση. Έρχεσαι λοιπόν εσύ και μου πετάς στα μούτρα αυτό το εξωφρενικό περί αποτυχίας μου στις επιχειρήσεις. Τι να πω! Αν το κριτήριο της επιτυχίας για σένα είναι το χρήμα, προφανώς με κάθε μέσο και τρόπο, δε λυπάμαι καθόλου που δεν πέτυχα! Και μην ξεχνάς ότι δεν παρανόμησα ποτέ, δεν έκλεψα, φέρθηκα με ανθρωπιά στους υπαλλήλους μου, δεν αδίκησα κανέναν, δε ζήτησα τίποτα από την εξουσία όταν με γυρόφερνε. Αυτά είναι τα παράσημα μου τριάντα χρόνια δουλειάς. Αυτά μου αρκούν για να νιώθω ότι έκανα αυτό που έπρεπε».

«Λευτέρη, απλά επιβεβαιώνεις το πόσο εγωιστής είσαι! Εκτός από τις δουλειές, που την άποψη μου στην είπα τότε, υπήρχε και η ζωή μας και η δική μου ζωή. Ξέρεις πολύ καλά ότι από την αρχή ακολούθησα τα θέλω τα δικά σου και την επιθυμία του πατέρα μου. Κανείς σας όμως δε με ρώτησε για τα δικά μου θέλω, ποια ήταν τα δικά μου σχέδια για το μέλλον. Αν ήθελα να σταματήσω να ζωγραφίζω, γιατί αναγκάστηκα άρον άρον να παντρευτώ, να κάνω παιδιά και οικογένεια, να δημιουργήσω υποχρεώσεις. Στα ταβερνεία της Αθήνας με γύριζες, δε με άφησες να αποφασίσω για κάτι άλλο, αυτό το τόσο απλό...»

«Νομίζω ότι τα παραλές... Δε σε πήγαινα και με το ζόρι!»

«Άκου, Λευτέρη, μη στέκεσαι εκεί, παράδειγμα ήταν. Εγώ το κακομαθημένο πλουσιοκόριτσο ήμουν πολύ πιο προσγειωμένη. Εσύ μονίμως πέταγες, έψαχνες, ανικανοποίητος πάντα, όλο κάτι σου έφταιγε. Φαινόσουν άνετος, αναρωτήθηκες ποτέ πόσο καταπιεστικός ήσουν για τους γύρω σου; Και μονίμως αλλού. Άσε που όποιο λάθος κι αν έκανες, έπρεπε να συμφωνήσουμε όλοι ότι δεν έφταιγες εσύ. Κάποιος άλλος, η ώρα, οι κακοί, το σύμπαν, ο ανταγωνισμός, η Κίνα, ο Ρήγας μπαστούνι, ο δάσκαλος του Μιχάλη, όλοι εκτός από σένα. Η Δήμητρα πάντα πιο πίσω, πιο κάτω. Μπροστά ο επιχειρηματίας επιστήμονας με την κουλτούρα και τον αέρα που κουβάλαγε από το Παρίσι. Και όχι μόνο το δέχτηκα, σε βοηθούσα με όλες μου τις δυνάμεις να κάνεις κι άλλα βήματα μπροστά. Δε ζήλευα, χαιρόμουν, γιατί ήσουν ο άνδρας μου. Το μόνο που περίμενα, που ήθελα από σένα, να ήμαστε όπως στην αρχή. Όχι βέβαια με την ένταση στο σεξ και τις ερωτικές στιγμές που χάνονται στο χρόνο. Με το συναίσθημα, την κατανόηση, τη ζεστασιά, την αγκαλιά και τον καλό το λόγο. Αυτά που κι εσύ έλεγες τότε πως ήθελες. Δε φτάνει η τυπικότητα, όσο και να μην της ξεφεύγει τίποτα, για να παραμείνει ζωντανή μια σχέση τόσα πολλά χρόνια. Μοναδική παρένθεση, όταν πήγαμε την Άννα στη Θεσσαλονίκη για να σπουδάσει, εκείνο το ανεπανάληπτο βράδυ. Λίγο που κράτησε το όνειρο! Από τότε θυμάσαι άλλη φορά να ήρθαμε τόσο κοντά; Δεν υπάρχει Λευτέρη. Ένα μόνο καλό σεξ όταν παντρολογιόταν ο Στράτος. Περίμενες κάτι άλλο από το να ξεχνιέμαι στα “μηχανάκια” του καζίνο; Το προτίμησα από το να μπλέξω με κάτι χειρότερο. Από το κακό υπάρχει πάντα το χειρότερο, όπως έλεγε κι ο Λαμπρινός. Και φυσικά δε θα έκανα κάτι σαν αυτό που κάνεις εσύ. Να σαλιαρίζω τόσα χρόνια μ’ αυτό το τσουλί! Δε θα σε πρόσβαλα ποτέ».

«Το τελευταίο το αφήνω. Είναι φανερό ότι μας χωρίζει άβυσσος. Μάταιο να κρυβόμαστε. Τόσα απωθημένα! Ας κρατήσουμε τουλάχιστον το σεβασμό που χρωστάμε στα παιδιά μας και στις όμορφες στιγμές που περάσαμε μαζί. Δεν πιστεύω να αμφισβητείς και αυτά!»

«Όχι, φυσικά, δεν είμαι τρελή, ούτε αχάριστη. Στο κάτω κάτω δε φταις εσύ. Όπως είπες, δεν κρύφτηκες και έχεις δίκιο. Αν συνέπεσαν οι καλύτερες μας στιγμές με το θάνατο του πατέρα μου και οδηγηθήκαμε στο γάμο, που μας ενώνει μέχρι τώρα, είναι κάτι για το οποίο δε φταίει κανείς. Τότε, πιστέψαμε ότι αυτό ήταν το καλύτερο και το κάναμε. Τώρα, ας το σταματήσουμε εδώ... Δεν ωφελούν οι επαναλήψεις...»

«Πάντως εξακολουθώ να πιστεύω ότι είμαστε υπερβολικοί. Τουλάχιστον στους χαρακτηρισμούς. Θέλεις να κάνω ή να σου φέρω κάτι, πριν φύγω...»

«Όχι, ευχαριστώ...»


Στα όρια...

 

Ό

λο το βράδυ το τηλέφωνο του Μιχάλη ήταν κλειστό. Δεν είχαμε επικοινωνήσει καθόλου από το μεσημέρι που τον είχα δει στο εργοστάσιο. Δεν ανησύχησα, δεν υπήρχε και λόγος να πάει το μυαλό μου σε κάτι κακό. Με παραξένευε βέβαια, αλλά είπα να περιμένω. Είχα χαλαρώσει και έβλεπα τηλεόραση. Ήταν δυόμιση πια που χτύπησε το κινητό μου. Απόκρυψη και φωνή νεανική.

«Κύριε Ανέστη, συγγνώμη που σας ενοχλώ, πώς να σας το πω... Ο Μιχάλης είναι στα επείγοντα στον Ευαγγελισμό... Αλλά είναι καλά, μην ανησυχείτε!»

«Ποιος είσαι; Τι συνέβη στο Μιχάλη; Τι έπαθε;»

«Μάλλον ήπιε πολύ, δεν ξέρω...»

Πετάχτηκα, έβαλα ένα παντελόνι, πουκάμισο, πήρα ένα σακάκι στο χέρι και τρέχοντας μπήκα στο αυτοκίνητο. Ούτε δέκα λεπτά δεν έκανα να φτάσω. «Όχι, ρε γαμώτο, πάλι... Δε φτάνει μια φορά!» παράτησα το αυτοκίνητο πάνω σε ένα πεζοδρόμιο και προχώρησα προς τα κει που έδειχνε μια ταμπέλα τα επείγοντα. Στην πόρτα με πλησίασε ένας νεαρός με κατακόκκινο μακρύ μαλλί.

«Κύριε Ανέστη, με θυμάστε; Είμαι ο Άγγελος, ο φίλος του Μιχάλη που με είχατε δει πριν από καιρό στο μπαρ. Εγώ σας τηλεφώνησα, δεν είναι σοβαρό...»

Τον παραμέρισα, μπήκα στην πρώτη αίθουσα και άρχισα να ρωτάω πού ήταν ο Μιχάλης. Επικρατούσε ένας μικρός χαμός. Διάφορα περιστατικά, γιατροί και νοσοκόμοι να πηγαινοέρχονται, συγγενείς να κάνουν σαν παλαβοί, ασθενείς πάνω στα κρεβάτια να περιμένουν περίθαλψη. Όλοι ανυπόμονοι και όλοι έτοιμοι για καυγά. Κοιτώντας γύρω σου, αυτή την κατάσταση, αναρωτιόσουν «τι σόι ζώο είναι τελικά ο άνθρωπος!»

Επιτέλους βρήκα το Μιχάλη, ξαπλωμένο σε ένα κρεβάτι, γυρισμένο στο πλάι με ορό στο χέρι. Η νοσηλεύτρια-ήρωας μου είπε δυο λόγια για την κατάσταση του και φώναξε το γιατρό. «Έχουμε αρκετά τέτοια περιστατικά, υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και πιθανόν χρήση, μπορεί με κατάποση, άλλων ουσιών. Ευτυχώς έκανε εμετό και τον έφεραν γρήγορα στο νοσοκομείο. Δε χρειάστηκε αναπνευστική υποστήριξη. Πήραμε αίμα και υγρά για εξετάσεις που θα βγουν σε καμιά δεκαπενταριά μέρες. Αν έχει καλή εξέλιξη όπως προβλέπω, το απόγευμα θα μπορέσετε να τον πάρετε. Το επόμενα δυο εικοσιτετράωρα τουλάχιστον θέλει προσοχή και αποχή από κάθε ουσία. Είναι ζαλισμένος ακόμη αλλά θα συνέλθει. Θα έρθω να τον ξαναδώ, πρέπει να φύγω, βλέπετε τι γίνεται...»

Ευχαρίστησα το γιατρό, με ανακούφισε κι ο λόγος της νοσηλεύτριας «μη στεναχωριέστε, παιδιά είναι και ξεφεύγουνε, αύριο θα το έχετε ξεχάσει...» έμεινα για λίγο κοντά στο Μιχάλη και βγήκα στη μεγάλη αίθουσα. Ο Άγγελος εκεί, μίλαγε με έναν πενηντάρη. Με πλησίασε, «κύριε Ανέστη, ο κύριος Χάρης, ο ιδιοκτήτης του μπαρ, μαζί φέραμε το Μιχάλη εδώ...» μου έδειξε τον άλλο.

«Τι ακριβώς έγινε, κύριε...»

«Κατ’ αρχήν να εκφράσω τη λύπη μου για το γεγονός...»

«Άσε τις λύπες και λέγε!»

«Είχαν έρθει ο Μιχάλης με τα άλλα παιδιά από νωρίς στο μαγαζί και πίνανε. Κάποια στιγμή αρχίσανε τα σφηνάκια και τα μπερδέψανε. Μέσα στα γέλια και τη φασαρία ο Μιχάλης φάνηκε να χάνει τις αισθήσεις του, έπεσε από το σκαμπό, ευτυχώς δε χτύπησε πουθενά, οι άλλοι μάλλον φοβήθηκαν και την κοπάνησαν. Μόλις είδαμε ότι ο Μιχάλης δε συνερχόταν, πήραμε το 166 και το ασθενοφόρο τον έφερε εδώ. Μαζί του ήρθαμε εγώ κι ο Άγγελος. Αυτά έγιναν. Τώρα...»

«Φαντάζομαι ξέρεις ποια ήταν τα παιδιά, πόσα ήταν;»

«Τρία και βέβαια τα ξέρω...»

«Λοιπόν, επειδή είσαι συνεργός, θα έρθω αύριο το βράδυ νωρίς στο μαγαζί σου, να πούμε κάποια πράγματα με ησυχία. Φρόντισε να είσαι εκεί. Τώρα μπορείς να φύγεις. Ο Άγγελος θα μείνει».

Έφυγε χωρίς να πει κουβέντα. Είχε έρθει η ώρα του Άγγελου.

«Εγώ, κύριε Ανέστη, ξέρετε ότι τον αγαπώ το Μιχάλη, δε θα του έκανα ποτέ κακό...»

«Εσύ δεν είχες ξανθά μαλλιά; Κάνω λάθος;»

«Όχι, κύριε Ανέστη, καλά θυμάστε. Να, ξέρετε... κάθε τόσο αλλάζω χρώμα και στυλ!»

«Για πες μου τι έγινε απόψε, βρε Άγγελε;» τον έπιασα με το καλό.

«Από την αρχή φοβόμουν ότι δε θα έχουμε καλή κατάληξη. Πολύ επιθετικοί ήταν προς το Μιχάλη, τον ζόριζαν να πίνει. Κάποια στιγμή φωνάξανε και μια γκόμενα που του τριβόταν και όλο του τσούγκριζε το ποτήρι. Μετά αρχίσαν τα σφηνάκια. Στη θολούρα μπορεί να κρυφτεί εύκολα, αν θέλεις κάτι να προσθέσεις».

«Άγγελε, θέλω καθαρές απαντήσεις. Ο μπάρμαν έριξε κάτι στο ποτό; Κάποιος από την παρέα; Αυτό μου λες!»

«Όχι, ο μπάρμαν, αποκλείεται. Το παιδί είναι φοιτητής, δεν πίνει αλκοόλ, δεν έχει σχέση με τίποτα παράνομο και τον έχει εκεί ο Χάρης επειδή είναι κούκλος και δουλευταράς. Μη με μπλέξετε, κύριε Ανέστη...»

«Αν και δε μου απάντησες ακριβώς, κατάλαβα. Δε θα σε μπλέξω Άγγελε, μη φοβάσαι. Θέλω να είσαι στο μπαρ αύριο κατά τις εννιάμισι. Κάνε μου και μια αναπάντητη κλήση τώρα να έχω το τηλέφωνο σου. Θα έρθεις έτσι; Μη σε ψάχνω!»

«Θα είμαι, κύριε Ανέστη, εκτός της αγάπης για το Μιχάλη, σας εκτιμώ βαθύτατα, είστε πολύ κύριος!»

Μετά και τα εύσημα που εισέπραξα από τον Άγγελο, πήγα μέσα να δω τον κανακάρη μου. Ροχάλιζε σαν μοσχάρι. Καλό σημάδι, το κακό ήταν πώς θα πέρναγαν οι υπόλοιπες ώρες της νύχτας και οι άλλες της ημέρας. Μπήκα στον πειρασμό να πάρω την Αντιγόνη. Ήταν ο μόνος άνθρωπος, που θα του τηλεφωνούσα στις τέσσερις περίπου το πρωί και -ασχέτως λόγου- δε θα δυσανασχετούσε γιατί θα τον ξύπναγα τέτοια ώρα! «Φιρί φιρί το πας, Λευτεράκο, άστο, θα μπερδευτείς...» στριμώχτηκα σε έναν πάγκο με άλλους που συνόδευαν τους δικούς τους ασθενείς, για περίπου δυο ώρες. Ο Μιχάλης κοιμόταν του καλού καιρού και έτσι έφυγα για το σπίτι. Έκανα ένα μπάνιο, ήπια καφέ, η Δήμητρα δεν είχε πάρει χαμπάρι τίποτα και ξαναγύρισα στον Ευαγγελισμό. Τηλεφώνησα στο εργοστάσιο αργότερα και είπα στην Αντιγόνη ότι θα έλειπα όλη την ημέρα γιατί έπρεπε να πάμε κάπου με το Μιχάλη. Να ακύρωνε ό,τι ήταν προγραμματισμένο. Πήρα το Μιχάλη το απόγευμα και τον πήγα στο σπίτι. Τον έβλεπα σαν πληγωμένο θηρίο. Δε θέλησα να τον φέρω σε δύσκολη θέση. Ό,τι είχαμε να πούμε, θα το λέγαμε αφού ξεκαθάριζα τα πράγματα με τους μάγκες στο μπαρ.

Μπήκα ακριβώς στις εννιάμισι, προχώρησα στη μπάρα, είπα στο μπάρμαν να μου βάλει ένα διπλό σκέτο ουίσκι και να μου φωνάξει το αφεντικό. Με την άκρη του ματιού μου είδα τον Άγγελο στην άλλη άκρη. Το αφεντικό, ο κύριος Χάρης, ήρθε και κάθισε δίπλα μου. Κάτι πήγε να πει αλλά τον σταμάτησα.

«Άκουσε, μια φορά θα τα πω. Αυτό που κάνανε στο Μιχάλη, άσχετα αν τη γλίτωσε, είναι για ισόβια. Το ίδιο ισχύει και για σένα. Τέλος η πλάκα, το τηλέφωνο του Μιχάλη θα το σβήσετε. Στο λέω με το καλό, μη δοκιμάσετε το άλλο! Μόλις έχω και τις επίσημες αναλύσεις μπορώ να κινήσω τη διαδικασία δίωξης. Από σας θα εξαρτηθεί να κάνω πίσω...»

«Κύριε Ανέστη, επιτρέψτε μου. Έχετε δίκιο, κάπου και τα παιδιά το παρατράβηξαν. Όμως δεν είναι κακά παιδιά, ούτε θέλανε να πάθει κάτι ο Μιχάλης. Βλέπανε ότι ο Μιχάλης απομακρυνόταν και θέλησαν να τον κρατήσουν στην παρέα τους».

«Σαν έμπειρος που είσαι καταλαβαίνεις, να μην τα ξαναλέω. Μιχάλης τέρμα. Φρόντισε να το μάθουν και τα φιλαράκια. Αλλιώς...»

«Είστε σαφής, εύχομαι καλή ανάρρωση στο Μιχάλη. Το ποτό σας είναι κερασμένο».

«Κερασμένο; Εντάξει, το δέχομαι, μη σε προσβάλλω κιόλας...» έκλεισα το μάτι στον Άγγελο φεύγοντας.

Ο Μιχάλης αισθανόταν ντροπή, τι να πει και πώς να δικαιολογηθεί. Το εύκολο ήταν να τον στείλω στην πυρά. Χρειαζόταν άλλη μια ευκαιρία. Του την έδωσα.

«Δε θέλω να μου πεις τίποτα. Κατάλαβες ότι μια αδυναμία που μοιάζει αθώα, μπορεί να σε καταστρέψει. Χρειάζεσαι μια άλλη ζωή πια. Μεγάλωσες, δουλεύεις, ασχολείσαι με σοβαρά πράγματα, βρες μια κοπέλα να κάνεις σχέση, τόσον καιρό στο λέω, να ξεδίνεις. Να πηγαίνετε βόλτες, εκδρομές, να ταιριάξετε και με άλλα ζευγάρια, να κάνετε παρέα και να περνάτε όμορφα. Φαντάζομαι μετά το χθεσινό να τέλειωσες μ’ εκείνο το κύκλωμα. Μην επανέλθουμε. Ούτε γι’ αστείο».

«Πατέρα, έχεις δίκιο, παρασύρθηκα. Την πάτησα. Όμως αυτό ήταν το τέλος. Να είσαι σίγουρος πως από δω και πέρα θα είμαι πιο υπεύθυνος. Το πρώτο μάθημα που μου είχες κάνει, μπορεί να το κατάλαβα, αλλά δεν το εφάρμοσα απόλυτα. Σου υπόσχομαι ότι θα το εφαρμόζω σε κάθε τι που θα κάνω στο μέλλον».

«Και μην ξεχνάς, Μιχάλη, επειδή μου το ζήτησες ακολουθώ αυτή τη ζωή και ασχολούμαι με την επιχείρηση. Μη με κάνεις να μετανιώσω!»

«Υπόσχεση...»

Την επομένη έγιναν τα συμβόλαια για την πώληση του σπιτιού στο Κουκάκι. Με την εξουσιοδότηση της Αφροδίτης υπέγραψα όλα τα σχετικά και κατέθεσα τα χρήματα σε έναν κοινό λογαριασμό που είχε με τη Δήμητρα. Στη συνέχεια μιλήσαμε πολλή ώρα στο τηλέφωνο γιατί η επιχείρηση χρειαζόταν άμεση χρηματοδότηση. Καταλήξαμε να βάλει υποθήκη το διαμέρισμα της στο Χαλάνδρι, αντί να πουληθεί, γιατί οι τιμές ήταν πλέον εξευτελιστικές. Η τράπεζα μας έδινε πολύ περισσότερα και με σχετικά καλούς όρους. Αν χρειαζόταν, θα έβαζαν υποθήκη και το ακίνητο στο Κολωνάκι. Όλα για να στηρίξουν την ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗ και το Μιχάλη. Το Μιχάλη, που μετά το κάζο που έπαθε, σαν «βρεγμένη γάτα» παρακολουθούσε τα μαθήματα στη σχολή στελεχών και στο «πανεπιστήμιο» της ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗΣ.

Με τόσα που είχα φορτωθεί και είχαν μαζευτεί μέσα μου τον τελευταίο καιρό, το μόνο που ήθελα ήταν να τα πιω σε μια μπάρα, με τη συντροφιά κάποιου που να ήθελε να ακούσει. Μας έπιασε απόγευμα στο εργοστάσιο. Είχαν έρθει κάτι πελάτες από την Κρήτη και πέρασε η ώρα μέχρι να συμφωνήσουμε σε κάτι παραγγελίες. Είπα στο Μιχάλη να πάρει το αυτοκίνητο και να φύγει, στην Αντιγόνη να μείνει.

«Έχεις αυτοκίνητο έτσι;»

«Ναι, θέλετε να σας πάω κάπου;»

«Πάμε να σε κεράσω ένα ποτό πρώτα και μετά με πας στο σπίτι!»

«Μπα! Πλάκα μου κάνετε...»

«Γιατί; Δε δικαιούμαι κι εσύ δεν αξίζεις ένα κέρασμα!»

«Προτιμώ αυτά να τα πούμε με το ποτό! Μισό λεπτό να μαζέψω και φεύγουμε».

Η παραγγελία στο μπαρ, ήταν ένα διπλό σκέτο ουίσκι για μένα και μια βότκα πορτοκάλι για την Αντιγόνη. Καθισμένοι στα σκαμπό κοντά, τα πόδια μας ξεπέρασαν γρήγορα την τυχαία επαφή. Άρχισα να μιλάω, αλλά αυτά που έλεγα ήταν άλλα από εκείνα που ήθελα. Το πήγα στις ανεκπλήρωτες καλλιτεχνικές μου επιθυμίες. Χείμαρρος. Κάποια στιγμή έβαλε τα γέλια.

«Καλά είστε απίστευτος, τι μου λέτε; Πώς μπλέκετε τόσο αλλόκοτα πράγματα και τα κάνετε να φαίνονται φυσιολογικά; Είναι κι ο τρόπος που τα λέτε!»

«Αντιγόνη, χημικός είμαι. Και εραστής του σύμπαντος!»

Σηκώθηκε, έβγαλε πριν προλάβω να τη σταματήσω το πορτοφόλι από την τσάντα της και πλήρωσε. «Πάμε...»

Στο δρόμο ήταν η σειρά της να μιλήσει. Να βγάλει τα δικά της κρυμμένα.

«Κύριε Λευτέρη, εγώ δεν μπορώ άλλο να προσποιούμαι. Είμαι ερωτευμένη μαζί σας και νομίζω πως είστε και σεις. Ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει αυτό, όπως ότι το πιθανότερο είναι να χάσω και τη δουλειά μου. Δε με νοιάζει, θέλω μόνο να ζήσω αυτό το αίσθημα μαζί σας, όσο πιο δυνατά γίνεται. Όσο περισσότερο μπορέσω».

«Καταλαβαίνεις τι μου λες, ποια στιγμή μου το λες;»

«Βαρέθηκα τα πρέπει και δεν πρέπει, πότε επιτρέπεται κάτι και πότε όχι. Ε, λοιπόν, αν μονίμως αποφασίζουν αυτά, εγώ δε θα ζήσω ποτέ;»

Σταμάτησε το αυτοκίνητο δεξιά σε έναν παράδρομο. Το σκοτάδι πηχτό. Ακούμπησα το κεφάλι στο μαξιλάρι του καθίσματος και έκλεισα τα μάτια. Μου πήρε το αριστερό χέρι και το έβαλε ανάμεσα στους μηρούς της. Τα πρώτα της φιλιά τα αισθάνθηκα στο λαιμό μου.

«Μη συνεχίζεις, Αντιγόνη, δεν είναι σωστό, δεν οδηγεί πουθενά».

Σαν να μη με άκουγε, με φιλούσε στο στόμα και με τα δυο της χέρια χάιδευε το πρόσωπο μου. Δεν αντιστάθηκα για πολύ. Παρασύρθηκα στη γλυκιά ηδονή που μετά από μεγάλο διάστημα αισθανόμουν και πάλι. Αγκαλιαστήκαμε σφιχτά. Τα φιλιά γέμισαν πάθος, οι ανάσες βάρυναν, μικρές κραυγές και μουγκρητά. Η Αντιγόνη σταμάτησε, γύρισε τι μίζα της μηχανής και ξεκίνησε.

«Πάμε στο σπίτι μου, θέλω να μείνει αξέχαστο».

Παραδομένος, δεν αρνήθηκα, δεν αντέδρασα, ένιωσα σαν να το περίμενα από καιρό. Ανεβήκαμε στο σπίτι της, με κάθισε σε έναν καναπέ, έβαλε μουσική, μου γέμισε ένα ποτήρι με ουίσκι και μου είπε να περιμένω λίγο να κάνει ένα ντους. Ήπια δυο γουλιές την ώρα που ο Πάριος τραγούδαγε… Μα το δικό σου αμάρτημα, του κόσμου όλα τα δάχτυλα... Δεν άργησε πολύ. Τυλιγμένη σε απαλό ροζ μπουρνούζι, με πήρε από το χέρι και με οδήγησε στο κρεβάτι της. Η κορύφωση της ηδονής με βρήκε ανάσκελα με την Αντιγόνη πάνω μου. Το σώμα της καμάρα προς τα πίσω, το κεφάλι ψηλά με τα ξανθά μακριά μαλλιά κυματιστά να φτάνουν κοντά στη μέση της και τα στήθη να εξέχουν ολόστητα, προκλητικά. Στηριζόταν στις παλάμες της που κρατούσαν τα γόνατα μου, τα πόδια της λυγισμένα, ελεύθερα, δεξιά και αριστερά στους ώμους μου. Τα χέρια μου από τους γοφούς, στην κοιλιά, στα στήθη, το λαιμό, τα χείλη, τα μαλλιά. Όνειρο, αισθήσεις ανάκατα, μαγεία, η τελειότητα της ένωσης. Χαλάρωσε, ακούμπησε στο στήθος μου. Μικρά φιλιά στο πρόσωπο και χάδια στο λαιμό. Δεν έφευγε από πάνω μου.

Μετά από δυο ώρες κατέβηκα από το σπίτι της και πήρα ταξί για το δικό μου. Την άφησα κοιμισμένη με χαμόγελο. Αυτό κι αν ήταν αδιέξοδο. Αυτό κι αν είχε ενοχές. Αυτό κι αν ήταν ανέντιμο. Το να επικαλείσαι ανθρώπινες αδυναμίες είναι αρκετό; Φτάνει; Σε απαλλάσσει, γιατί το δικό σου αμάρτημα, είναι μικρότερο από κάποιου άλλου;

Πηγαίνοντας αργά το πρωί στο εργοστάσιο, σκεφτόμουν πώς θα αντίκριζα την Αντιγόνη. Να της έδινα ένα φιλί για το ωραίο βράδυ ή να την κατσάδιαζα γιατί με παρέσυρε. Τώρα θα μου πεις, πώς παρέσυρε έναν εξηντάρη που είχε φάει τη ζωή με το κουτάλι, αν ο ίδιος δεν το ήθελε! «Έλα μου ντε», όπως έλεγε η θεία Ματίνα, που ζούσε ακόμα. Είχαν βάλει και στοίχημα με τη μάνα μου ποια θα έφευγε πρώτη! Φτάνοντας μπήκα στο γραφείο. Με ακολούθησε η Αντιγόνη. Έκλεισε την πόρτα και με πλησίασε.

«Καλημέρα, κύριε Λευτέρη! Τι κάνετε; Ένα μόνο φιλί επιτρέπεται;»

«Ξέρεις, Αντιγόνη...»

«Ξέρω, κύριε Λευτέρη, δεν είναι σωστό από τη στιγμή που η κυρία Δήμητρα είναι στην κατάσταση που είναι. Μόνο που δεν είναι πιστευτό, κύριε Λευτέρη! Σκέτη υποκρισία, κύριε Λευτέρη! Ποιον κοροϊδεύετε; Πόσα χρόνια δεν έχετε σχέση; Αν είχατε χωρίσει και πηδιόμαστε κύριε Λευτέρη, όλα θα ήταν εντάξει; Επειδή δεν είχατε το θάρρος ή σκεφτόσαστε μόνο το συμφέρον σας, δε χωρίσατε. Αυτό δεν μπορείτε να το αρνηθείτε. Επομένως πού είναι το λάθος; Από πότε είναι λάθος δυο άνθρωποι ελεύθεροι, γιατί και σεις, κύριε Λευτέρη, ελεύθερος είστε, να ερωτεύονται; Εγώ δεν έχω να απολογηθώ για τίποτα και σε κανέναν. Αν εσείς έχετε τύψεις, σας φορτώνουν ενοχές, ζήστε μ’ αυτές. Ο καθένας παίρνει ό,τι αξίζει. Ιδίως στον έρωτα. Αν θέλετε κάτι για τη δουλειά, φωνάξτε με» βγήκε αφήνοντας ανοιχτή την πόρτα.

«Τώρα τι κάνουμε, Λευτεράκο;»

Ο Στράτος μόνο μπορούσε να βοηθήσει. Συνάντηση στην ταβέρνα με ειδική άδεια από την Κλαίρη, για σοβαρό λόγο.

«Τι γίνεται στην περίπτωση μου, παλιέ γκομενιάρη; Εσύ που όλα τα ξέρεις;»

«Να σου πω, τα πράγματα δεν είναι τόσο σοβαρά. Γιατί σε πιάνει πανικός! Με τη Δήμητρα έχετε τελειώσει προ πολλού. Το γκομενάκι γουστάρει το πουρό που της λέει ωραία παραμύθια κι εσύ απολαμβάνεις το, για την ηλικία σου, τρυφερούδι. Φυσιολογικό μου φαίνεται».

«Κοίτα ποιον βρήκα να του πω τον πόνο μου!»

«Γιατί, ρε Λευτέρη! Αν είχες χωρίσει με τη Δήμητρα εδώ και ένα, δύο, πέντε χρόνια, θα είχες κάτι να σ’ εμποδίζει να φτιάξεις τη ζωή σου με μια άλλη γυναίκα; Γιατί όχι να την ερωτευτείς, να την αγαπήσεις; Χιλιάδες ζευγάρια χωρίζουν και συνεχίζουν τη ζωή τους με κάποιον άλλο σύντροφο. Αυτό είναι το φυσιολογικό. Η αναπηρία της Δήμητρας δεν έχει σχέση, μπορούσε να συμβεί οποτεδήποτε, όπως και να συμβεί στον οποιονδήποτε. Αν αισθάνεσαι ότι αυτό που συνέβη στη Δήμητρα, πριν χωρίσετε τυπικά, σε δεσμεύει να σταματήσεις τη ζωή σου και να της αφιερωθείς, δεν ξέρω με ποιο τρόπο, τότε κάν’ το. Σ’ αυτή την περίπτωση η γνώμη μου είναι ότι θα χάσετε και οι τρεις».

«Περίπου αυτά μου είπε και η Αντιγόνη, ρε φίλε».

«Λευτέρη, όσες φορές χρειάστηκε στη ζωή σου, μετά το Παρίσι, να πάρεις αποφάσεις κόντρα σε ιδεοληψίες και στερεότυπα, δεν τις πήρες, συμβιβάστηκες τελικά. Ξέρεις πολύ καλά ότι δικαιολογίες πάντα υπάρχουν ή βρίσκουμε. Αναμετρήσου με μια ακόμη πρόκληση, με ιδιαίτερα ηθικά διλήμματα. Για σένα! Εγώ δε θα είχα κανένα».

Την ώρα που χωρίζαμε μου το φύλαγε «Α... ξέχασα να σου πω... Θυμάσαι τη συμφοιτήτρια μας τη Φλώρα! Εκείνη τη γυναικάρα που ήμαστε όλοι ερωτευμένοι μαζί της; Και όλο το Φαρμακευτικό και το Φυσικό; Πέθανε, την έφαγε ο καρκίνος...» Πριν προλάβω να ρωτήσω κάτι περισσότερο «Α... έμαθες και το άλλο; Το συμμαθητή μας από το Γυμνάσιο, τον Τριαράκη, τον βάλανε φυλακή για κάτι μίζες που πήρε στον οργανισμό που ήταν πρόεδρος».

Μου έκανε την καρδιά περιβόλι. Ό,τι έπρεπε νέα για να με τονώσουν εκείνη την ώρα. Έφτυσα τον κόρφο μου χαμογελώντας. Τελικά, καλύτερα να σε θυμούνται για την ομορφιά ή την ασχήμια σου, παρά για την ατιμία σου.

«Γι’ αυτό σου λέω, μια χαρά είμαστε φίλε...» μου φώναξε ο Στράτος κορνάροντας, καθώς πέρασε από δίπλα μου με το αυτοκίνητό του.

Καλημέρισα με ιδιαίτερη διάθεση όποιον έβλεπα στο εργοστάσιο. Καλημέρισα και την Αντιγόνη και της έκανα νόημα να έρθει στο γραφείο μου. Μπαίνοντας, της είπα να κλείσει την πόρτα. Άπλωσα το χέρι μου και της πρόσφερα τρεις γαρδένιες σε ένα αλουμινόφυλλο.

«Το ήξερα. Ήξερα ότι άξιζε να σας ερωτευτώ. Κύριε Λευτέρη, πόσο ευτυχισμένη με κάνετε...»

Τη σταμάτησα πριν πέσει στην αγκαλιά μου. «Αντιγόνη, θέλω να σεβαστούμε αυτό το χώρο. Εδώ ήταν και το γραφείο του Λαμπρινού. Θα με κεράσεις ένα ποτό στο σπίτι σου το βράδυ;»

Έτσι λοιπόν, με εσωτερικές συγκρούσεις και πάθος, άρχισε η σχέση μου με την Αντιγόνη. Τι μέλλον μπορούσε να έχει αυτή; Δεν έφτανε αυτό που θα ζούσαμε; Εμένα μου περίσσευε, το ίδιο και στην Αντιγόνη. Χωρίς κάποια δέσμευση και χωρίς να κάνουμε υποχωρήσεις, θα ζούσαμε αυτή τη σχέση που ο ένας έδινε στον άλλο ό,τι είχε ανάγκη. Αυτό τελικά που και οι δυο χρειαζόμαστε.

Η θεία Ματίνα, η αγαπημένη συγγενής και αχώριστη παρέα της μητέρας, μετά από μια σύντομη αρρώστια, έφυγε, αφήνοντας πίσω της την ανάμνηση μιας απλής αλλά τόσο ενδιαφέρουσας γυναίκας. Η καλή της κουβέντα και η συμπαράστασή της με συνόδευαν σε ό,τι κι αν έκανα από μικρός. Έπαιρνε και πάντα το μέρος μου στις διαφωνίες που είχα με τη μάνα μου. Πώς να μην της έχω και γω αδυναμία! Οι δυο ξαδέρφες, οι Άννες, η κόρη μου και η κόρη της Ελένης, συνόδευσαν τη γιαγιά τους από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Μετά την κηδεία, που έγινε στο Νεκροταφείο Ζωγράφου, πήγα τη μητέρα να δει τη Δήμητρα. Περίεργες στιγμές. Θέλεις συμπόνια, κάτι σαν λύπη, τα χρόνια που προσθέτουν σεβασμό ή απόρριψη; Πέρασαν κάπου μια ώρα οι δυο τους. Δακρυσμένες, αγκαλιάστηκαν σφιχτά πριν αποχωριστούν.

Ο Μιχάλης είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά και συνέχιζε την ταχύρρυθμη εκπαίδευση με γενικό τίτλο «Διευθύνοντας μια επιχείρηση», η Δήμητρα αφοσιωμένη στη ζωγραφική της και τις φυσιοθεραπείες της και εγώ να απολαμβάνω τον έρωτα μου με την Αντιγόνη. Και οι τρεις της οικογένειας που είχαμε απομείνει στην Αθήνα, μπορεί να μέναμε στο ίδιο σπίτι, όμως δεν είχαμε κοινή ζωή. Ο καθένας ακολουθούσε τη δική του.

Είχαν περάσει δυο βδομάδες από το βράδυ με την περιπέτεια του Μιχάλη. Μου τηλεφώνησε ο γιατρός που είχα παρακαλέσει να με ειδοποιήσει όταν έβγαιναν τα αποτελέσματα των εξετάσεων.

«Επειδή είστε χημικός, κύριε Ανέστη, θα καταλάβετε. Βρήκαμε εκτός από μεγάλη ποσότητα αλκοόλ, αιθανόλης δηλαδή, και γάμμα-υδροξυβουτυράτη, τη λεγόμενη “υγρή έκσταση”. Προφανώς του την έριξαν στο ποτό του. Ο εμετός και η γρήγορη μεταφορά στο νοσοκομείο, όπως σας είχα πει, ευτυχώς τον βοήθησαν να αποφύγει τα χειρότερα. Τα αναλυτικά αποτελέσματα είναι στη διάθεση σας και μπορείτε να περάσετε να τα πάρετε».

Τον ευχαρίστησα. Βράζοντας από οργή, πήρα τηλέφωνο τον Άγγελο.

«Άκου σε με προσεκτικά... Επειδή αν έρθω στο μπαρ και συναντήσω αυτούς τους τύπους και τον ιδιοκτήτη, μπορεί να κάνω κανένα κακό, πες τους ότι οι εξετάσεις βγήκανε και ξέρουμε τι έκαναν στο Μιχάλη. Μην τολμήσουν και να σκεφτούν να τον ξαναενοχλήσουν γιατί θα τους κλείσω φυλακή, όλους. Τελειώσαμε...»

Προβληματίστηκα αν έπρεπε να κινήσω τη διαδικασία δίωξης τους. Τα στοιχεία υπήρχαν. Θα ήταν υποχρεωμένος όμως ο Μιχάλης ν’ αντιμετωπίσει, για άγνωστο διάστημα, μια έντονα ψυχοφθόρα κατάσταση, που πιθανόν και να μην την άντεχε. Ιδιαίτερα αυτή την περίοδο των αλλαγών στη ζωή του, που μόνος του είχε αποφασίσει, μετά το ατύχημα της μητέρας του. Θα έπαιρνε αναπόφευκτα και τέτοια έκταση το θέμα, που αν και πότε, ερχόταν η τιμωρία τους, θα ήταν χάδι μπροστά στις συνέπειες που θα είχαμε υποστεί εμείς. Για μια ακόμη φορά συμβιβάστηκα.

Με την Αντιγόνη βλεπόμαστε καθημερινά, εκτός της δουλειάς, κυρίως στο σπίτι της. Έμενε στην Άνω Κυψέλη. Εκεί ζούσαμε τον έρωτα μας. Είχα ηρεμήσει, οι αναστολές μου είχαν καμφθεί τελείως, δεχόμουν αυτό που η ζωή σε μια δύσκολη στροφή μου πρόσφερε. Εκεί, τις στιγμές που αισθάνεσαι μετέωρος, που πίσω σου έχεις το πολύ και μπροστά σου το λίγο, σου στέλνει την Αντιγόνη. Πώς ν’ αρνηθείς το δώρο;

Πρωινό τηλεφώνημα από την Ελένη. «Λευτέρη, δυστυχώς χάσαμε τη μητέρα. Έπαθε ένα ελαφρύ εγκεφαλικό τη νύχτα, την πήγαμε στο νοσοκομείο, αλλά τα χαράματα είχαμε ένα βαρύ και δεν τα κατάφερε. Να ζήσουμε να τη θυμόμαστε αδελφούλη μου. Τον άλλο μήνα θα έκλεινε τα ενενήντα». Το αίσθημα όταν χάνεις τον άνθρωπο που σ’ έχει φέρει στη ζωή, μοναδικό. Μαζί με την απώλεια της μάνας, κόβεται κι ο δικός σου σύνδεσμος με το παρελθόν. Η αιώνια συνέχεια της ζωής στιγματισμένη με επώδυνους χωρισμούς. Μια μικρή αναδρομή, κάποιες αναμνήσεις, στιγμές καλές και άσχημες, γέλια και κλάματα, η φροντίδα και η αγάπη, και ένα «ευχαριστώ μάνα», στον απόηχο της λύπης, μετά το τηλεφώνημα.

Την κηδέψαμε στο νεκροταφείο Ζωγράφου, μαζί με τον πατέρα, κοντά και στη Ματίνα. Όλοι εκεί, παιδιά και εγγόνια. Μόνο η Δήμητρα έλειπε. Τα παιδιά έφυγαν την επομένη για Θεσσαλονίκη. Έμειναν η Ελένη με το Θεόφιλο. Τους είπα ότι η ζωή μου με τη Δήμητρα είχε τελειώσει και ότι δεν υπήρχε καμιά περίπτωση κάτι ν’ αλλάξει. Μου είπαν τα δικά τους, κυρίως για τα παιδιά και συζητήσαμε και τα κληρονομικά. Οι μετοχές που είχαμε στην εταιρεία χρωμάτων θα έμεναν μισές μισές και το σπίτι της Πανόρμου, επίσης μισό μισό, σε μένα και την Ελένη. Φύγανε χωρίς να δούνε τη Δήμητρα. Δεν το θέλησε και η ίδια.

Μια βδομάδα μετά, πρωί, πριν ξεκινήσω για το εργοστάσιο, παίρνω το πρωινό μου στην κουζίνα. Ο Μιχάλης είχε ήδη φύγει και η Δήμητρα βρισκόταν στο ατελιέ. Η γυναίκα που της έκανε συντροφιά ήρθε και με καλημέρισε, μου είπε ότι η κυρία Δήμητρα ήθελε να μου μιλήσει. Παίρνοντας μαζί μου την κούπα με τον υπόλοιπο καφέ, πήγα.

«Καλημέρα. Θέλω να σε ρωτήσω πώς τα πάει ο Μιχάλης στη δουλειά».

«Καλά θα έλεγα, δείχνει ενδιαφέρον και μαθαίνει αρκετά γρήγορα».

«Μπορεί δηλαδή να διευθύνει το εργοστάσιο, έστω και με επίβλεψη;»

«Το βλέπω δύσκολο άμεσα. Σύντομα όμως θα μπορεί, πάντα με την προϋπόθεση να συνεχίσει να δουλεύει όπως τώρα. Και με βοήθεια εννοείται!»

«Η δουλειά πώς πάει γενικότερα;»

«Το παλεύουμε. Οι συνθήκες είναι έκτακτες, με προβλήματα».

«Εσύ;»

«Τι εγώ;»

«Εσύ πώς τα πας; Δεν αποφάσισες ακόμα να διώξεις τη γραμματέα σου;»

«Για ποιο λόγο;»

«Για τον ίδιο λόγο που οι άλλοι δυο προηγούμενοι από σένα, τη διώξανε! Λες να ήταν πιο χαζοί;»

«Και πού ξέρεις εσύ ποιοι και γιατί τη διώξανε!»

«Μια γυναίκα άμα θέλει να μάθει κάτι, το μαθαίνει, πάντα!»

«Δε ντράπηκες ν’ ανακατεύεσαι στη ζωή της;»

«Για σένα το ‘κανα, να σε προστατεύσω».

«Να με προστατεύσεις από τι; Αν δε μου έκανε θα την είχα απολύσει».

«Μην κάνεις το βλάκα! Έλα τώρα, που την έχεις μόνο για γραμματέα!»

«Τι είναι αυτά που λες; Ότι έχω ερωτική σχέση με την Αντιγόνη;»

«Σιγά το νέο! Αν δεν είχες θα ήταν το περίεργο! Μ’ αυτό το τσουλί!»

«Τι να σου πω, σέβομαι την κατάσταση σου».

«Να μη σέβεσαι τίποτα που αφορά εμένα. Δεν έχω ανάγκη ούτε τη συμπόνια σου, ούτε τα παραμύθια σου. Χόρτασα τόσα χρόνια. Και να μη νοιάζεσαι για μένα. Έχω να ζήσω και να πληρώσω για ό,τι χρειαστώ. Εσύ κανόνισε, όπως έχεις υποχρέωση να εξασφαλίσεις τα παιδιά. Κυρίως το Μιχάλη, η Άννα δε νομίζω να θέλει και κάτι από σένα. Έστω και αργά, έστω και τώρα, να μπουν τα πράγματα στη θέση τους...»

 «Μήπως παραλογίζεσαι Δήμητρα...»

«Και δεν υπάρχει κανένας λόγος πια να μένουμε μαζί. Θα έλεγα, καλύτερα να φύγεις. Κι αν θέλεις διαζύγιο να μου το πεις να υπογράψω αμέσως. Μπορεί να θέλεις να ξαναφτιάξεις τη ζωή σου. Δικαίωμα σου. Από μένα είσαι ελεύθερος, δε θα σταθώ εμπόδιο».

Δε μου έμενε άλλος δρόμος παρά αυτός, Ψυχικό-Πανόρμου. Αμπαλάρισα ρούχα και ό,τι άλλο προσωπικό είχα στο Ψυχικό και τα μετέφερα στην Πανόρμου. Τριάντα τόσα χρονιά μετά, ξαναγύριζα στο πατρικό. Μου φαινόταν άδειο. Μάνα, πατέρας, αδελφή, απόντες, μόνο πράγματα δικά τους και εικόνες. Ήταν τελικά άδειο. Δεν έφταναν οι θύμησες για να γεμίσει. Βρήκα κι εγώ απάγκιο στο σπίτι της Αντιγόνης. Εκεί κοιμόμουν τα περισσότερα βράδια. Στην αγκαλιά της. Τα παιδιά στεναχωρήθηκαν. Όσο και να ήξεραν ότι με τη μητέρα τους δεν είχαμε εδώ και καιρό καμία σχέση, η χωριστή στέγη σήμαινε και το τέλος της οικογένειας. Το αποδέχτηκαν με βαριά καρδιά, με ωριμότητα και αγάπη, μοίρασαν τη συμπαράσταση τους ίσια και στους δυο μας.

Το Δεκέμβρη του 2012 ο Μιχάλης κρατά το τιμόνι της ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗΣ. Εγώ λίγο πιο πίσω, τον είχα αφήσει να παίρνει τις αποφάσεις αυτός. Είχε κάνει θεαματική πρόοδο το τελευταίο διάστημα. Απαλλαγμένος και από το άγχος με το απολυτήριο του στρατού, που τελικά το πήρε για ψυχολογικούς λόγους, μετά τις δυο αναβολές που του είχαν δώσει, είχε πέσει με τα μούτρα στη δουλειά. Μπροστά μας μια ακόμη δύσκολη περίοδος. Νέες δεσμεύσεις αναλαμβάνει η χώρα μας στο πλαίσιο της συμφωνίας για το δεύτερο μνημόνιο με τους δανειστές, τη στιγμή που η ύφεση κατατρώει τις σάρκες που έχουν απομείνει στην αγορά. Οι βίαιες, βαθιές αλλαγές στην οικονομία, οι φόροι, οι περικοπές στο κοινωνικό κράτος και η ανεργία -ιδιαίτερα των νέων- επηρεάζουν όλο και περισσότερους και υποβαθμίζουν το επίπεδο της ζωής κυρίως αυτών με μικρά και μεσαία εισοδήματα. Για πολλούς η απειλή της φτώχειας γίνεται εφιάλτης και άλλους τα αδιέξοδα τους οδηγούν στα άκρα. Στη Συρία φουντώνει ο εμφύλιος. Φανατισμοί και συμφέροντα, εκρηκτικό μείγμα, άγνωστες και απρόβλεπτες οι συνέπειες. Έπρεπε πάλι κάτι να κάνουμε, να υπερβούμε ξανά τον εαυτό μας για να επιβιώσουμε. Προσλάβαμε ένα νέο επιστήμονα, τον Ηλία, χημικό μηχανικό με γνώσεις σύγχρονου μάνατζμεντ και μάρκετινγκ, που είχε δουλέψει στην Ιταλία και κάναμε στροφή, στοχεύοντας συγκεκριμένους κλάδους και προϊόντα. Ξεκινήσαμε και πάλι τα ανοίγματα στο εξωτερικό και κλείσαμε τις πρώτες μας συμφωνίες με εταιρείες στην Τουρκία και την Πολωνία. Το δίδυμο Ηλία και Μιχάλη από την αρχή έδειξε ότι θα τα πήγαινε καλά στην ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗ. Πέρα από τη συνεργασία τους στην επιχείρηση, οι δυο τους έδεσαν και σαν άνθρωποι και δεν άργησαν να γίνουν και φίλοι. Η διάθεση τους, οι ιδέες τους, οι πολλές ώρες δουλειάς και η αποφασιστικότητα τους, ήταν τα στοιχεία εκείνα που με έκαναν να πιστεύω ότι θα πετύχαιναν. Η πίστη μου αυτή και τα θετικά μηνύματα που δειλά άρχισαν να έρχονται, με άφηναν να φαντάζομαι ένα πιο χαλαρό μέλλον για μένα, πιο ανέμελο, με λιγότερες σκοτούρες. Μόνο άλλη αναποδιά να μη μου τύχαινε.

 

Απόδραση...

 

Δυο χρόνια μετά

 

«Θ

ειούλη μου, ξέρεις πόσο σ’ αγαπώ, όλοι σ’ αγαπάμε! Σε περιμένουμε να έρθεις να περάσουμε μαζί τα Χριστούγεννα και την Πρωτοχρονιά! Μη μου πεις όχι! Εντάξει;»

Στο τηλέφωνο η Ειρήνη, η μικρή ανιψιά μου, η κόρη της Ελένης, η οποία κόντευε τα είκοσι, φοιτήτρια της αρχιτεκτονικής. Πώς να μην της έχω ιδιαίτερη αδυναμία;

«Βάζουν εσένα για να με τουμπάρεις, ε; Μάλλον θα έρθω, μου έχετε λείψει και σεις και η Θεσσαλονίκη».

Είχαν περάσει τέσσερα, μπορεί και πέντε χρόνια από την τελευταία φορά που ανέβηκα στη Θεσσαλονίκη. Η νοσταλγία, η παλιά αγάπη και παντοτινή, σε κάνουν να θέλεις να γυρίσεις, έστω και για λίγο. Μήπως και τη χορτάσεις, μήπως και συμπληρώσεις το κομμάτι που άφησες κενό την προηγούμενη φορά. Μόνο που κάθε φορά που φεύγεις από κοντά της, αφήνεις πίσω κι άλλο κομμάτι κενό. Προκλητική η μαγεία της και ανίκητη η έλξη της.

Σε λίγες ημέρες, θα έρχονταν τα Χριστούγεννα του 2014. Αποτραβηγμένος από την ΥΦΑΝΤΟΥΡΓΙΚΗ, που διοικούσαν πλέον ο Μιχάλης σαν πρόεδρος κι ο Ηλίας σαν διευθύνων σύμβουλος, ανακατευόμουν μόνο αν μου το ζητούσαν. Χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα η εταιρεία άντεχε στο ασταθές οικονομικό περιβάλλον και την παρατεταμένη ύφεση. Οι δυο τους είχαν γίνει κάτι παραπάνω από κολλητοί. Ο Μιχάλης μάλιστα τα είχε φτιάξει και με μια ξαδέρφη του Ηλία, τη Σοφία. Τα χρώματα συνεχώς αύξαναν τις επιδόσεις τους. Παρέμεναν το αποκούμπι μου όσο διατηρούσα τις μετοχές μου εκεί. Η Άννα μου, ασκούσε πια δικηγορία στη Θεσσαλονίκη και είχε σχέση με τον Ευθύμη, πολιτικό μηχανικό που είχε τεχνική εταιρεία με ένα φίλο του μηχανολόγο ηλεκτρολόγο. Η Δήμητρα, αφοσιωμένη στη ζωγραφική της, έχοντας αποδεχτεί από καιρό την κατάστασή της και έχοντας προσαρμοστεί απόλυτα στα δεδομένα που της επιφύλαξε η ζωή, ετοιμαζόταν για μια έκθεση καλλιτεχνών στη Νέα Υόρκη, με παρόμοια προβλήματα με το δικό της. Στην Ελλάδα είχε ήδη συμμετοχή σε μία, στην οποία πήρε θετικές κριτικές και πούλησε και τρεις πίνακες σε ιδιαίτερα καλές τιμές. Η Ελένη με το Θεόφιλο πάντα αγαπημένοι, η μεγάλη κόρη τους η Άννα τέλειωνε την ιατρική και τα δίδυμα φοιτητές, η Ειρήνη στην αρχιτεκτονική κι ο Θάνος στη νομική. Ο Στράτος έφτασε να γίνει γενικός διευθυντής στην εταιρεία πλαστικών, που δούλευε από το 1978 κι ο Γιώργος Αναπληρωτής Καθηγητής Καρδιολογίας. Η Αντιγόνη, μετά από περίπου ένα χρόνο που ήμαστε μαζί, ανακάλυψε μέσω facebook τον πρώτο της έρωτα, που είχε χωρίσει από το γάμο του και τα ξανάφτιαξαν. Με πείραξε, όπως ήταν φυσικό, όμως έγινε αυτό που από την αρχή ήξερα -όπως και η Αντιγόνη- ότι το πιθανότερο ήταν κάποια στιγμή η σχέση μας να τέλειωνε. Μου έμειναν οι καλές αναμνήσεις από την αφοσίωσή της και το ερωτικό πάθος που ζήσαμε. Οι συνέπειες από τα βάρη τόσων χρόνων, οι έντονες και συνεχείς ψυχολογικές πιέσεις, ξέσπασαν σε μια καταθλιπτική διαταραχή που με βασάνισε αρκετούς μήνες. Δεν ξέρω πώς κι αν θα κατάφερνα να ξεφύγω από τον εφιάλτη, χωρίς τη βοήθεια εκείνου του καλού ψυχίατρου από το Δρομοκαΐτειο. Είναι γεγονός πως όσο υπήρχε η Αντιγόνη στη ζωή μου και είχα και την έννοια της δουλειάς, περνούσε ο καιρός. Το τελευταίο διάστημα που τα έχασα και τα δυο, η ζωή μου είχε βαλτώσει επικίνδυνα. Αισθανόμουν την απειλή να μαραζώσω πριν την ώρα μου. Όμως δεν έβρισκα και κάτι που να έχει ενδιαφέρον, κάτι όμορφο για να ασχοληθώ τα χρόνια που έμεναν ακόμη να ζήσω.

Ένα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη μπορεί να με βοηθούσε να βρω κάτι. Τουλάχιστον από εκεί, από απόσταση, θα έβλεπα τα πράγματα πιο ψύχραιμα, θα σκεφτόμουν χωρίς πίεση. Έτσι, πήρα την απόφαση να ανέβω στη Θεσσαλονίκη, έβγαλα εισιτήριο, έκλεισα ξενοδοχείο και τακτοποίησα τις δουλειές που άφηνα πίσω μου. Θα ταξίδευα με το τρένο. Ήθελα να ξαναζήσω τη μαγική διαδρομή, μετά από πολλά χρόνια. Αναχώρηση στις 23 Δεκεμβρίου, δύο και τέταρτο το μεσημέρι. Η Άννα με τον Ευθύμη θα έρχονταν στην Αθήνα την παραμονή των Χριστουγέννων, να γιορτάσουν μαζί με τη Δήμητρα και το Μιχάλη και να γνωρίσουν η μητέρα κι ο αδελφός, τον αγαπημένο της Άννας.

Μια μέρα λοιπόν πριν να φύγω, κατέβηκα στο κέντρο της Αθήνας να χαζέψω λίγο το χριστουγεννιάτικο στολισμό της και να πάρω δώρα για τους Θεσσαλονικείς. Μπήκα στο σταθμό του μετρό της Πανόρμου, λίγο πιο κάτω από το σπίτι μου, με προορισμό το Σύνταγμα. Είχε κενές θέσεις στο συρμό που ήρθε και κάθισα σε μια δίπλα στο παράθυρο. Σηκώνοντας το κεφάλι, είδα απέναντι μου τη Νικόλ. Στις αφίσες που διαφήμιζαν μια ταινία που παιζόταν στους κινηματογράφους. «Η ταινία που μάγεψε θεατές και κριτικούς στο Φεστιβάλ της Βενετίας. Με την εκπληκτική ερμηνεία της Nicole De July». Πήρα βαθιά ανάσα και ξαναδιάβασα. Δεν έκανα λάθος. Η Νικόλ, η δικιά μου Νικόλ, ήταν απέναντι μου. Γύρισα το κεφάλι μου στις άλλες θέσεις, σε όλο το βαγόνι. Παντού η μορφή της, λίγο γερασμένη, αλλά πανέμορφη. Έτοιμος ήμουν ν’ αρχίσω να λέω σε όσους βρίσκονταν γύρω μου, «η Νικόλ ήταν φίλη μου, ήμαστε ερωτευμένοι...» Ευτυχώς που δεν το’ κανα, θα με πέρναγαν για τρελό! Ηρέμησα κάπως από το σοκ.

«Ευαγγελισμός...» ακούστηκε από τα μεγάφωνα καθώς μπαίναμε στην πλατφόρμα του σταθμού. Σταματήσαμε και οι πόρτες άνοιξαν. Στη διπλανή γραμμή ήρθε και σταμάτησε ο συρμός που εκινείτο αντίθετα. Στο παράθυρο, σαράντα πενήντα εκατοστά μακριά μου, η Ηρώ! Απορροφημένη στο βιβλίο που διάβαζε, χαμογέλαγε. «Ηρώ... Ηρώ...» φώναξα αυθόρμητα και όλοι με κοίταξαν περίεργα. Οι πόρτες έκλεισαν και ξεκινήσαμε. Δε με άκουσε... χάθηκε χαμογελώντας...

Τώρα πώς το λες αυτό! Δεν υπάρχουν τέτοιες συμπτώσεις! Δε γίνεται, καμιά τύχη δεν μπορεί να το καταφέρει. Μήπως έχω παραισθήσεις;

«Επόμενη στάση Σύνταγμα...» Βγήκα στην πλατεία. «Να πιω ένα διπλό καφέ ή ένα διπλό ουίσκι; Γιατί διπλό θα είναι σίγουρα... Μπας και γλιτώσω...»

Κάθισα σε ένα μπαράκι στη Μητροπόλεως, πίσω από το υπουργείο Οικονομικών. Παράγγειλα ένα διπλό εσπρέσο και προσπάθησα να συγκροτήσω τις σκέψεις μου, να συμμαζέψω τα σκόρπια συναισθήματα που με είχαν κατακλύσει. Μέσα σε λίγα λεπτά τόσο έντονες οι προκλήσεις. Το παρελθόν ξαναγύριζε. Η Νικόλ πέτυχε, έφτασε ψηλά, αυτό έδειχνε η εικόνα της στις αφίσες. Πώς να ήταν η ζωή της τα τριάντα πέντε χρόνια που ήμαστε χαμένοι; Ευτυχισμένη άραγε; Αν δεν είχαμε χωρίσει τότε; Αν δεν άφηνα το Παρίσι; Καλά η Νικόλ, η Ηρώ πού βρέθηκε την ίδια ώρα; Μετά από τόσα χρόνια κι αυτή! Γιατί χαμογελούσε; Τι ήθελε να μου πει; Πως δικαιώθηκε που κι εγώ συμβιβάστηκα; Πέρασε δίπλα μου στ’ αλήθεια ή έτσι νόμισα;

Πλήρωσα, σηκώθηκα και έστριψα στην οδό Βουλής για να βγω στην Ερμού. Κόσμος πηγαινοερχόταν, μοναχικός και σε παρέες. Γιρλάντες παντού, στολισμένες βιτρίνες, ένα προσποιητό εορταστικό κλίμα σε μια Αθήνα που η φτώχεια δεν κρυβόταν, όπως κι ο μεγάλος πλούτος. Πρόσωπα χαρούμενα, μα τα πιο πολλά σκυθρωπά. Άνθρωποι σιωπηλοί, κλεισμένοι στον εαυτό τους, προβληματισμένοι. Μπήκα σε ένα πολυκατάστημα και άρχισα να ψάχνω για το δώρο που θα έπαιρνα στον καθένα. Το μάτι μου έπεσε σε κάτι προκλητικά όμορφες κάμερες. Είχα πολλά χρόνια να πιάσω κάμερα στα χέρια μου. Από τότε που χάθηκε το ενδιαφέρον μου για τον κινηματογράφο. Τις δυο που είχα από παλιά, τις έδωσα όταν ήταν πιτσιρίκια στο Μιχάλη και την Άννα και από τότε, ούτε τις ξαναχρησιμοποίησα, ούτε και ήξερα πού βρίσκονταν.

Ο νεαρός πωλητής με βομβάρδισε με λεπτομέρειες μόλις διαπίστωσε το ενδιαφέρον μου. Φαινόταν μάλλον από τον τρόπο που τις κοιτούσα. Το αποφάσισα: «Μια απλή και φτηνή θέλω, χωρίς πολλά κόλπα, αυτά είναι για σας, τους νέους».

«Με όλο το θάρρος, μοιάζει να ξέρετε και δεν είστε και τόσο μεγάλος!»

«Είσαι καλός πωλητής. Σ’ ευχαριστώ, επιμένω όμως για μια απλή κάμερα. Ποια μου προτείνεις;»

Ψώνισα τα περισσότερα δώρα από εκεί. Κάτι γυναικείο μου έμεινε να πάρω για την Ελένη. Κατηφορίζοντας στην Ερμού, βρήκα ένα ωραίο φουλάρι και της το πήρα. Κρατώντας δυο μεγάλες τσάντες, περπάτησα ως το Μοναστηράκι. Κατέβηκα στο σταθμό του μετρό για να επιστρέψω στο σπίτι. Παρέα μου στη διαδρομή μέχρι την Πανόρμου η Νικόλ. Όταν έφτασα, έβαλα μουσική, ένα ουίσκι, να φορτίσει η μπαταρία της κάμερας και διάλεξα τα ρούχα που θα έπαιρνα μαζί μου στη Θεσσαλονίκη. Πέρασε η ώρα...

Έπεσα στο κρεβάτι. Με πήρε αμέσως ο ύπνος. Το όνειρο ολοζώντανο, καθισμένος στην άκρη της παραλίας αγνάντευα την ήσυχη θάλασσα. Ένα ελαφρύ αεράκι ερχόταν από το βάθος της και με δρόσιζε.

Μια γυναικεία φωνή διέκοψε τη γαλήνη μου, «τι σκέφτεσαι, Λευτέρη;»

Γύρισα ξαφνιασμένος και είδα μια γυναίκα να στέκεται κάμποσα μέτρα πίσω μου. Μεγάλη στην ηλικία, το πρόσωπο της ρυτιδωμένο, αλλά ήρεμο. Τα μακριά μαλλιά της έπεφταν ελεύθερα στους ώμους της. Φορούσε ένα ολόσωμο βαθύ κόκκινο φόρεμα.

«Γεια σας», είπα «γνωριζόμαστε;»

Η κυρία χαμογέλασε, «ε, όχι και δε γνωριζόμαστε, τόσα χρόνια τα πάμε σαν το σκύλο με τη γάτα!»

«Συγγνώμη, κάποιο λάθος κάνετε, δε θυμάμαι να σας έχω συναντήσει ποτέ!»

«Πολλές φορές! Να σου θυμίσω μερικές: με την Ηρώ, με τη Νικόλ, μετά με το Ζακ, με το λαχείο, με τη Δήμητρα, την Αντιγόνη, τον Ταξίαρχο, το Λαμπρινό, τους θανάτους, τον τζόγο, τα νοσοκομεία. Θέλεις κι άλλες;»

«Και σεις τι σχέση έχετε με όλα αυτά; Μιλήστε καθαρά. Τι θέλετε να πείτε; Σε ό,τι έγινε στη ζωή μου, είχατε ανάμειξη εσείς; Ήταν κατά κάποιο τρόπο έργο δικό σας; Το είχατε αποφασίσει από πριν;» ρώτησα θυμωμένος.

«Όχι, φυσικά. Από ορολογία ξέρεις. Εγώ "πείραξα" λίγο το σενάριο, η σκηνοθεσία ήταν δική σου».

«Δε μου απαντάτε ευθέως!»

«Να σου απαντήσω. Εσύ, Λευτέρη, δε με προκάλεσες εκείνο το Νοέμβρη στη Θεσσαλονίκη στρίβοντας το κέρμα; Δεν ήθελες να ζήσεις μια ζωή με ανατροπές, έντονα συναισθήματα και συγκινήσεις; Δεν ήθελες να γνωρίσεις, να μάθεις, να ρουφήξεις όσο περισσότερη ζωή μπορούσες; Το ταξίδι δε σ’ ενδιέφερε και λιγότερο ο προορισμός; Δεν πρέπει να έχεις παράπονο, το ταξίδι που έζησες μέχρι τώρα ήταν συναρπαστικό. Αν οι καλές στιγμές ήταν οι λιγότερες, πίστεψε με δε φταίω μόνο εγώ. Φταίνε και οι άνθρωποι, οι ιδεοληψίες τους, τα πάθη τους, οι φόβοι τους. Ξέρεις κάτι, Λευτέρη; Στον κόσμο έρχεσαι γυμνός και φεύγεις μόνος. Ελεύθερος! Το κακό είναι ότι στο ενδιάμεσο, θα πρέπει να ζήσεις μ’ αυτό που φτιάχνουν και οι άλλοι. Πιστεύω να το έμαθες...»

«Ποια είστε;»

«Έχω πολλά ονόματα, ο καθένας μου δίνει αυτό που αρέσει στον ίδιο ή αυτό που πιστεύει ότι αρέσει σε μένα και έτσι θα με καλοπιάσει για να είμαι καλή μαζί του».

«Κι αν είχα αποφασίσει τότε διαφορετικά; Να μείνω εδώ και να μη φύγω στο Παρίσι;»

«Οι αποφάσεις είναι μόνο η αρχή, στον ποιο δρόμο θα διαλέξεις. Από κει και πέρα κανείς δεν ξέρει πού θα σε βγάλει αυτός ο δρόμος. Κανείς δεν ξέρει πού οδηγούν και οι άλλοι δρόμοι που δε διάλεξες».

«Δηλαδή, αν καταλαβαίνω αυτό που λέτε, ό,τι κι αν αποφασίσει κάποιος, χωρίς την εύνοια της τύχης, τη δική σας, δεν πρόκειται να πραγματοποιηθεί η απόφασή του ποτέ!»

«Όχι, ακριβώς. Η θέληση είναι αυτή που σε φτάνει στο στόχο, η τύχη, που εσύ λες, δεν έχει αισθήματα, δεν αγαπά, δε μισεί. Δεν έχει τεφτέρι να γράφει τα χρωστούμενα. Το καλό ή το κακό απλά συμβαίνει. Οι άνθρωποι τα ταυτίζουν μαζί της, τα αποδίδουν σ’ αυτή. Αυτή είναι η αλήθεια, γύρνα πίσω, θυμήσου, στα εξήγησα νομίζω όλα. Γεια σου, Λευτέρη».

Χάθηκε πριν προλάβω να της πω κάτι άλλο.

Με ξύπνησε το ξυπνητήρι του κινητού τηλεφώνου μου. Το φως της ημέρας είχε πλημμυρίσει το δωμάτιο. Άνοιξα τα μάτια και κοίταξα το ταβάνι. Έμεινα ακίνητος και στο μυαλό μου έφερα το νυχτερινό όνειρο.

«Τι στο καλό ήταν αυτό;» αναρωτήθηκα. «Τι στο καλό μου συμβαίνει; Ήταν πράγματι όνειρο;»

Σηκώθηκα, έπρεπε να προετοιμαστώ για να φύγω. Ανέβαλα τις σκέψεις, θα είχα χρόνο στο ταξίδι. Πήρα ταξί από το σπίτι για το Σταθμό Λαρίσης. Το τρένο ήρθε στην ώρα του. Ανέβηκα στο βαγόνι που ήταν η θέση μου. Τακτοποίησα τη βαλίτσα, το σακβουαγιάζ και τις τσάντες με τα δώρα και κάθισα αναπαυτικά στο κάθισμα μου. Το τρένο ξεκίνησε σφυρίζοντας. Χαμογέλασα και θυμήθηκα το γνώριμο ήχο από τις ρόδες καθώς γύριζαν πάνω στις ράγες και έπεφταν στα κενά τους. Τούκου τουκ...

«Τα εισιτήρια σας παρακαλώ...» αυστηρός ο ελεγκτής που μας πλησίασε.

«Μήπως ξέρετε το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας στη Βουλή για τον Πρόεδρο;» τον ρώτησε ένας κύριος απέναντι μου, δίνοντας το εισιτήριό του.

«Τζίφος και στη δεύτερη. Εκατόν εξήντα οκτώ ψήφους μόνο συγκέντρωσε. Σε πέντε μέρες η τρίτη και πάμε για εκλογές τέλος Γενάρη».

Με τη μία τα είπε όλα ο ελεγκτής και παραστατικότατα. Δεν υπήρχε πλειοψηφία για να εκλεγεί Πρόεδρος της Δημοκρατίας απ’ αυτή τη Βουλή και αναγκαστικά θα πηγαίναμε σε πρόωρες εκλογές, όπου όπως όλα έδειχναν θα είχαμε ανατροπές στη θέληση του εκλογικού σώματος. Ο Αλέξης, καβάλα στο λευκό άλογο της Αριστεράς, χωρίς γραβάτα, κάλπαζε προς την εξουσία. Προτίμησα να μην εμπλακώ στη συζήτηση που συνεχίστηκε για λίγο.

Το τρένο πήγαινε αργά μέχρι να βγει από την Αθήνα. Κάπως αύξησε ταχύτητα μετά τις Αχαρνές. Πήρα μια από τις τσάντες που είχα τα δώρα και έβγαλα την κάμερα. Αφού διάβασα τις οδηγίες χρήσης στο ενημερωτικό φυλλάδιο που τη συνόδευε, την άνοιξα και έβαλα τις ρυθμίσεις που ήθελα. Είχαμε περάσει τη Θήβα και τη Λειβαδιά και καθώς το τοπίο άρχισε ν’ αλλάζει, πηγαίνοντας προς την Κάτω Τιθορέα, σήκωσα την κάμερα και πατώντας απαλά το κουμπί της εγγραφής, άρχισα να αποτυπώνω στη μνήμη της, τις εικόνες που πέρναγαν από μπροστά μου. Ένα φευγαλέο φτερούγισμα μέσα μου. Πήρα βαθιά ανάσα και συνέχισα να απαθανατίζω ό,τι προλάβαινα, πριν χαθεί πίσω μας. Αμφίκλεια μετά κι ο μοναδικός Μπράλος με τα αμέτρητα τούνελ και τις γέφυρες. Γοργοπόταμος και στη συνέχεια το Λιανοκλάδι. Δε χόρταινα να απολαμβάνω το άγριο τοπίο. Σιγά σιγά κατεβαίναμε, φτάσαμε στο Δομοκό. Κάναμε μια δεκάλεπτη στάση για ν’ αλλάξει μηχανή το τρένο. Από κει και μετά ευθεία και έδαφος χωρίς μεγάλες υψομετρικές διαφορές. Ένα δυο σημεία μέχρι τη Θεσσαλονίκη έχουν λίγο ανηφόρα. Το τρένο σαν αφηνιασμένο ανέπτυξε μεγάλη ταχύτητα καταπίνοντας τα χιλιόμετρα του θεσσαλικού κάμπου. Έβαλα στην τσάντα την κάμερα και έγειρα το κεφάλι στο κάθισμα.

«Τι εικοσιτετράωρο ήταν κι αυτό! Νικόλ, Ηρώ και η θεά. Τρεις γυναίκες, που η κάθε μια τους είχε κάτι να μου πει. Και καλά η Νικόλ και η Ηρώ, η θεά στο όνειρο; Μόνη της ήρθε ή εγώ την επινόησα; Για ποιον άραγε λόγο! Μήπως έκρυβαν και κάτι άλλο τα λόγια της; Αυτά που μου είπε ήταν δικά της ή το δικό μου συμπέρασμα από τη μέχρι τώρα διαδρομή της ζωής μου; Λευτεράκο, σε λίγο καιρό πατάμε για τα καλά στα εξήντα τέσσερα, γερνάμε! Κάποιοι φίλοι και γνωστοί ήδη έφυγαν, πολλοί άλλοι χαμένοι στα προβλήματα υγείας, τα οικονομικά ή της μοναξιάς τους, ούτε τα τηλέφωνα δε σηκώνουν. Οι λίγοι που δουλεύουν δεν έχουν χρόνο. Το επιχειρείν έκλεισε τον κύκλο του για μένα. Στη ζωή των παιδιών μου δεν υπάρχει περίπτωση ν’ ανακατευτώ, εγγόνια δε βλέπω για την ώρα, καλάμια για ψάρεμα δεν έχω, άσε που τα ψάρια δεν τσιμπάνε όλο το χρόνο. Μένει το καφενείο, αλλά κι εκεί ό,τι άκουσες χθες, το ακούς και σήμερα και το ίδιο θα ακούσεις και αύριο... Οπότε...

» Λες; Και γιατί όχι! Σε κανένα δεν έχω να δώσω λογαριασμό και δεν έχω να αποδείξω τίποτα!»

Το θέμα έτοιμο. Η ζωή είναι παιχνίδι του τυχαίου με το θέλω, το σενάριο βγαλμένο μέσα από δικά μου αληθινά περιστατικά, τίτλος «Το κέρμα». Κατάλαβα ότι φτάναμε στη Θεσσαλονίκη από το δαιμονισμένο σφύριγμα του τρένου.

 

Η ανιψιά μου η Άννα, με περίμενε στο σταθμό. Με το που με είδε να κατεβαίνω από το βαγόνι έτρεξε και έπεσε στην αγκαλιά μου.

«Θείε μου, καλωσόρισες, σ’ αγαπώ πολύ πολύ...»

«Κάθε φορά που σε βλέπω σαν να μου φαίνεται ότι ομορφαίνεις και περισσότερο! Για λέγε τα νέα σας...» πήρε το σακβουαγιάζ και τις τσάντες και προχωρήσαμε προς το μικρό διθέσιο αυτοκίνητο της.

«Όλα καλά, θείε! Η μαμά κι ο μπαμπάς γκρινιάζουν στα μικρά. Τι μικρά δηλαδή; Είκοσι χρονών κοντεύουν. Εγώ μια χαρά, το ίδιο και η δική σου Άννα. Διαπρέπει. Άριστη δικηγόρος -τσακάλι- που λέμε! Εσύ τι κάνεις;»

«Καλά είμαι κορίτσι μου, δεν παραπονιέμαι. Μαζεύουνε τα χρόνια, λιγοστεύουν οι απαιτήσεις».

«Πάντα ευρηματικός στις εκφράσεις σου, θείε. Θα είχες κάψει καρδιές στα νιάτα σου! Και τώρα μπορείς...»

«Δε ντρέπεσαι να λες τέτοια στο θείο, βρε νιάνιαρο;»

«Θείε... δυο μαθήματα έχω ακόμη για να ορκιστώ γιατρός. Έχω κλείσει τα είκοσι τέσσερα. Το ξέχασες;»

Δεν το είχα ξεχάσει, αλλά...

«Για ειδικότητα τι σκέφτεσαι;»

«Ακτινολόγος ή αναισθησιολόγος, δεν έχω αποφασίσει ακόμα...»

Όταν φτάσαμε στο Μακεδονία Παλλάς, κόντευε οκτώμισι.

«Λοιπόν, θείε, όπως είπαμε... Η Άννα με τον Ευθύμη θα περάσουν να σε πάρουν εννιά και τέταρτο μ’ εννιάμισι, εδώ από το ξενοδοχείο. Εμείς θα τα πούμε πάλι αύριο. Το μεσημέρι σε περιμένουμε στο σπίτι της μαμάς. Φιλάκια!»

Το δωμάτιο μου ήταν στον έκτο όροφο από τη μεριά της θάλασσας. Πέταξα μπαίνοντας τα πράγματά μου στο κρεβάτι, άνοιξα τη μπαλκονόπορτα και βγήκα στο μπαλκόνι. Τέτοια ήταν η λαχτάρα μου που ένιωσα τον ψυχρό βαρδάρη να με τυλίγει σαν απαλό χάδι δροσιάς. Πήρα βαθιά ανάσα. Πλημμύρισαν τα πνευμόνια μου με οξυγόνο και ιώδιο. Μπροστά στην παραλία κάποιοι έκαναν τη βόλτα τους αψηφώντας το τσουχτερό κρύο. Δεξιά ο Λευκός Πύργος, στο βάθος διακρίνονταν οι γερανοί του λιμανιού. Αριστερά η Καλαμαριά και πιο πέρα αχνοφαινόταν η Αγία Τριάδα. Ένα αεροπλάνο στον τελευταίο του κύκλο πάνω από το Θερμαϊκό πριν να προσγειωθεί. Έκανα ένα ντους στα γρήγορα και ντύθηκα για την έξοδο με την Άννα και τον Ευθύμη. Στις εννιά και είκοσι χτύπησε το κινητό μου και κατέβηκα. Με περίμεναν έξω από το αυτοκίνητο. Αγκαλιές και φιλιά με το κοριτσάκι μου, συστάσεις και «χαίρω πολύ» με τον Ευθύμη.

Πήγαμε στην Περαία για φαγητό. Μου είπαν τα νέα τους, πώς περνούσαν μαζί κάτω από την ίδια στέγη τρεις μήνες ήδη, για τις δουλειές του Ευθύμη στην εταιρεία του και αυτές της Άννας με τη δικηγορία. Από κάποια στιγμή και μέχρι να φύγουμε ο Ευθύμης κρατούσε τρυφερά το χέρι της Άννας. Να μην πω ψέματα, κάπως αισθάνθηκα. Όμορφα... συγκινήθηκα.

«Να σας πάνε όλα καλά, παιδιά» μου ξέφυγε τελείως αυθόρμητα. «Να κάνετε τις επιθυμίες σας πραγματικότητα» πρόσθεσα. «Συγγνώμη για το θάρρος Ευθύμη...»

Με άφησαν στο ξενοδοχείο στις εντεκάμισι. Πρωί πρωί πέταγαν για την Αθήνα. Θα τους ξανάβλεπα σε δυο μέρες που θα επέστρεφαν στη Θεσσαλονίκη. Δεν ανέβηκα στο δωμάτιο, κατέβηκα στην παραλία και κατευθύνθηκα προς το Λευκό Πύργο. Όσο μπορούσα πιο κοντά στη θάλασσα. Τα κύματα κάθε τόσο ανέβαιναν στην προκυμαία. Υγρασία και κρύο έφταναν μέχρι το κόκκαλο. Μπροστά στο Λευκό Πύργο κοντοστάθηκα. Απέναντι μου το Θέατρο της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών. Εκεί που έζησα το πιο όμορφο από τα όνειρα μου. Που ερωτεύτηκα το ταξίδι. Κάθε ταινία είναι και ένα ταξίδι. Σε ταξιδεύει όπου θέλει αυτή ή όπου θέλεις εσύ.

Η ταμπέλα στην είσοδο, μου φάνηκε πως έγραφε, «Το κέρμα» με πρωταγωνίστρια τη Nicole De July, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Ανέστη! Χαμογέλασα. Φαίνεται πως φταίει το μέρος τελικά. Χριστουγεννιάτικο το κλίμα, φώτα, κίνηση, αυτοκίνητα και αρκετός κόσμος να περπατά στους δρόμους. Ανέβηκα στην Εθνικής Αμύνης, σταμάτησα και πήρα μια τραγανή μπουγάτσα, πασπαλισμένη με μπόλικη ζάχαρη άχνη και κανέλλα. Τρώγοντας λαίμαργα και αδιαφορώντας που έγινα χάλια στο πρόσωπο και τα ρούχα, προχώρησα και έστριψα δεξιά στην Τσιμισκή. Έφτασα πίσω από τη ΧΑΝΘ και σταμάτησα. Απέναντι μου, μετά το παρκάκι με το άγαλμα του Κολοκοτρώνη, η οδός Δεσπεραί. Έκανα σήμα σε ένα ταξί να σταματήσει.

«Καλησπέρα, πού πάμε;»

«Στο Μακεδονία Παλλάς παρακαλώ...»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου